Translate

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΑΣΤΡΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ






Λαμπιόνια που αναβοσβήνουν, γιρλάντες στα χρώματα του ουράνιου τόξου, «τρίγωνα κάλαντα»(που ποτέ δεν έμαθα γιατί δεν είναι κυκλικά μιας και αγαπώ τους κύκλους), έλατα ζωντανά ή νεκρά κοντά στο τζάκι και δώρα τοποθετημένα από κάτω στολισμένα με κορδέλες και φιόγκους. Ένας τρομακτικός Άγιος Βασίλης ανεβαίνει μια φωτεινή σκάλα (η καμινάδα δεν τον χωράει φέτος) κουβαλώντας ένα σάκο – μάλλον άδειο. Κι ύστερα ευχές και φιλιά για να ξεχάσουμε τη φτώχεια μας πάλι φέτος, όχι εκείνη της τσέπης μα την άλλη της καρδιάς μας.

Δεν ταίριαξα ποτέ με τις γιορτές. Δεν κουμπώσαμε. Πάντα κάτι περίσσευε ή πάντα κάτι έλειπε. Δεν τα βρήκα ούτε εγώ μαζί τους ούτε εκείνες μαζί μου. Μπορεί επειδή δεν τα βρήκα και με το Θεό ποτέ. Τον εγκατέλειψα και με εγκατέλειψε πολύ νωρίς. Το νταραβέρι μας σταμάτησε. Δε θυμάμαι πότε…

«Ω έλατο! Ω έλατο!». Αυτή η επιβεβλημένη χαρά πάντα με ζόριζε! Περπατούσα στο δρόμο και αναρωτιόμουνα, κοιτούσα, έψαχνα να βρω την πηγή της, να πιω κι εγώ το κρασί της και να μεθύσω με τη χαρά. Ποτέ δεν την βρήκα! Κλωτσούσα στην προσποίηση, όπως κλωτσάω ακόμα! Αφοπλιστικά ειλικρινής δε μου ταίριαζε το θέατρο της γλυκανάλατης αγάπης. Δε ζέσταινε την καρδιά μου μωρέ! Την πάγωνε! Δεν άφηνε τις ρυτίδες μου να γελάσουν.

Δεν ταίριαξα ποτέ με τις γιορτές. Δεν κουμπώσαμε. Και δεν πρόκειται! Είναι κάποια πράγματα που αν συμβούν το καταλαβαίνεις από την αρχή. Μοιάζουν με τους ανθρώπους. Εκείνους τους δικούς σου ανθρώπους που δε θες να τους κάνεις κτήμα σου μα τους φοράς σα πανωφόρι στο νούμερο σου, στο νούμερο τους! Και τους κουβαλάς για πάντα μέσα σου χωρίς να δυσανασχετείς με το βάρος. 

Μέσα μου κρυφά εύχομαι να αλλάξω κάποτε γνώμη. Να ξυπνήσω ένα πρωί κι ένα «άστρο φωτεινό» να με περιμένει για να μου ξεφυλλίσει μνήμες. Να ανοίξω το παράθυρο και να είναι όλα λευκά μέσα μου. Να αντιληφθώ το νόημα της νέας χρονιάς , να ξετυλίξω το κουβάρι και όπου με πάει.

Φέτος μου υποσχέθηκα ότι θα μαγειρέψω ένα γιορτινό φαγητό, θα γεμίσω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί , θα ανάψω ένα κερί και θα δω Βreakfast at Tiffany’s! Κι αν υπάρχει κάποιος από εσάς που αγαπά αυτή την ταινία ας έρθει να τη δούμε παρέα. Θα προσποιηθούμε ότι είμαστε κι εμείς σαν εκείνους που αγαπούν το γιορτινό κλίμα και θα κάνουμε μαζί σχέδια για τη νέα χρονιά. Κι αν δεν τα καταφέρουμε θα χορέψουμε ένα βαλς καθώς έξω θα βρέχει αγάπη!

Καλές γιορτές! 



Στο Δημήτρη και στην Εύα που είναι πάντα εδώ. Που είναι πάντα δίπλα. Ποτέ απέναντι…

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η ΦΛΥΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ







Την κοιτάζω από το πρωί. Λουρί και θήκη δερμάτινη σαν εκείνες που κρατούσαν οι τουρίστες όταν περνούσαν τα καλοκαίρια από το χωριό. Nikon του ’84. Κειμήλιο που αναπαύεται στο ραφάκι με τα αναμνηστικά. Καταδικασμένη σε μια ατέρμονη ραστώνη. 

Την κοιτάζω από το πρωί. Προσπαθώ να θυμηθώ τι προσάναμμα μου έδωσε κάποτε για να πάω παρακάτω. Πόσες φορές έγινε κλέφτης στιγμών κι έκλεψε το χρόνο μας και τον φυλάκισε σε ένα χαρτί.

Ανοίγω το κουτί. Χρόνια έχω να ανατρέξω στο χθες. Βρήκα κι εγώ τη μέρα! Αν δε φτάσεις στα όρια του μαζοχισμού δεν έχει αξία. Ξεχασμένα πρόσωπα, κάποτε αγαπημένα. Πολύ αγαπημένα. Σμίγανε τα μάτια μας, αγγίζαμε στους ώμους, στολίζαμε το πρόσωπο με το καλό μας χαμόγελο και τότε ακουγόταν το μαγικό «κλικ». Πόσα κλικ ακούστηκαν! Πόσες ματιές σμίξανε! Πόσοι τόποι μας υποδέχτηκαν! Η Nikon του ’84. Κλέφτης στιγμών δικών μας. Φυλακισμένος χρόνος. 

Παρατηρώ τα φαγωμένα μου νύχια. Άσχημα χέρια. Τώρα μετανιώνω. Τι συνήθεια κι αυτή! Είχα όμορφα δάχτυλα και ποτέ δεν το κατάλαβα. Τα έκοβα με μανία, σα ναρκομανής που έψαχνε τη δόση του. Έπρεπε να πονέσω για να σταματήσω. Τώρα καμαρώνω. Τα στολίζω και με χρώματα να φαίνονται, τα δείχνω με υπερηφάνεια και σιγουριά , κοκορεύομαι για τον άθλο μου. Τόσες άσχημες όμως φωτογραφίες!

Κοίτα πόσα στασίδια απλώθηκαν μπροστά μου! Δρόμοι που περπάτησα, αναθεμάτισα, λάτρεψα, ερωτεύτηκα, μίσησα. Άνθρωποι και δρόμοι. Δρόμοι και στασίδια. Σαν άλογα κούρσας που βρήκαν άλλο τερματισμό. Φαγωμένα νύχια και χαμόγελα. Σκουφιά στα μαλλιά και πανωφόρια να κρύβεις ό,τι δεν ήθελες να φανεί, ό,τι δεν ήθελες να δούνε οι άλλοι. Πόσο πρόσωπα! Κάποτε αγαπημένα! Πού πήγαν άραγε; Πιανόμαστε πάντα από τους άλλους ανθρώπους. Τη μετράμε τη ρημάδα τη ζωή με εκείνους τους συνοδοιπόρους, του συνταξιδιώτες μας, τους συμπαίχτες, τους επαίτες, τους ψεύτες, τους δυνατούς, τους αδύνατους. Κι ύστερα όλοι χάνονται σε ένα σούρουπο, σε ένα βλεφάρισμα του χρόνου, σε ένα ποτήρι κρασί που ήπιες ερήμην τους, σε ένα αναθεματισμένο συγνώμη που άκουσες χρόνια αργότερα, που όμως άργησε και δεν είχε πια νόημα κανένα. Φίλοι, εραστές, έρωτες, παρέες, συμμαθητές, συμφοιτητές, συνάδελφοι, σύντροφοι, συν, συν, συν…. συν , πόσα συν να αντέξει και η ζωή; Όλα! Κι άλλα τόσα που θα έρθουν, θα φύγουν, θα ταξιδέψουν, θα μαγέψουν, θα θυμώσουν, θα αγαπήσουν. Τη μετράμε τη ρημάδα τη ζωή! Μια πιθαμή, κι άλλη μια, και μια σπίθα, και μια φωτιά, κι ένα «γειά» σου, κι ένα «αντίο», κι ένα «για πάντα». Να μη γεράσουν τα μάτια. Να μπορούν να βλέπουν την ανατολή και το ηλιοβασίλεμα μιας φωτογραφίας με ένα «κλικ» και δύο και τρία και άπειρα…

Τώρα που είναι χειμώνας είπα να μαλακώσω τις λέξεις μου. Να τις λειάνω. Να στρογγυλέψω τις γωνίες. Να ισιώσω τις ευθείες μου. Πολλές στροφές και ζαλίστηκα. 



Σχολική φωτογραφία. Αρκαλοχώρι. Έτος αποφοίτησης 1992. Είχε ζέστη. Τέλειωνε ο Ιούνιος. Είμαστε όλοι βρεγμένοι. Είμαστε όλοι άγουροι μα φορτωμένοι με όνειρα. Σπύρος, Μαρία, Αντώνης, Άρης, Μενέλαος, Βαγγέλης, Νεκτάριος, Φαίδρα, Ειρήνη, Έφη, Μαρία, Βαγγέλης, Κατερίνα, Στέλιος, Ελένη, Μαριάνθη, Χρήστος… και άλλοι πολλοί. 1992! Κάποιους δεν τους είδα ποτέ ξανά. Κάποιους δεν τους αναζήτησα ποτέ. Κάποιους δεν τους θυμάμαι καν. Μα κάποιους άλλους τους ονειρεύτηκα και τους άγγιξα στα κρυφά. Γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτα μυστήρια…..

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

«ΜΑΝΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ»




Δευτέρα. Αργά. Ξημερώματα. Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ στις 7 το απόγευμα; Να μου ράψεις τα βλέφαρα πάλι θα βρουν τρόπο να ξηλωθούν. Είναι Δευτέρα ή Τρίτη; Είναι ό,τι υπάρχει ανάμεσα τους. Θα βγω έξω. Βγαίνω καμιά φορά τέτοια ώρα. Μόνο αδέσποτα κυκλοφορούν και «κάγκουρες». 

Κατεβαίνω την Ακαδημίας. Παραδόξως δεν έχει υγρασία αν και τελειώνει και ο Νοέμβρης. Δεν έχω κι ένα σκύλο να προσποιηθώ ότι τον βγάζω βόλτα. Ξαπλωμένοι άνθρωποι πάνω σε χαρτόκουτες εδώ κι εκεί. Κάποιον τον αναγνωρίζω. Ράστα μαλλιά από την απλυσιά. Σκέφτομαι πως και αυτούς κάπου, κάπως, κάποτε, κάποιος θα τους αγάπησε. Θα έχουν να πουν κι αυτοί μια ιστορία. 

Στέκομαι στη μέση του δρόμου. Κάπως έτσι σου βγαίνει το όνομα. «Αυτή την έχει σπάσει τη φτερούγα». (Το άκουσα κάποτε για μια κοπέλα που καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε για πολύ ώρα ψηλά). Ψυχή ζώσα πουθενά. Βάζω σε λειτουργία τη μύτη μου. Δε μπορεί! Από κάπου θα έρθει μυρωδιά καμένου ξύλου. Ατύχησα. Ο Νοέμβρης στο νησί είναι ακόμα ζεστός. Δε βγήκαν τα πανωφόρια και τα γούνινα παλτό από τις ντουλάπες. Θα φορεθούν όμως πολύ φέτος οι μπότες πάνω από το γόνατο με το δωδεκάποντο τακούνι. Πάλι δε θα ντυθώ γυναίκα. Θα με δει η μάνα μου με τα αρβιλάκια και θα έχει εκείνο το βλέμμα του φονιά που θα θέλει να ρίξει οινόπνευμα, να τα κάψει κι ύστερα να χορέψει πάνω στα αποκαϊδια. 

Ακόμα να κουραστώ. Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ; Αύριο θα είμαι με μαύρους κύκλους και πρησμένα μάτια. Ένας άνθρωπος, μωρέ, να μου πει μια ιστορία! Θα πάω λίγο παρακάτω. Στην ανάγκη θα φτάσω και μέχρι τη θάλασσα. Δε μπορεί! Στο τέλος θα κουραστώ! Με τέτοια σιγουριά την πατάω πάντα. Αλλιώτικη φαίνεται τούτη η πόλη τη νύχτα. Δεν έχει ανθρώπους με «κρανιοεγκεφαλικές» κακώσεις. Κοιμούνται αυτή την ώρα και ονειρεύονται εκδίκηση και αίμα. Μα την Κυριακή θα εμφανιστούν στην εκκλησία να ανάψουν ένα κεράκι και να προσευχηθούν για να σώσουν την ψυχή τους. Έχουν δικό τους θεό. Πλακάκια τα κάνουν μαζί του.

Ένα 4 Χ 4 με ιλιγγιώδη ταχύτητα με προσπερνάει. Νομίζω πως κάνει σεισμό. «Σου λέω πάλι ο αφελής σκούπισε τα πόδια σου και πέρασε
και πέρασε…» αναφωνεί ο μέγας αοιδός! Καμία ελπίδα… Πού πάμε με φιμέ τζάμια και Παντελίδη; Τρέχουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν ξέρουμε και τη διαδρομή. Τι θέλεις κι εσύ και τα αναλύεις όλα; Να είδες τώρα που νιώθεις ουρανοκατέβατη; Αν σε δει κανένας γνωστός τέτοια ώρα στους δρόμους αύριο θα σου στείλει συνταγή για Xanax! Κι αυτά τα παιδιά που πήγαν; Ονειρεύονται πως θα αλλάξουν τον κόσμο. Με ένα ποίημα, ένα πινέλο, μια κιθάρα κι ένα φιλί. 

Ψάχνω ένα σημάδι. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ! Ψάχνω μια ελπίδα. Κι αυτή κοιμάται; Έχω κι αυτό το κρύωμα που με ταλαιπωρεί. Τι την ήθελες την ξεροκεφαλιά και το ασυμβίβαστο; Δε βλέπεις που νιώθεις ουρανοκατέβατη; 

Μια παρέα παιδιών ακούγονται από μακριά. Συνθήματα μέσα στη νύχτα; Μοναχική πορεία; Τραγουδούν ρυθμικά: «ΜΑΝΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ. ΘΑ ΠΑΩ. ΘΑ ΠΑΩ. ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ». Ο Μίλτος μου του έμαθε κάποτε. Τώρα σπουδάζει. 



Αποφάσισα. Δε θα φορέσω μπότα πάνω από το γόνατο. Δε θα συμβιβαστώ με το εύκολο. Δε θα κάνω εκπτώσεις στα όνειρα. Και αύριο την ίδια ώρα θα πιω πάλι ένα δυνατό καφέ! Υπάρχει ελπίδα στους ΑΝΤΙΦΑ! Καλή σου ώρα, ρε Μίλτο!

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ…




Κάθε χρόνο η ίδια αίσθηση…Το ίδιο όνειρο τις λιγοστές ώρες που κοιμάμαι. Ξυπνώ πάντα την κατάλληλη στιγμή, την ώρα που μη μπορώντας να σηκώσω τα πόδια και να τρέξω ένα χέρι ακουμπά στον ώμο προκαλώντας μου τρόμο.

Εγώ γεννήθηκα λίγους μήνες αργότερα αν και πάντα κρυφή επιθυμία είχα να είχε γνωρίσει ο πατέρας μου τη μάνα μου 18 χρόνια νωρίτερα και εγώ – ο καρπός του έρωτα τους- να βρισκόμουν πάνω στη σιδερένια πόρτα. Παιδική αφέλεια. Άγνοια κινδύνου. Σύνδρομο του ήρωα. 

«Πότε θα κάνει ξαστεριά». Μ’ αυτό μεγάλωσα. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως η ξαστεριά δε θα έρθει ποτέ κι εμείς δε θα πάρουμε κανένα τουφέκι να πολεμήσουμε. Εξάλλου τα δικά μας όπλα ήταν ξύλινα.

Κάθε χρόνο η ίδια αίσθηση… Και ένα βάρος που δε βρήκα ποτέ το θάρρος να πάρω μέρος σε καμιά γιορτή του σχολείου. Πόσο μάλλον να ανέβω στη σιδερένια πόρτα. Καθισμένη σε μια άκρη έκλαιγα σιωπηλά για το μεγαλείο κάποιον ανθρώπων. Μεγαλείο ψυχής!

Όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ πως οι άνθρωποι μεγαλώνοντας λησμονούν. 

Ορέστη απ’ το Βόλο

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

γυρεύω το γιο μου

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

Ορέστη απ’ το Βόλο

την κόρη μου θέλω.

Τον Ορέστη και τη Μαρία θα τους θυμούνται ακόμα δυο χαροκαμένες μανάδες –αν ζουν κι αυτές- κι εμείς οι υπόλοιποι που κάποτε ονειρευτήκαμε ένα νέο ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ για να ζητήσουμε «ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» δε θα το ζήσουμε ποτέ. Ίσως γιατί μέχρι τώρα είχαμε ψωμί, δε μας ενδιέφερε η παιδεία και η ελευθερία ήταν κάτι πιο βαθύ που δε μπορούσε η σκέψη να φτάσει μέχρι εκεί.

Δεν έζησα ποτέ την περίοδο της δικτατορίας. Δε θα ήθελα να είχα γεννηθεί τότε. Δεν ήταν τα πράγματα ονειρικά. Γι’ αυτό σας παρακαλώ! Όλοι εσείς που πλησιάζεται τα 40 σταματήστε να πιστεύετε και να διατυμπανίζετε ότι μια χούντα θα μας σώσει! Εκείνο που μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα είναι μονάχα ο σεβασμός, η ευγένεια, η προσφορά και το όνειρο… 

Τελικά εγώ δεν ήμουν ποτέ εκεί….

Σε όλους αυτούς που ακόμα αγωνίζονται και ονειρεύονται….







Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

MONAXA ΠΩΣ ΞΕΘΩΡΙΑΣΑ




Νωρίς το κατάλαβα. Δεν είχε δίχτυ ασφαλείας. Μα μια εσώτερη δύναμη με έσπρωχνε να ριχτώ στο κενό λες και ήμουν σίγουρη πως στη διαδρομή θα έβλεπα αγριοκρινάκια. Κι έπεφτα, έπεφτα, όλο έπεφτα κατακόρυφα κι ατσούμπαλα. Και πριν προλάβω να ανέβω έδινα πάλι βουτιά κι έσπαγα τις αντοχές μου και δοκίμαζα τα όρια κι ακουμπούσα τα απάτητα κι έμπηγα το δάχτυλο στην πληγή. 

Αναρωτήθηκα πολλές φορές αν ο άνθρωπος γεννιέται ή γίνεται. Αν όλα τα κουτσουρεμένα τα κουβαλάμε σημαδεμένα πάνω μας μέσα από μια αρχέγονη μήτρα. Αν κάποιος μας καταράστηκε ή μας ευλόγησε, αν μας έρανε με ροδόνερο ή το βρήκαμε μόνοι μας και βουτήξαμε να ξεπλύνουμε τα κρίματα μα φορτωθήκαμε κι άλλες αμαρτίες.

Είναι μέρες που σκάβεις λαγούμι να κρυφτείς. Μη σε δει κανείς και σε ρωτήσει. Παραστρατημένη ύπαρξη με απύθμενη υπομονή που έπιασε πάτο. Μα τώρα, τουλάχιστον, γνωρίζεις που βρίσκεσαι. Έχεις μια σταθερή βάση. Κι ας δαγκώνεις τα χείλια κι ας σφίγγεις τις γροθιές. 

Μεγάλωσα μα δε γέρασα. Μονάχα ξεθώριασα σαν τις παλιές φωτογραφίες. Εκείνες τις ασπρόμαυρες που αγαπούσαμε να κοροϊδεύουμε σαν είμασταν παιδιά. Άνθρωποι που ήρθαν, έφυγαν κρατώντας ομπρέλες και βαλίτσες με πραμάτεια. Κι άλλοι που ήθελαν να βραχούν και δε φοβήθηκαν μήτε το νερό, μήτε τα ζόρια. Πού πήγαν κι αυτοί άραγε; Όπου ταξίδεψαν κι άλλοι. 

Κοιτώ την κλειστή πόρτα. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που άνοιξε. Τυχαία βρέθηκα σήμερα εκεί. Πάντα έμπαινα και καθόμουν μέσα στο τζάκι. Άναβε η φουφού κι εσύ χάιδευες τα γατιά και τα τάιζες κρυφά κάτω από το τραπέζι. Σε παρατηρούσα και γέλαγα. Έλεγα πως θα γίνω σαν κι εσένα. Θα ρθω και θα φύγω αθόρυβα ταϊζοντας γατιά κρυφά κάτω από το τραπέζι. 

Ρημάδι το σπίτι πια. Το τζάκι δεν άναψε. Οι τοίχοι μαρτυρούν εγκατάλειψη. Κάθομαι απέναντι και το κοιτώ. Ανοίγω την πόρτα δειλά. Νομίζω πως θα σε δω να κάθεσαι και θα διαβάζεις τα βιβλία μου. Είχες πάντα άγνωστες λέξεις. Με ρωτούσες. Σου απαντούσα. Είχα ξεχάσει πως σου άρεσε να διαβάζεις. Τόσα κι άλλα τόσα που ξέχασα. 

Είχα χρόνια να κάτσω σε εκείνη την αυλή. Η κληματαριά ξεράθηκε. Αν ήσουν εδώ θα είχες φυτέψει μιαν άλλη. Θα περίμενες να μεγαλώσει για να της δώσεις πάλι ύψος και να δώσει σκιά. Πόσα κομμάτια της διαδρομής μας ξέχασα!

Κι εγώ τι κάνω; Γράφω και περιγράφω σκόρπιες εικόνες μιας διαδρομής. Ένα ρημαγμένο σπίτι ασβεστωμένο ακόμα. Μια κασέλα που έκρυβες τη σύνταξη. Ένα τζάκι που έκαιγες τα κούτσουρα. Είχα χρόνια να κάτσω σε εκείνη την αυλή. Δεν ήθελα να σε θυμηθώ. Μα σήμερα μου είπαν ότι σου μοιάζω.



Μεγάλωσα μα δε γέρασα. Ξεθώριασα κι εγώ σαν τη φωτογραφία σου. Ξεθώριασε και η μέρα που σε αποχαιρέτησα. Η θεία είπε πως έφυγες πριν δεκαπέντε χρόνια…

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

ΕΙΜΑΙ Η ΛΥΔΙΑ ΚΙ ΕΧΩ ΣΥΝΔΡΟΜΟ DOWN




Γεννήθηκα πριν από 22 χρόνια αλλά φαίνομαι μικρότερη. Οι γιατροί είπαν πως θα παραμείνω για πάντα παιδί. Είμαι από τους τυχερούς και ας λένε τη μάνα μου άτυχη. Ο πατέρας μου μας εγκατέλειψε λίγο μετά τη γέννηση μου. Θα είχε τους λόγους του. Κάποτε τον συνάντησα στο δρόμο. Τον αναγνώρισα από μια φωτογραφία που είδα κάποτε σε ένα άλμπουμ που ανακάλυψα κρυμμένο στην κασέλα της γιαγιάς. Ήταν ντυμένος γαμπρός και στεκόταν δίπλα στη μάνα μου χαρούμενος, ευτυχισμένος με ένα πελώριο χαμόγελο. Όταν βρέθηκε στο δρόμο μου τον χαιρέτησα αλλά μάλλον θα ήταν αφηρημένος και δε με άκουσε ούτε με είδε.

Όταν πηγαίνω βόλτες οι άνθρωποι με κοιτούν με θλίψη κι εγώ αναρωτιέμαι μήπως η κορδέλα που φοράω στα μαλλιά δεν τους αρέσει και τους προκαλεί μελαγχολία. Τότε τους χαρίζω το πιο μεγάλο μου χαμόγελο για να μην στεναχωριούνται που εκείνοι μεγαλώνουν κι εγώ παραμένω ακόμα παιδί. 

Κάθε μέρα μαζεύω κι ένα αδέσποτο στο σπίτι. Έχω πέντε γατιά και τρία σκυλιά. Τα βλέπω να γυρνάνε μόνα τους, να κρυώνουν και δε μου κάνει καρδιά να τα αφήσω αβοήθητα. Το βράδυ έρχονται να χουχουλιάσουν όλα μαζί δίπλα μου και να μοιραστούμε τα όνειρα μας. Κι εγώ δεν τους χαλώ το χατίρι. Τα αγκαλιάζω και ακούω τα παραμύθια τους μέχρι να με πάρει ο ύπνος. 

Μου αρέσουν τα παραμύθια και οι ιστορίες. Η γιαγιά μου είναι σπουδαία παραμυθατζού. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και μου λέει τα πιο όμορφα παραμύθια μα καμιά φορά νιώθω τα δάκρυα της να βρέχουν το κεφάλι μου και μπερδεύομαι αφού όλα έχουν ευτυχισμένο τέλος. Θα έχει κι αυτή τους λόγους της. 

Μου αρέσουν πολύ τα γλυκά και οι σοκολάτες. Γλυκαίνετε ο ουρανίσκος μου και νιώθω απέραντη ευτυχία. Η μαμά όμως γκρινιάζει και λέει ότι δεν πρέπει να τρώγω πολλά. Μα πώς γίνεται να βάζουν απαγορεύσεις οι μεγάλοι για πράγματα τόσο σπουδαία που σε γεμίζουν χαρά; Είμαι πολύ τυχερή που δε θα γίνω ποτέ μεγάλη! 

Μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω. Σχεδιάζω πουλιά και λουλούδια και σπίτια με κήπους και χαμογελαστούς ανθρώπους. Όλες τις ζωγραφιές μου τις χαρίζω σε εκείνους που μου χαϊδεύουν το κεφάλι και μου χαμογελούν. Μου αρέσουν οι χαμογελαστοί και οι ευγενικοί άνθρωποι. Με κάνουν να μη φοβάμαι. 

Το χειμώνα φοβάμαι πολύ τις αστραπές και τις βροντές. Μου θυμίζουν ανθρώπους θυμωμένους που αστράφτουν και βροντούν με τις φωνές τους. Βάζω τα χέρια και κλείνω τα αυτιά και τραγουδώ δυνατά για να ακούω την απόλυτη σιωπή. Ίσως γι’ αυτό να λέει και η μαμά πως κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί σαν τις αστραπές. 

Κάποτε θα γίνω ουράνιο τόξο. Θα γεμίσω τον κόσμο χρώματα και φως. Θα βρω τον τρόπο. Εξάλλου έχω παιδική καρδιά και τα παιδιά ξέρουν καλύτερα πράγματα από τους λυπημένους μεγάλους. 

Με λένε Λυδία κι έχω σύνδρομο down. Δεν είμαι μογγολάκι. Μπορώ και αγαπώ αυτά που εσείς δεν βλέπετε και ακούω μονάχα αυτά που εγώ θέλω. Τα υπόλοιπα τα απομονώνω και είμαι ευτυχισμένη. Τα όνειρα μου είναι έγχρωμα και οι ιστορίες μου έχουν ευτυχισμένο τέλος. Μου αρέσει να αγκαλιάζω τους ανθρώπους και να τους χαρίζω φιλιά και χαμόγελα. 



Αχ! πόσο πολύ μου αρέσει η ζωή!!!!!!!!!!!!

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

MIA ANAΣΚΑΦΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ



Φαντάσου μια σκαπάνη να πληγώνει το χώμα. Χώμα αγιασμένο από τους αιώνες, μακάριο και ανυποψίαστο στο διηνεκές. Να το πληγώνει απαλά σα να το χαϊδεύει με το βλέμμα, να το αγγίζει κι εκείνο να παραμερίζει για να δεις εσύ το παρελθόν σου μεγαλόπρεπο κι επιβλητικό σαν ιστορία.

Φαντάσου να αξιωθείς μια ανασκαφή! Να σκάψεις και να δεις ποιος είσαι, από πού ήρθες, ποιες πόρτες άνοιξες και ποιες έκλεισες για να φτάσεις εδώ αγέρωχος, αλώβητος και αγρίως επηρμένος. Κι ύστερα χέρια που ακουμπούν και θωπεύουν το χθες σα να αγκαλιάζουν παιδιά που γέννησαν οι αιώνες. Αγάλματα που άστραψαν στο φως και κατοικίες θεών που πέρασαν στην παρακμή αφού τους αρνηθήκαμε τη συνέχεια, την αιώνια λατρεία. Πλήρωσαν την σιγουριά τους κι αυτοί σαν κοινοί θνητοί που τιμωρήθηκαν για την έπαρση και το ναρκισσισμό τους.

Άδικο, αλήθεια, να χάνεται ο άνθρωπος, να φθείρεται από το χρόνο και τα δημιουργήματα του να μένουν αιώνια παρακαταθήκη! Κι έπειτα να θάβονται και να κρύβονται από τα αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων. Φαντάσου μια σκαπάνη! Να τους δίνει πάλι την ξεχασμένη τους αίγλη, την αλήθεια τους που γίνεται σωτήρια σανίδα για σένα. Μια σκαπάνη που τους δίνει πάλι ζωή και χρόνο και θέση και υπόσταση και ευκαιρία!

Αυτό είναι η αρχαιολογία! Μια ευκαιρία με μια μηχανή του χρόνου. Ένα πισωγύρισμα στο εντός σου, μια σιγουριά της παρουσίας σου στο τώρα, μια ελπίδα για αθανασία στα δημιουργήματα σου, ένα ταξίδι στο χωροχρόνο αφημένος στα σίγουρα χέρια των προγόνων σου με τα λάθη και τα σωστά τους, μια πλάνη για σωτηρία! 



Κι αν με ρωτήσετε τι προσδοκώ θα σας πω για όλα τα παραπάνω! Περιμένω να δω κι ύστερα να σκύψω μέσα μου και να ανασκάψω το μέσα μου. Να δώσω μια εξήγηση για τους χαρακτήρες των ανθρώπων, να μάθω τι ξέχασα και τι θυμήθηκα, να λυπηθώ για όλους τους θεούς που έγιναν θνητοί κι έχασαν την αθανασία, να θαυμάσω τους ανθρώπους που άνοιξαν δρόμο και δημιούργησαν ιδέες. Σπουδαίες ιδέες και πατήματα! Να δω τα χνάρια της ανθρωπότητας που έφτασαν ως εδώ περνώντας από λαβυρίνθους και κακοτράχαλα μονοπάτια. Να δω το χρόνο που φοβούνται και καλοπιάνουν οι άνθρωποι και να σιγουρευτώ ότι ο θάνατος υπάρχει μόνο στο σώμα και όχι στην ψυχή, στο μυαλό, στις ιδέες, στην έμπνευση. Να παρηγορηθώ που είμαι μικρός μα μπορώ να κάνω σπουδαία πράγματα. Κι εντέλει να υποκλιθώ στο μεγαλείο της φύσης και να ξορκίσω τη λήθη που φέρνει ο χρόνος!