Translate

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Η ΑΘΟΚΟΥΤΑΛΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ




Μου άρεσε κι εμένα να ανακατεύω τη στάχτη. Εκεί στο τζάκι της γιαγιάς. Κι εκείνη με φώναζε «Αθοκουτάλα». Κι ύστερα μου έλεγε εκείνο το παραμύθι που ήταν τρομακτικό για την παιδική ψυχή μου. Στο τέλος άλλαζε τη φωνή της κι έλεγε: «Τις τιμώρησε ο θεός που φάγανε τη μάνα τους.» Κι εγώ σκεφτόμουν πάντα εκείνη τη θεία τιμωρία που προβάλλουν τα παραμύθια και περιμένουμε όλοι στη ζωή μας όταν οι άνθρωποι μας πληγώνουν.

Όταν έμαθα ότι ο Δημήτρης ανεβάζει το παραμύθι δεν ήμουν σίγουρη ότι ήθελα να δω την παράσταση. Μου ξυπνούσε μνήμες. Η γιαγιά έχει ταξιδέψει εδώ και πολλά χρόνια. Όλα έχουν αλλάξει. Εγώ δεν είμαι πια παιδί κι εκείνα που με τρομάζουν δεν έχουν σχέση με τα παραμύθια. Κι έπειτα κατάλαβα πια πως δεν υπάρχει θεία δίκη και εμείς θα πληγωνόμαστε και θα πληγώνουμε πάντα. 

Επέμενε η αδερφή μου. Και πήγα. Έκατσα στην πρώτη σειρά. Ένα τζάκι βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου και μια μεγάλη φωτιά φώτισε τις μνήμες μου. Άκουσα τη γιαγιά να αλλάζει πάλι τη φωνή της, να ανακατεύει τη στάχτη, να διηγείται την ιστορία με εκείνη τη ντοπιολαλιά που πάντα αγαπούσα. Κι έγινα παιδί και τρόμαξα και γέλασα και συγκινήθηκα και αξιώθηκα μια ανάμνηση δυνατή κι αγαπημένη! 



Να πάτε! Θα δείτε μια καταπληκτική παράσταση, θα ακούσετε απόκοσμες μελωδίες, θα θαυμάσετε μια εκπληκτική Αθοκουτάλα με πηγαίο ταλέντο, θα θελήσετε να γνωρίσετε τον ταλαντούχο σκηνοθέτη. Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για εκείνη την αναδρομή στο παρελθόν μου!

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ ΤΙΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΟΥΝΑ







Κυριακάτικο απόγευμα του Μάη. Κυριακάτικο! Όλα τα κλείνει τούτη η λέξη. Τα φασκιώνει σφιχτά, τα τρομάζει, τα σφάζει με το βαμβάκι. Από παιδί η ίδια αίσθηση. Σα να μην έχει αύριο. Βάλσαμο η προσμονή στους ανθρώπους! Αποκούμπι! Δεκανίκι! Σωσίβιο ενώ κολυμπάς στη μέση του ωκεανού και δεν έχεις καμιά σωτηρία. Μα το κυριακάτικο απόγευμα δεν έχει τίποτα από αυτά. 

Η μουσική λυτρώνει. Στρώνει την κακοτραχαλιά του απογευματινού δρόμου. Ο Nick cave τραγουδά “the mercy seat”. Γεμίζει το δωμάτιο μελωδίες. Το βιβλίο του Ρίτσου κρατώ στα χέρια και διαβάζω τη σονάτα. «Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου». 

Οι άνθρωποι αγαπούν. Ο καθένας με τον τρόπο του. Συνωμοτούν για την αγάπη, εγκληματούν στο όνομα της, αλλάζουν ρότα στη ζωή τους, ακρωτηριάζουν όνειρα για χάρη της, μα αγαπούν. Κι εκείνοι οι ανεκπλήρωτοι έρωτες πόσο επικίνδυνοι, Θεέ μου! Ναρκοπέδιο οι δρόμοι που περπατάς σε όλη σου τη ζωή. Κι όσο κι αν προσέχεις, η καρδιά είναι απρόσεκτη και η νάρκη καραδοκεί σε κάθε σου βήμα.

Ίδια η επανάληψη. Κάθε Κυριακή. Ίδιες σκέψεις, τα ίδια και απαράλλακτα συναισθήματα. Με σπασμένα φρένα πώς να κατέβεις την κατηφόρα και να μη γκρεμοτσακιστείς; Η λαχανιασμένη ανάσα στη γενναιόδωρη ζωή! Να κάνεις τάματα μην αλλάξει τίποτα. Να παραμείνουν ίδιες οι ανάσες και οι στιγμές κι ας πληρώσεις το τίμημα. Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες! Πόσο επικίνδυνοι! Να αγαπάς τους ποιητές και να τους βλέπεις μπροστά σου σα ξέφωτο στο δάσος! Να φλυαρούν ακατάπαυστα και να σε γυρνούν πίσω στη μακαριότητα της ανεμελιάς! Πόσο επικίνδυνοι!

Κι η ψυχή βουλιμική να μην αντέχει την ακαταστασία. Η αλτρουιστική σου αδυναμία που πάλι νίκησε και πίστεψε πως θα ζήσει. Κανακεμένη μου μνήμη! Φανατικός, ορκισμένος εχθρός της λήθης! Λες και είναι νόμος να τα θυμάσαι όλα.

Κι ύστερα η κεραζόζα, όπως έλεγε ο παππούς το ουράνιο τόξο, να σου απλώνει τα χρώματα της και να πιστεύεις πως πάντα βγαίνει μετά τη βροχή. Κι αυτός ο Μάης μαχαιριά. Κι ας μη φαίνεται σήμερα το αύριο. Κι ας κρύβεται στα ασύντακτα.

Θα φτιάξω ένα καινούριο βιογραφικό. Μια νέα ζωή ζώσα. Με λένε Μυρτώ και ονειρεύομαι. Μισώ της Κυριακής το απόγευμα και λαχανιάζω όταν φοβάμαι. Με τρομάζει το σκοτάδι και απεχθάνομαι τις φωτεινές λεζάντες. Αγαπώ τη μυρωδιά της κανέλας και του βασιλικού. Ερμηνεύω αυτούς που αγαπώ και τους αφιερώνω τραγούδια. Έχω καταλάβει πως στη ζωή έχουμε άνισες ευκαιρίες και το αποδέχομαι.



Να με συμπαθάτε μα είναι Κυριακής απόγευμα βροχερό…

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ




Αθυρόστομη πάντα αλλά με μεγάλες αλήθειες. Την εμπιστευόμουν απόλυτα. Την ακολουθούσα τυφλά. Αφουγκραζόμουν κάθε λέξη, κάθε ανάσα της. Ξέπνοη πήγαινε πέρα – δώθε σα βαρκούλα που τη νανουρίζουν τα κύματα. Φωτισμένη φιγούρα που έζησε με σκοτεινιασμένους και φοβισμένους ανθρώπους. Δειλούς τους έλεγε. Κι εγώ διαφωνούσα γιατί στους φοβισμένους δεν έχεις να καταλογίσεις ευθύνες. Εκείνη σήκωνε και τις πέτρες από τις φωνές. «Οι φοβισμένοι είναι και δειλοί. Μην τους δικαιολογείς. Ανθρωπάκια που δεν έμαθαν να διεκδικούν ούτε ένα κομμάτι ζωής. Ούτε μια πρεμιέρα δεν ονειρεύτηκαν. Μια ζωή στα παρασκήνια να σπρώχνουν τους άλλους να καθαρίσουν γι’ αυτούς».

Δεν έφερνα αντίρρηση. Θα είχε τους λόγους της. Την έβλεπα έτσι ανταριασμένη και σεβόμουν το μέσα της, την ανάγκη της να κατακεραυνώσει τους δειλούς που πάντα την έβγαζαν καθαρή, που πάντα ήξεραν να ξεφεύγουν και να ρίχνουν τις ευθύνες στους άλλους. Άνθρωποι και ανθρωπάκια. 

Μου πήρε χρόνια να τους αναγνωρίσω. Κι ακόμα ξεγελιέμαι καμιά φορά. Είναι τα «θα» που λένε, μεγαλόστομα και ρητορικά. Είναι οι υποσχέσεις που δεν τηρούνται ποτέ, λες και παθαίνουν αμνησία μόλις ξεστομίσουν τις λέξεις. Είναι που χάνονται ύπουλα και μουλωχτά ενώ ήρθαν με τυμπανοκρουσίες και βεγγαλικά. Είναι που δε θα δώσουν ποτέ εξηγήσεις για το φευγιό και την εξαφάνιση τους. Είναι που δεν άκουσαν ποτέ τους δικούς σου φόβους, τις δικές σου ανάγκες, τα δικά σου θέλω. Προβλέψιμοι και βαρετοί. Να μην ξέρουν τι θα πει συναισθηματική ευθύνη, ενσυναίσθηση, συναισθηματική ωριμότητα. Να μπαίνουν και να βγαίνουν στη ζωή σου με αναίδεια και θράσος και να σε κάνουν να πιστεύεις ότι φταις. Να σου ρουφούν την ενέργεια και να σου παίρνουν την καλύτερη αναπνοή σου, την πιο βαθιά, την πιο δυνατή. Να θέλουν επιβεβαίωση και εσύ να τη δίνεις μαζί με το πιο όμορφο κομμάτι της ψυχής σου. Να την κάνεις δώρο κι εκείνοι να την απλώνουν χαλάκι στο πάτωμα και να σκουπίζουν τα βρώμικα παπούτσια τους. Να αρρωσταίνεις από τη δική τους παράνοια, το δικό τους εσωτερικό μπέρδεμα, την ανειλικρίνεια και το ναρκισσισμό τους. 

Πόσο δίκιο είχες καημένη Ιωάννα! Κομπάρσοι ήταν πάντα κι εμείς τους θεωρούσαμε πρωταγωνιστές. Προβλέψιμοι άνθρωποι! Ούτε μια φορά δε θα σε ξαφνιάσουν. Ούτε μια φορά δε θα βγουν μπροστά να σε υπερασπιστούν. Κι η ζωή τους όμορφα σκηνοθετημένη από τους αρχηγούς τους. Έχουν κι από αυτούς! Εκεί σκύβουν κεφάλι και τα τακτοποιούν όλα. 

Τη συνάντησα σήμερα. Αθυρόστομη πάντα. Έλεγε πάλι για όλους αυτούς. «Μια μέρα θα σου πω τις ιστορίες μου και θα καταλάβεις. Όλοι αυτοί με έκαναν θυμωμένο άνθρωπο.» Κι ήθελα να της πω ότι εγώ τώρα πια γελάω με όλους αυτούς. Δε θυμώνω. Έμαθα να μην τους πιστεύω. Μέσα σε ένα βράδυ άλλαξε το κεφάλι μου. Πήρε στροφή. Μόνο γελάω. Δε θλίβομαι. Κι αν έδωσαν και καμιά υπόσχεση, θα ήταν άνοιξη και νόμισαν πως θα γίνουν πιστευτοί. Κι ήταν από εκείνες τις υποσχέσεις που έκρυβαν μια υπόθεση, ένα «αν». Κι αυτό το αναθεματισμένο δεν οδηγεί ποτέ σε βέβαια συμπεράσματα…



Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΦΥΣΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ*




ΗΡΑΚΛΕΙΟ 11/9/2015

Είπα να σου γράψω τώρα που μίκρυναν οι μέρες σαν τις ζωές μας. Έτσι νιώθω κάθε φθινόπωρο και τα καλοκαίρια πάλι δίνω παράταση ζωής, αναβολές, νέες διορίες και ξεκούρδιστα ρολόγια. Ξέρεις πόσο μισώ το τικ τακ! Θα το θυμάσαι. Μου δημιουργούσε πάντα την αίσθηση του προσωρινού. Κι εγώ ήθελα να είσαι εκεί καθισμένος μόνιμα. Να μη μιλάμε. Να χανόμαστε στις σιωπές με εκείνη τη μακαριότητα του άχρονου χρόνου. Να χαμογελάμε μονάχα, σα παιδιά που κρύβονται κάτω από το τραπέζι κρατώντας το βάζο με το γλυκό.

Σου γράφω για να σου πω ότι στο μπάνιο έχω κρεμασμένες καθαρές πετσέτες και στο κομοδίνο από τη μεριά σου βάζω κάθε βράδυ ένα ποτήρι φρέσκο νερό. Έχει ο καθένας τη θέση του στη ζωή. Κάθε μεσημέρι στρώνω τραπέζι, βάζω δυο ποτήρια κοκκινέλι, ένα ματσάκι βασιλικό για να μοσχοβολά η μέρα αγάπη και σε περιμένω. Ο έρωτας είναι σαν τις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες μέρες που σε γεμίζουν χαρά. Τις εύχεσαι, τις επιθυμείς, τις αναζητάς. Ήθελα να σου πω ότι ξέμαθα να είμαι μονάχη και τώρα αποκαρδιώθηκα. Συνήθισα να με κουβαλάς στα χέρια κι εγώ να σου δείχνω τα χνάρια για χάρτη και οδηγό. Έβαζα ρόδες στην καρδιά κι εκείνη ξεκινούσε τη διαδρομή ατίθαση, ανυπότακτη και επαναστάτρια. Το φευγιό δε μαζεύεται όταν το μάθεις! Και τα χρώματα. Και αυτά όταν τα βάλεις στη ζωή σου πληθαίνουν οι ώρες και σταματά το τικ τακ! Τώρα η καρδιά μου έγινε σα κόκκινo πανί, παντιέρα επανάστασης και πορείας σε δρόμους με κόσμο που κυνηγούν όνειρα και ουτοπίες. Σάλεψε το βλέμμα μου και σε βλέπει κι εσένα μέσα σε όλους αυτούς. Είναι που βλέπω και το χρόνο μπροστά μου να εκρήγνυται και δεν ξέρω πια αν είναι χθες ή αν ήρθε το αύριο. 

Τώρα που σου γράφω σηκώθηκε αέρας. Έτσι ξαφνικά. Ανεμοστρόβιλος θα είναι. Θυμάσαι που σου έλεγα τότε πως αγαπώ τους αέρηδες; Έβγαινα έξω, άπλωνα τα χέρια κι έκανα ότι πετάω. Μεγάλο ζόρι το πέταγμα! Θέλει φτερά ζυγιασμένα. Τα δικά μου ήταν σπασμένα συνήθως. Μόνιμα στο γύψο. Δεν προλάβαιναν να γίνουν καλά και ήταν ξανά μπαταρισμένα. Φταίει που ήθελα να ανεβαίνω ψηλά κι ας με προειδοποιούσατε όλοι. Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι! Όπως τότε που αγαπούσα τους πειρατές κι έπινα ρούμι. Μόνο ρούμι! Μέχρι που μέθυσα σ’ εκείνο το μπαράκι το καταγώγιο και δεν το ξανάβαλα στο στόμα μου. Τους αγαπούσα τους κοκκινογένηδες χωρίς το ρούμι τους πια. Κι εσύ γελούσες. Πόσο γελούσες! Μόνο γελούσες! Και γελούσα κι εγώ με τα καμώματα και τις παιδιάστικες ανοησίες μου. 

Το ξέρω πως φυσάει κόντρα. Και τα σκοινιά λύθηκαν κι εμείς δεν είμαστε πια παιδιά κι οι πειρατές έμειναν άνεργοι και τα παραμύθια δεν έχουν αληθινά ευτυχισμένο τέλος. Και θα μεγαλώσουμε κι άλλο και τα πρέπει μας θα είναι κι αυτά πιο μεγάλα και θα κουμαντάρουν την καρδιά και θα γίνονται τεράστια και θα πνίγουν την ψευδαίσθηση. Κι εκείνη θα χαθεί για πάντα γιατί δε θα έχει ποτέ τις αντοχές να λογαριαστεί με τις ψυχές των ανθρώπων. 

Όλα τα ξέρω και όλα τα λογαριάζω, εγώ η ονειροπαρμένη. Δεν έχω άλλο εφόδιο. Την νιώθω την αλήθεια στο πετσί μου. Φτάνει μέχρι το μεδούλι. Και τη μισώ τη ζωή με τις αλήθειες της γιατί τις περισσότερες φορές είναι άδικη και μίζερη και ψεύτρα. Κάλπικη σαν τα νομίσματα που είχα κάποτε φυλαγμένα και κοκορευόμουνα πως ήταν αληθινά. 

Σου γράφω για να σου πω ότι στο κομοδίνο έχει ένα ποτήρι φρέσκο νερό αν διψάσεις. Μη σηκωθείς πάλι μέσα στη νύχτα και τρέξεις έξω στην αυλή για να ξεδιψάσεις με τη βροχή. Εκείνη είναι μονάχα για να ξεπλένει τις μνήμες και να καθαρίζει τις κακοφορμισμένες πληγές. Μόνο που δεν τα καταφέρνει πάντα….



*Ο τίτλος δανεικός από τους active member

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

MIA AΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΟΥ




Βρέθηκε εκεί ένα απόγευμα τη στιγμή της δύσης. Θυμήθηκε πως κάποτε πίστευε πως αυτό το χρώμα πρέπει να έχει ο θάνατος. Πορφυρό, άλικο, βαθύ σαν αίμα. Από εκείνο το βράχο έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη. Η μνήμη με τους μικρούς θανάτους. Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο». Γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Φαντάσου να είσαι 25 και να θες να πεθάνεις. Το λες και αχαριστία.

Τη βρήκα να κάθεται στα σκαλιά. Έμεινα εκεί να κοιτώ το ανέκφραστο πρόσωπο της. Κι ύστερα την είδα να κλαίει και να κραυγάζει με θυμό για όλα. Ένα ποτάμι μανιασμένο, εγκλωβισμένο στις όχθες. Έρχεται για όλους η στιγμή για το μπαμ! Τη φαντάστηκα παιδί να ονειρεύεται, να ελπίζει, να ερωτεύεται, να πιστεύει. Κι έπειτα την είδα νέα γυναίκα να απελπίζεται, να πορεύεται με προδοσίες, με πικραμένες κουβέντες, με ακαταλαβίστικες ιδέες, με μοναχικούς δρόμους. Άτιμη μοναξιά! Εκείνη της ψυχής που είσαι ομάδι και πάλι δεν έχεις νερό. Η άνυδρη μοναξιά. 

Φαντάσου να βλέπεις τη ζωή σου να προβάλλεται σε ένα βράχο. Και η δική σου περπατησιά να φαίνεται παράταιρη και λίγη. Να περνά η ζωή και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και να γλιστρά περήφανη και να σε αφήνει πίσω. Να φτάνει στο τέρμα κι εσύ να περιμένεις το σήμα ακόμα στην αφετηρία. Να μην προφταίνεις και να παραδίνεσαι. Να μην καταλαβαίνεις που έκανες λάθος κι έχασες τους σημαντικούς σου. Τους φίλους που λάκισαν, τους έρωτες που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, τα ταξίδια που δεν έκανες γιατί δεν ήξερες πια που να πας, όλα αυτά που κάποιοι σκέφτηκαν για σένα και ποτέ δεν ξεστόμισαν.

Την είδα να στέκει μπροστά στο βράχο, να κοιτά τη θάλασσα και νιώθει λίγη. Να ζει με το παράπονο για όλα όσα ονειρεύτηκε και ποτέ δεν ήρθαν. Να ματώνει για όσους δεν πίστεψαν ποτέ σ’ αυτήν. Και ήθελα να της φωνάξω πως πρώτα πρέπει να πιστέψεις εσύ στην καρδιά σου, στο μυαλό σου, στα χέρια σου για να πιστέψουν και οι άλλοι. 

Την είδα να αγκαλιάζει τον εαυτό της. Να ανοίγει τα χέρια της σα φτερούγες και να προστατεύει το στήθος της, το μέρος της καρδιάς. Και γύρω να σκάνε σα πυροτεχνήματα όλα τα όχι που άκουσε, τα αντίο, τα «τέλος». Την είδα να πέφτει στα γόνατα και να πονά για τις αναβολές, τις καθυστερήσεις, τις ανασφάλειες. Να φτύνει το θυμό, να τον κάνει κραυγή κι έπειτα να τραγουδά δυνατά κλείνοντας τα αυτιά για να μην ακούσει κι άλλα…



Δεν της είπα τίποτα. Tην άφησα εκεί μόνη ελπίζοντας να ξαναβρεί τον εαυτό της και να ξεχάσει το παράπονο για όλα τα χαμένα με μια ελπίδα πως όλα θέλουν το χρόνο τους να γίνουν κερδισμένα. Την άφησα εκεί να φτύσει το θυμό και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, να αγκαλιάσει τον εαυτό της και να του δώσει το πιο γλυκό, το πιο δυνατό, το πιο όμορφο φιλί. Γιατί η ζωή έχει τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες μα έχει και κάτι αγάπες σα πυροτεχνήματα…

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Η ΣΤΙΓΜΗ ΣΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΟΥ





Οι σκέψεις μου δεν έχουν αιτία. Γίνονται λέξεις κι ύστερα χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Κανείς δεν ακούει!

Έχεις δει τη θάλασσα να απλώνεται και να μην τελειώνει πουθενά; Έχεις δει το χρώμα που βάφονται τα συναισθήματα όταν πλαγιάζουν και σου ψιθυρίζουν ακατάλυπτες κουβέντες;

Μέσα στην ησυχία της νύχτας μοιράζομαι τις σκέψεις μου γιατί δεν τις αντέχω. Μου αλλάζουν τα σχέδια, τα σχεδιαγράμματα, τις φωτεινές επιγραφές μου. Άμαθη και ανήμπορη υποτάσσομαι στις στιγμές. Να νικήσουμε το χρόνο, να κερδίσουμε την ανηφοριά, να φτάσουμε μέχρι την κορυφή του βουνού να υποδεχτούμε….τί; Δε θυμάμαι. Η μνήμη χάνεται στο σούρουπο.

Έχει η ζωή κάτι αναλαμπές που κρατάνε λίγο! Σπίθες πετά και τραβά και ξεγελιόμαστε. Περπατάμε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά πως όλα αυτά που μαγεύουν αλλά και βασανίζουν τέλειωσαν για εμάς. Η βεβαιότητα της ασφάλειας ή η ασφάλεια της βεβαιότητας;;;; Κι ύστερα ο θεός γελά που κάναμε σχέδια!

Οι άνθρωποι χορεύουν επάνω στο λόγο, επάνω στις κουβέντες κι επάνω στις καρδιές με μια απελπισία ως την απελπισία, ως το χρόνο που δε λυπάται.

Δυο άνθρωποι μιλούν την ίδια γλώσσα. Σαν από θαύμα βγαίνουν οι λέξεις αβίαστα, κομψά και στημένα. Κι όμως καταλαβαίνουν διαφορετικά πράγματα. Κι ύστερα οι λέξεις γίνονται νεκρές εικόνες, αναποδογυρισμένες όψεις, κιτρινισμένα χρώματα, άγνωστες εικόνες που έχασε το μυαλό. Ο φόβος μας κυνηγά και μας αναγκάζει σε ένα ατέλειωτο τρέξιμο χωρίς σκοπό.

Ποιο είναι το όνομα σου; Γιατί να θέλω να σε γνωρίσω; Όλα εδώ ξανά: το πάντα, το τίποτα, το ποτέ, το μηδέν…. Είμαστε μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Περπατάμε αργά κουβαλώντας σκιές που νομίζαμε ξεχασμένες, αποτυπώματα του χθες, άγραφες συμφωνίες με τον εαυτό μας.

Πώς να κρατήσω το νου ήσυχο; Όλο φεύγει, όλο επιστρέφει κι όλο ρωτά! Ένα κράτημα η ψυχή μου. Κι η ανάσα αποσταμένη, απορημένη. Όλα τα δέχομαι! Κι ο νους παίρνει πάλι τους δρόμους! Αληταριό γίνεται και δε μαζεύεται.

Μια θλίψη σεργιανά με μια λουλουδιασμένη φορεσιά και σκοτεινιάζει κι ούτε μια ακτίδα δε στολίζει τις σκέψεις. Φεύγουμε κι οι δρόμοι είναι άδειοι. Κλειστά παράθυρα και σφραγισμένες πόρτες. Ασυνάρτητες εικόνες, λόγια, σκέψεις.

Οι σκέψεις μου δεν έχουν αιτία! Έχουν μόνο ανάγκη σαν και τις δικές σου. Χωρίς προσωπείο. Να βρεθούμε μαζί να ανηφορίσουμε και να μην πούμε τίποτα γιατί «πάντα πίστευα ότι η σιωπή κρύβει μια ανταποδοτική αγάπη
κι η συνεχής φλυαρία την αναζήτηση της»(Τέλλος Φίλης).



Υ.Γ «πάντα πίστευα ότι η σιωπή κρύβει μια ανταποδοτική αγάπη
κι η συνεχής φλυαρία την αναζήτηση της»(Τέλλος Φίλης). Με αφορμή το σχόλιο του που διάβασα σήμερα το πρωί…

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ





Εδώ και μια εβδομάδα κρατάω την αναπνοή μου. Είμαι φειδωλή στον αέρα που αναπνέω. Σκέφτομαι πως θα μου χρειαστεί αργότερα. Ξυπνάω και κοιμάμαι κρατώντας από το χέρι τις αγωνίες και τους φόβους μου. Μιλώ για ανθρώπους πεινασμένους, άρρωστους, απογοητευμένους, άνεργους και με αποκαλούν γραφική, συναισθηματική, ονειροπαρμένη. Κουσούρι που είχα από παιδί. Πορεύτηκα μέσα στη ζωή με ένα παράπονο και ένα αναπάντητο γιατί. Κι έφτασα τώρα εδώ, στη μέση της ζωής μου, κουβαλώντας πάλι μια αγωνία κι ένα σταυρό στο χέρι. Αυτό μου δίδαξαν.
Χθες το βράδυ γνώρισα μια κυρία που ετοιμάζεται να μεταναστεύσει για Αμερική. Άνεργος ο σύζυγος τα τελευταία χρόνια, δυο παιδιά που σπουδάζουν κι εκείνη να καθαρίζει σπίτια. "Μην παραιτηθείτε. Η ζωή έχει μόνο αγώνα. Ο Τσίπρας δεν είναι θεός αλλά είναι έντιμος. Και δεν υπάρχει πιο σημαντικό πράγμα από την εντιμότητα."
Χθες βράδυ πήρα μια ανάσα εγώ η γραφική, ρομαντική, συναισθηματική, ονειροπαρμένη. Και καταλάβα πως "Όλα είναι δρόμος. Δεν είσαι μόνος".
Έδωσα ραντεβού στη ζωή που 40 χρόνια ονειρεύομαι. Ήρθε η ώρα να τη συναντήσω!!!!!

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ο ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ




Παλιά συνήθεια. Σχεδόν παράδοση. Κάθε Κυριακή απόγευμα ανοίγω τα τεφτέρια και κάνω τους «μπακαλίστικους» υπολογισμούς μου. «Παραπονιάρα», έλεγε ο μπάρμπα Γιάννης, «να μετράς τι έδωσες και όχι τι πήρες. Στο δόσιμο, στο ξόδεμα μετριέται η αντοχή του ανθρώπου. Το βράδυ της Κυριακής που θα ξαπλώνεις να κάνεις το σταυρό σου και να μπορείς να λες: Δόξα τω θεώ, καλά πήγε το αλισβερίσι κι αυτή την εβδομάδα. Έδωσα το περισσευούμενο μου. Και μέχρι εκεί». Παιδί ήμουν τότε και δεν καταλάβαινα. Και τώρα που μεγάλωσα ακόμα το παλεύω να μη με πνίξει κανένα παράπονο κάθε Κυριακής δύση. 

Η Ελλάδα στα δυο χωρισμένη και ο μπάρμπα Γιάννης ταξιδευτής εδώ και χρόνια. Οι μισοί λένε να μείνουμε και οι άλλοι να φύγουμε. Πού να μείνουμε και πού να πάμε; Από παιδί όλο ήθελα να φεύγω και τελικά, πουθενά δεν πήγαινα. Με έπιανε ο εγωισμός πως εγώ θα τα κάνω καλύτερα και πάντα έμενα. Ετοίμαζα τη βαλίτσα κι ύστερα άλλαζα γνώμη και την έβαζα στο πατάρι. Πουθενά δεν πήγα. Δεν την άλλαζα τη θάλασσα με τίποτα. Κι ας την φοβόμουν όταν αγρίευε και λυσομανούσε. Πουθενά δεν πήγα και τίποτα δεν άλλαξα. Κάτι στραβά ίσιωσα μα όλα τα άλλα έμειναν ίδια. Ολόστραβα και ζερβά σαν τους δρόμους που αγαπούσα. 

Πως τα φέρνει όμως, η πουτάνα η ζωή! Καθυστερημένα και ανώφελα. Ετεροχρονισμένα σου φορτώνονται στην πλάτη. Και είναι αργά. Κι έχεις κουραστεί. Δε σε έβλεπε κι αυτή τόσο καιρό που σερνόσουν σα κουφάρι; Τώρα που βρήκες το σώμα σου τι να το κάνεις το άλλο; Μια φορά, μωρέ, να έρχονταν όλα στην ώρα τους και τι στον κόσμο! Δε βαριέσαι. Θα τον βρούμε το λόγο. Θα έχουμε να λέμε πολλές ιστορίες ματαίωσης και αναβολής. Νομίζεις πως και οι άλλοι που τα ‘χουν όλα στρωμένα και στην ώρα τους είναι πιο ευτυχισμένοι; Στην πλάνη τους ζουν.

Όταν βαριέμαι πάω στη στάση των λεωφορείων. Κάθομαι στο παγκάκι και μετρώ. Όταν φτάσω μέχρι το εκατό μπαίνω στο λεωφορείο που περνά εκείνη την ώρα, την ώρα του εκατό, και ταξιδεύω. Σε μια από αυτές τις τυχαίες, παλαβές διαδρομές μου γνώρισα και τη Φωφώ την κομμώτρια. Κατέφθασε φορτωμένη με τσάντες, φορώντας ένα πλεκτό ροζ φόρεμα και στηριζόμενη σε δυο δωδεκάποντους κοθόρνους. Είχε στα χείλη κραγιόν και ρουζ στα μάγουλα. Σίγουρη ότι η Φωφώ είχε δραπετεύσει από άλλη εποχή και βρέθηκε ξέμπρακη σ’ αυτήν, της παραχώρησα τη θέση μου. Πληθωρική, γελαστή, λαλίστατη, καλοσυνάτη. Ήταν από τα «μέσα χωριά». «Είμαι η Φωφώ, το κομμωτριάκι. Κλείνω τα 76 σε ένα μήνα. Είχα κομμωτήριο παλιά στη Βίγλα. Όλοι με ξέρουν. Άνοιγα το πρωί το μαγαζί, έβαζα την κασέτα του Μουντάκη και πριν ξεκινήσω τη δουλειά, έπιανα τους πελάτες και ρίχναμε ένα συρτό για να πάει καλά η μέρα. Κι ύστερα ήμουν έτοιμη να τους ομορφύνω όλους, άντρες και γυναίκες. Το βλέπεις το φόρεμα; Μόνη μου τα πλέκω. Το ‘κανα ροζ σαν τη ζωή. Δεν είναι η ρουφιάνα μήτε άσπρη, μήτε κόκκινη που θα την ήθελα. Ροζ μου βγήκε η δικιά μου. Ξεθωριασμένη. Αυτή μου έτυχε κι αυτή κράτησα. Δεν γκρίνιαξα ποτέ. Μόνο μια φορά. Θα σου πω πότε». Η Φωφώ είχε λευκό πρόσωπο σα στραπατσαρισμένο χαρτί και ροζ ζωή. Μπήκαμε μαζί στο λεωφορείο και της παραχώρησα τη θέση στο παράθυρο. Μοσχοβολούσε αγάπη, ζωή, γιασεμί. Μα μύριζε και μοναξιά. Και στους μοναχικούς δε λέω ποτέ όχι! 

Βολεύτηκε στο κάθισμα, έβαλε λίγο κόκκινο κραγιόν για τη χλωμάδα, έβγαλε ένα μαντήλι λευκό από την τσάντα και συνέχισε. « Πηγαίνω στο χωριό, στο πατρικό μου. Δε θέλω να το αφήσω να ρημάξει. Θα σκουπίσω τις αυλές, θα τις πλύνω με νερό και θα αερίσω το σπίτι. Αν με «καλορωτήξεις», θαρρώ πως ακόμα ζουν οι γονείς μου εκεί και θέλω να τους το κρατώ καθαρό. Η ζωή μου, που λες είναι ροζ. Για κόκκινη ξεκίνησε αλλά έπρεπε να είχα γεννηθεί δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Εκείνος ήταν τριάντα κι εγώ σαράντα πέντε. Πολύ αγαπηθήκαμε. Πέντε χρόνια μαζί. Ήθελε να με παντρευτεί αλλά ήταν αργά για να του χαρίσω ένα παιδί και δεν ήθελα να του το στερήσω. Του είπα να φύγει. Αρρώστησε αυτός, αρρώστησα κι εγώ. Τον είδα σήμερα λίγο πριν έρθω στη στάση. Μου είπε πως του ‘κανα κακό. Εγώ πάλι λέω πως έκανα το σωστό. Τώρα έχει δυο παιδιά». 

Έκλαιγε η Φωφώ το κομμωτριάκι και μου κρατούσε το χέρι. Εβδομήντα έξι χρόνια κλεισμένα στα δυο ρυτιδιασμένα της χέρια, απλωμένα σα ρουζ στα τσαλακωμένα μάγουλα της να με εκλιπαρούν να πω ότι έκανε το σωστό και όχι το λάθος. Κι εγώ ήθελα απλά να τη διαβεβαιώσω πως μπήκα στο σωστό λεωφορείο, τη στιγμή εκατό και γνώρισα τον πιο όμορφο άνθρωπο, με το πιο ξεθωριασμένο φουστάνι και την πιο λαμπερή καρδιά. Την άφησα να κλάψει όσο τραβούσε η καρδιά της για το Γιώργη που ήταν δεκαπέντε χρόνια μικρότερος και αρρώστησε όταν έχασε τη Φωφώ το κομμωτριάκι. 

Τη θυμήθηκα στον απολογισμό της εβδομάδας. Μου ‘ρθε στου νου η τελευταία της κουβέντα λίγο πριν με αποχαιρετήσει: «Ο έρωτας μπορεί να σε ζήσει αλλά και να σε αρρωστήσει. Είναι ύπουλος. Αλλά και πάλι τούτηνε είναι η πραγματική ζωή. Κι όταν κλείσω τα μάτια μου θα ‘χω να θυμούμαι το Γιώργη και θα βλαστημώ που δε γεννήθηκα λίγο αργότερα».



Κι άφησα κι αυτή τη βδομάδα «ολόστραβη» τη ζωή μου για να ξέρω που βαδίζω. Στα τυφλά…

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

ΕΝΑ ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΩ




Οι επιθυμίες είναι σαν το οξυγόνο. Και τις αφήνεις πίσω να σε περιμένουν να ξαναγυρίσεις. Ανασαίνεις και φουσκώνεις σα μπαλόνι το στομάχι. Φυλάς τον αέρα για αργότερα, όταν θα λιγοστεύει από τα παράπονα και τις λύπες. 

Οι επιθυμίες είναι σαν «κορίτσια της συγνώμης». Πάντα θα περιμένουν μια δικαίωση, μια ανταπόδοση. Έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή. Κι ας είναι μικρή, θυμωμένη, άδικη, στραπατσαρισμένη. Ζητούν μερίδιο, φορούν κόκκινο κραγιόν κι έχουν φιλήδονα χείλη. Για μια επιθυμία ζούμε. Αν μπορείς ας κάνεις κι αλλιώς. 

Έτρεχε εκείνο το βράδυ. Ο αέρας της ταχύτητας παραμόρφωνε το πρόσωπο του, αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά του, αγρίευε την ήμερη μορφή του. Η ζωή του στρωμένη. Δουλειά, γκόμενα, φίλους, παρέες, ταξίδια, ταχύτητα. Πατημένο γκάζι σε όλα. Το φρένο ανύπαρκτο. Έτσι ήταν από παιδί. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται εκεί γύρω στα εννιά. 

Δε θυμάται πως έγινε. Είχε ένα παράθυρο πάντα ανοιχτό στο μυαλό του. Από εκεί το έσκαγαν οι φόβοι και οι φυλακές γέμιζαν λουλούδια και χρώματα. Ήταν άτρωτος. Άμα ζωγραφίσεις τα κελιά δε φοβάσαι ούτε το θάνατο. Σε μια στροφή ένα φως του ‘κλεισε το παράθυρο. Φως δυνατό να πέφτει πάνω σου κι εσύ να νιώθεις τυφλός. Έκλεισε τα μάτια κι αποκοιμήθηκε σαν ένοχος που αθωώθηκε και διεκδίκησε μερίδιο στη ζωή. Κι είδε όνειρο πως ήταν παιδί και ισορροπούσε στην άκρη ενός γκρεμού, χωρίς φτερά, χωρίς σκοινιά, χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Κι ύστερα άκουγε φωνές και μια σειρήνα τρομακτική, κι έκλεισε και τα αυτιά του. Κ ι έτσι με δυο αισθήσεις απομονωμένες και ράθυμες μύρισε το αίμα και το θάνατο που μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο. Άρχισε να φοβάται τα κύματα που έσκαγαν στην ακτή κι αγρίευαν και λυσσομανούσαν σα να ήταν Δεκέμβρης μήνας.

Από ‘κει και πέρα δε θυμάται τίποτα. Δυο μήνες αγωνιούσαν οι άλλοι. Εκείνος δεν είχε ακόμα αποφασίσει τι σχήμα θα πάρει. Αναποφάσιστος ακόμα και στο θάνατο. Κι έζησε με μια απώλεια. Ένα στήριγμα χαμένο από το μηρό. Δυο τρίτα ακόμα της ζωής αποκούμπι σε ένα δεκανίκι. Δεν παραπονέθηκε. Ισορρόπησε στα δυο χέρια και πορεύτηκε σαν τους πειρατές που έχασαν μια μάχη μα όχι και τον πόλεμο. 

Κι ένα βράδυ ζαλισμένος από το κρασί εξομολογήθηκε την ανάγκη του να χορέψει ένα ζεϊμπέκικο πριν πεθάνει. Σηκώθηκε πάνω, πέταξε το δεκανίκι κι αγκάλιασε τον εαυτό του. Έμεινε εκεί αρκετή ώρα πασχίζοντας να βρει το ρυθμό, να νιώσει την κάθαρση σα θεατής αρχαίας τραγωδίας. Με ένα στήριγμα και δυο φτερά χόρεψε το πιο όμορφο ζεϊμπέκικο που είδα ποτέ. Με ένα τσιγάρο στο στόμα να θυμιάζει τη ζωή που έφυγε κι εκείνη τη νέα που ήρθε. Να λιώνει στη φλόγα του και να κρατεί στα μάτια τις ομορφιές, κουτσουρεμένες και ακέραιες. Οι επιθυμίες είναι το οξυγόνο. Αυτές κινούν τα σκοινιά κι εμείς μαριονέτες που υπακούμε και υποτασσόμαστε στη ζωή με μια βαθιά υπόκλιση που μας χαρίστηκε με τους δικούς της όρους.



Ήταν ο πιο όμορφος χορός που είδα και η πιο αντρίκια όψη της ζωής. Και δε φαινόταν ούτε ένα ακρωτηριασμένο βήμα…

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΑΣ ΑΝΟΙΞΗΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ




Την είδα σε μια φωτογραφία. Χαμογελαστή και ήρεμη. Σίγουρη για τον εαυτό της. Ευτυχισμένη για τα γεννήματα της. Και λούφαξα σε μια ακρούλα για όλο το υπόλοιπο της μέρας. Μάζεψα την αντοχή μου που σερνόταν στο πάτωμα και άνοιξα το χρονοντούλαπο να φυλάξω ό,τι δεν κατόρθωσα να κλέψω: Την αιτία της ευτυχίας της που τόλμησα κάποτε, χωρίς να ξέρω, να επιθυμήσω... Εσένα σου στέλνω φιλιά και ξερά κίτρινα φύλλα για να 'χεις τα φθινόπωρα της ζωής πλάι στα χαμογελαστά σου πρόσωπα!





-Πού θα πάει αυτή η βαλίτσα;

- Όπου θέλει, αρκεί μόνο να γεμίσει...



Από εκείνες τις βραδιές που οι γυναικοπαρέες γράφουν ιστορίες! Στοιβαγμένες σε ένα αμάξι κατά την επιστροφή, με αφορμή ένα υπέροχο αφιέρωμα σε ένα μεγάλο χορευτή, μαθαίνεις πως τόσο απλά γνωρίζονται οι άνθρωποι: με γέλιο, συγκίνηση και προσωπικές ιστορίες. Κι ύστερα μου λες πως μεγαλώσαμε. Ο χρόνος είναι σκιάχτρο. Αν το φοβηθείς θα μεγαλώσεις. Αν του χαμογελάσεις θα ζήσεις!



Όταν είσαι σαράντα και οι 18χρονες μαθήτριες σου σε αποκαλούν "Κλειούλα", τότε ο χρόνος είναι μεγάλη απάτη και δεν έχει καμία θέση στις σχέσεις των ανθρώπων...



Είναι που με ξεγέλασες πως θα ήσουν εκεί κι έκανα τη βουτιά. Και δε βρήκα ούτε μια μικρή χαραμάδα να πιαστώ όταν κατάλαβα την απάτη της αγάπης..



Σαν τις αγκαλιές τίποτα. Φτερούγες ανοιχτές, έτοιμες για επικίνδυνες πτήσεις. Κι ούτε μια στιγμή να μη φοβάσαι το θάνατο...





"Γράφοντας διαρκώ περισσότερο.

Μέσα στο χειμώνα παρατείνω την πυρακτωμένη μορφή 

του πριν κατάμαυρου κάρβουνου." Γιώργος Βολουδάκης

Γιατί έπρεπε να βρω μιαν απάντηση στην ερώτηση που με βασανίζει εδώ και πολύ καιρό....



Εγώ τις φυλακές μου τις κάνω πολύχρωμες για να νομίζω πως είναι λούνα - παρκ και να ποντάρω στο παιχνίδι...



Είναι που τα πλοία τις καλοκαιρινές νύχτες μοιάζουν με φωτάκια στον ορίζοντα που βεγγερίζουν. Κι εσύ λείπεις...



Καθίσαμε δίπλα. Δεν κοιταζόμασταν. Μου είπε εκείνο το συγνώμη που ήταν σε αναμονή χρόνια. Δεν το ήθελα πια μα το δέχτηκα. Τον είχα ήδη συγχωρήσει. Τον είχα κατανοήσει. Οι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουμε το σίγουρο τόσο εύκολα. Ο καθένας φτάνει όπου μπορεί. Πότε - πότε έσκαγε κι ένα κύμα πάνω στην προβλήτα. Ξέπλενε τη σκόνη, καθάριζε την αντάρα, έδινε καθαρό χώρο στο χθες, ψύχραιμη ματιά. Κάποιες φορές αγαπάς κι από απόσταση. Κάποιες φορές αγαπάς και μέσα στα χρόνια με την ίδια ένταση. Έκλεισα τα μάτια. Είδα τις αναμονές μου, τις απώλειες, τις αγωνίες. Άρχισα να χαμογελώ. Ήταν όλα τόσο μακρινά ...

Το ξυπνητήρι μου τα ανατρέπει όλα. Γιατί ποτέ στα όνειρα μας δε βλέπουμε ξεκάθαρα τα πρόσωπα; Από το πρωί παλεύω να θυμηθώ τα μάτια του. Δεν έχω κρατήσει ούτε μια φωτογραφία. Και σκέψου πως κάποτε είχα τόσο καλή μνήμη...



O φόβος. Οι φόβοι. Επισκέπτες της νύχτας. Απρόσκλητοι. Ανερμάτιστοι. Αγωνιώδεις. Πιο πάνω αυτοί. Πιο λίγο εσύ. Ήχοι βουβοί που σε πνίγουν. Στο λίγο σου. Στο λίγο τους αντίπαλοι κερδισμένοι με το φως της μέρας στο άδειο κρεβάτι. Εσύ, αυτοί και όσοι λείπουν. Πιασμένοι από τα χέρια να τραβούν μαλλιά..



Η Ελένη επέμενε να πούμε στον εαυτό μας τρεις φορές : "Εαυτέ μου σε αγαπώ γι' αυτό που είσαι και σε αποδέχομαι όπως είσαι". Εκείνη δε φανταζόταν πόσο δύσκολο ήταν να του κάνει τέτοια εξομολόγηση μιας και δεν ήταν αλήθεια. Εγώ πάλι σκέφτηκα ότι από αυτή τη μικρή λεπτομέρεια ξεκινούν όλα. Κλείσαμε τα μάτια, φαντάστηκε η καθεμιά το δικό της μικρόκοσμο και ενδόμυχα υποσχεθήκαμε πως κάποια στιγμή θα το προσπαθήσουμε πάλι. Δεν ξεστομίσαμε τίποτα...





Την άνοιξη που μου χρωστάς την ξέχασες..

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ




Μπερδεύτηκαν οι μέρες σα κουβάρι. Στραπατσαρισμένες οι σκέψεις βαδίζουν στην κόψη ενός ξυραφιού. Δεν έχω χρόνο. Όλο έτσι λέω για να ‘χω ένα άλλοθι να τρέχω. Οι σόλες των παπουτσιών μου διαγράφουν πορείες με γρήγορους ρυθμούς. Να τα προλάβω όλα. Ποια; Όποτε με ρωτάω δεν έχω απάντηση και συνεχίζω να τρέχω.

Με παρατηρώ από απόσταση. Μου δίνω χρόνο, τόπο, δικαιολογία, άφεση. Η σειρήνα από το ασθενοφόρο μου βάζει φρένο. Το ακολουθώ. Τώρα που τελειώνει η άνοιξη δε θέλω να κλαίω. Το κλάμα το φυλάω για τους άνυδρους χειμώνες που θα ΄ρθουν, μα καμιά φορά ξεχνώ το λόγο και δροσίζω τα μάγουλα και στο κατακαλόκαιρο. 

Στο διπλανό κρεβάτι ο παππούς πασχίζει να βγάλει τα παπούτσια του. Τον βοηθώ και κρυφά, σχεδόν ενοχικά, κοιτάζω τις σόλες. Εβδομήντα πέντε χρόνια χιλιόμετρα. Έχει πράσινα μάτια. Πόσο αγαπώ τα πράσινα μάτια! Μου πιάνει το χέρι και με ευχαριστεί. Πόσο αγαπώ τους ευγενικούς παππούδες! Ετούτος ένας μικρός θεός στο δικό του σύμπαν. Πληγωμένος μα υπερήφανος για τα εγγόνια που του άφησε ο αδικοχαμένος του μονάκριβος γιος. Κάνει το ταμείο της ζωής και πάλι βγαίνει κερδισμένος. Δυο εγγόνια κι εκείνος να κλαίει μόνος για την απώλεια και να χαμογελά με τους άλλους. 

Του πιάνω το χέρι. Θέλω να αγγίξω τα χιονισμένα του μαλλιά. Ξεχνώ το λόγο που βρέθηκα εκεί. Μου δίνει ευχές. Ο παππούς με την τουφεκισμένη ζωή και τα πράσινα μάτια. Εβδομήντα πέντε χρόνια χιλιόμετρα! Πάλι δεν κράτησα την υπόσχεση μου! Την άνοιξη δεν κλαίω ποτέ! 

Βγαίνω έξω. Ανάβω τσιγάρο. Ένα τσιγάρο για το δρόμο. Ένα τσιγάρο για τις στραπατσαρισμένες, αχάιδευτες μέρες. Ένα τσιγάρο για τον πόνο των ανθρώπων. Ένα τσιγάρο για τον παππού με τα πράσινα μάτια και τη γιαγιά που στεκόταν δίπλα του και τον αγαπούσε με το βλέμμα της. Ένα τσιγάρο για όλους τους κακοτράχαλους δρόμους που μπορεί να σε οδηγήσουν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, ανυποψίαστος για το διπλανό!

Δεν πρόκειται να το κόψω ποτέ. Πάντα θα μετρώ τη ζωή με καπνό. Πώς τα ‘χω καταφέρει έτσι; Ό,τι έγινε, καλά καμωμένο. Δεν έχει πρόβα η ρημάδα η ζωή! Κι εγώ θέλω να σου γράψω ένα γράμμα και να σου πω ότι σ’ αγαπώ τρία χρόνια χιλιόμετρα με τρία ζευγάρια παπούτσια με λιωμένες σόλες. Γιατί κάθε φορά που σε σκεφτόμουν έπαιρνα τους δρόμους αγκαλιά και γουργούριζα από ανάγκη και επιθυμία. 

Μπερδεύτηκαν οι μέρες σαν κουβάρι. Μπλέχτηκαν οι ανάγκες μου σα κισσός και σκαρφαλώνουν, ανεβαίνουν, ψηλώνουν. Με πνίγει που ακόμα δεν έχω καταφέρει να μην κλαίω την άνοιξη. Με σκοτώνει που ακόμα τρέχω. Τι θέλω να προλάβω; Η ζωή είναι αλλού. Εκεί στο σιδερένιο κρεβάτι. Στον παππού με τα πράσινα μάτια. Στον ήλιο που κρύβεται όταν θυμώνει. Που βρήκα τόσο ξερά φύλλα μέσα στην άνοιξη;



Ένα τσιγάρο ακόμα για την αθανασία που γυρεύουμε στα μάτια των άλλων. Για το καλοκαίρι που δε θα κλάψω καθόλου…

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΠΟΝΤΑΡΩ ΣΤΗ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΖΩΗ




Έχει ο Μάης κάτι ομορφιές μαχαιριά στη λύπη! Έχει κι απ’ αυτά η ζωή. Ζευγαράκι με τα άλλα. Μήνας ορόσημο. Εδώ συναντιούνται οι κόσμοι όλοι. Μήνας σταυροδρόμι. Έχει και απολογισμούς. Δεν το λες κι εύκολο. Μα πιο πολύ πονούν οι αποχωρισμοί. Να αποχαιρετάς παιδιά με βαλίτσες, με αποσκευές που τις παίρνουν από το τσαρδί σου και σ’ αφήνουν με αναμνήσεις. 

Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες λογαριάζεται αλλιώτικα ο χρόνος. Έκλεισα 15 χρόνια. Μεγάλωσα, ωρίμασα, άλλαξε η όψη μου, το μέσα μου. Κάποτε σκέφτηκα να αλλάξω επάγγελμα. Κι ύστερα είπα να μείνω εδώ. Το ένιωσα πατρίδα μου. Όταν έχεις να κάνεις με παιδιά, λειαίνεις πιο εύκολα τις εσοχές. Στρογγυλεύεις τις ανασφάλειες σου πιο φυσικά. Είπα να αλλάξω επάγγελμα και τελικά άλλαξα γνώμη. Τι σοφή επιλογή! Να μοιράζεσαι αγωνίες παιδιών, να τις χαϊδεύεις, να απαντάς σε ερωτήματα ζωής και τα δικά σου να μένουν πάντα αναπάντητα! Πάντα δε συνέβαινε αυτό; Ειδικοί στις ζωές των άλλων, στην παραμυθία, στην τακτοποίηση! Λες και η ζωή έχει συρτάρια και κουτάκια! 

Ο δρόμος δεν είναι ευθεία. Καλύτερα! Τις βαριόμουν τις ευθείες. Κανένα ενδιαφέρον. Κι ύστερα είναι που χάνεται κι αυτός από το οπτικό σου πεδίο και ο φακός ξεμένει από μπαταρίες. Δεν τα ξέρω όλα. Θαρρώ πως δε γνωρίζω εντέλει τίποτα. Το κουβάρι το ξετυλίγω μαζί τους. Τα παρακινώ κι αυτά με τραβούν μαζί τους. Στην αυλή ενός σχολείου με επιστάτη και ψηλό μαντρότοιχο. Στα σχέδια τους για τη φοιτητική ζωή. Στις παρέες που πίνουν μπύρες μέχρι το ξημέρωμα σ’ εκείνο το απομονωμένο παγκάκι που βλέπει στη θάλασσα. Στους έρωτες που τους πεθαίνουν και τους ανασταίνουν σε ένα βράδυ. Να πεθαίνεις και να ανασταίνεσαι σε ένα βράδυ! Σκέψου τι δύναμη έχουν τα νιάτα! 

Θαρρώ πως δεν ξέρω τίποτα και μαζί τους τα ξέρω όλα. Κάθε χρόνο είμαι ένα άγραφο, λευκό χαρτί και κάθε Μάη γίνομαι βιβλίο. Πόση ζωή με μαθαίνουν! Τι θα ήταν η ζωή μου χωρίς τα παιδιά; Τα νιώθω πατρίδα μου. Η πιο δικιά μου πατρίδα. Χωρίς σύνορα και σημαίες και σύμβολα και κυβερνήσεις! Μια πατρίδα αναρχική, φρέσκια, ελεύθερη που πάει ολοταχώς για το φως! 

Είπα να αλλάξω επάγγελμα και τελικά έγινα μαθητευόμενη καθηγήτρια. Κι ευχαριστώ τη ζωή για το δώρο που μου έκανε! Ευχαριστώ τα παιδιά που μου έμαθαν πως πάντα θα ξημερώνει και πάντα θα τα καταφέρνουμε! Ευχαριστώ που με έμαθαν να εμπιστεύομαι το τυχαίο, τη σύμπτωση, το χαμόγελο, το ανικανοποίητο! Ευχαριστώ που για άλλη μια χρονιά είδα πως η ζωή είναι όμορφη με όσες σκοτούρες κι αν έχει. Ευχαριστώ που ήταν πάντα εκεί δίπλα μου πρόθυμα να μοιραστούν τα δικά μου ζόρια. Ευχαριστώ που βοήθησαν να «κηδέψουμε» τις αναμονές και τις χασούρες! 

Ο Μάης έχει πάντα ομορφιές μα και τερματισμούς! Ο Μάης έχει ζωή και αγωνίες και καρδιοχτύπια! Κι ένα μεγάλο παράθυρο που μπαίνει φως και σε κάνει να ονειρεύεσαι πως θα πετάξεις! Καλές πτήσεις παιδιά!!!!!



Στη Σωτηρία, την Εύα, τη Χρύσα, την Ελένη, την Ανιέζα, την Ιωάννα, το Μάνο, την Αθηνά για όσα είπαμε και για τα άλλα που έχουμε φυλαγμένα!

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2015

Στα 17




Μπαίνει στην αίθουσα. Έχει εκείνο το πονηρό κι ευτυχισμένο βλέμμα. Γέρνει λίγο το κεφάλι στα δεξιά κι όλο τραβά την μπλούζα προς τα πάνω σα να θέλει να καλύψει κάτι. Το μάτι μου πέφτει στο λαιμό του. Λαιμός κύκνου γεμάτος παράσημα του έρωτα. Δυο βαμπίρ που συναντήθηκαν και ξεδίψασαν ρουφώντας αίμα. Ανοίγει τα τετράδια και διαβάζει την άσκηση μηχανικά ενώ το μυαλό του τρέχει στο αλισβερίσι με τα κόκκινα τριαντάφυλλα στο λαιμό. Η απάντηση μισή, ανολοκλήρωτη. Τον συγχωρώ. Με τέτοια παράσημα που να βρεις χρόνο για απαντήσεις...
Βγαίνουμε διάλειμμα. Εκείνη έρχεται και κάθεται δίπλα μου. Ξέρω πως κάτι θέλει να μου φανερώσει. Σκύβει το κεφάλι και ψιθυρίζει: "Όταν τον σκέφτομαι τα βράδια παθαίνω αρρυθμία. Τη μια χάνεται ο παλμός και την άλλη γίνεται έντονος που νομίζω πως ακούγεται σε όλο το σπίτι." Την κοιτώ και χαμογελώ. Έτσι είναι ο έρωτας όταν είσαι δεκαεπτά. Άρρυθμος και γεμάτος παράσημα. Πεντόλιρες στο λαιμό και κρεσέντο στην καρδιά. Δε θα πεθάνεις. Αυτό το λέμε ζωή...

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

ΒΡΑΔΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ




Δεν τα ήθελα ποτέ τα πολλά φώτα. Η αδερφή μου έλεγε πως ήμουν τυφλοπόντικας. Ούτε και την πολυκοσμία γούσταρα. Μου προκαλούσε τρικυμία στο κεφάλι κι αυτό με τη σειρά του μου έφερνε ναυτία. Ταξίδευα το δρόμο με 11 μποφόρ χωρίς απαγορευτικό και με απόλυτη ευθύνη του «καπετάνιου». Σα μπορούσα να ‘κανα κι αλλιώς! 

Φοράω το σκισμένο τζιν, διπλώνω δυο φορές τα μπατζάκια για να φαίνεται και το χαϊμαλί στο πόδι, βάζω μια μπλούζα με τιραντάκι για να γιορτάσω την πρώτη καλοκαιρινή απόδραση και μοστράρω και το πράσινο αγαπημένο πεδιλάκι. Εκείνο που όταν το βλέπει η μάνα μου θέλει να το θάψει στη χρονοκάψουλα με βασική προϋπόθεση να την ανοίξουμε μετά από σαράντα χρόνια, σίγουρη ότι εκείνη θα ταξιδεύει και δε θα μπορεί να το «καμαρώνει» πια. 

Και φτάνουμε στο «σοβάντισμα» για την αποφυγή σαγρέ καταστάσεων. Απλώνω το μέικ απ καλύπτοντας όλα τα τρωτά του καθρέφτη – ψεύτη, βάφω τις βλεφαρίδες να φαίνονται πιο μακριές, ζωγραφίζω ένα ουράνιο τόξο στη ματιά και δυο κατακόκκινα μήλα στα μάγουλα. «Φτου σου, κοπελάρα μου! Πού κρυβόσουν τόσο καιρό;», αυτοθαυμάζομαι και αφήνω ένα μικρό τσουλούφι να πέφτει μπροστά στο πρόσωπο επιμελώς ατημέλητο. Κρεμάω το σακίδιο στην πλάτη, βάζω δυο φωτεινά λαμπάκια στο κεφάλι, την κατακόκκινη ξεσκονισμένη καρδιά μου, αφήνω ένα αποτύπωμα χειλιών στον καθρέφτη και βγαίνω στο δρόμο. 

Το μήνυμα ήταν σαφές: «Ραντεβού στις 10 στο παρκάκι». Πάντα είμαι στην ώρα μου. Δεν άργησα ποτέ σε κανένα ραντεβού. Στα άλλα όλα πήγαινα με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας. Άλλη κουβέντα αυτή! Δεν είναι της ώρας. 

Δεν τα ήθελα ποτέ τα πολλά φώτα. Γι’ αυτό γούσταρα τα καταγώγια. Είχα στο μυαλό μου και τους «Μοιραίους» του Βάρναλη. Ο μαζοχισμός εξάλλου δεν εξηγείται πάντα. Είναι σαν το μουσικό κουτί που είχαμε κάποτε στο σπίτι που όταν το άνοιγες ξεδιπλωνόταν μια θλιμμένη μπαλαρίνα και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της. Πόσο τη φοβόμουν, δε λέγεται! Στοίχειωνε τα όνειρα μου κι έβλεπα πως κάνω κι εγώ κύκλους άσκοπους, ομόκεντρους όταν μου άνοιγαν να απελευθερωθώ.

Δεν εξηγούνται όλα. Καλύτερα! Τα ποτό λύνει τη γλώσσα, η ζεστασιά όμως των ανθρώπων τις καρδιές. Κέρδος βέβαιο, ανυπολόγιστο. Σα να χουχουλιάζει στο στέρνο σου μια γάτα που γουργουρίζει ευτυχισμένη, ασφαλής, σίγουρη για την επιλογή της. 

Στις τρεις τα ξημερώματα που κάθεσαι στο παγκάκι όλα έχουν λυθεί. Και τότε θυμάσαι πως ούτε μια φορά δεν πήγες στην τουαλέτα να διορθώσεις το κραγιόν. Τσάμπα το κουβαλούσε στην τσάντα. «Πάμε μια βόλτα; Πάμε να περπατήσουμε;» Τον πιάνω από το μπράτσο και του λέω: «Νιώθεις κι εσύ καμιά φορά πως δε σε χωρά η γη;» Με κοιτάζει. «Για την ώρα νιώθω πως δε με χωρά το σπίτι μου. Αργότερα δεν ξέρω τι θα μου ξεράσει το μέσα μου».

Ξέβαψε το κραγιόν. Δεν έχει σημασία. Το κόκκινο είναι αλλού. Προχωράμε και λέμε για όλα. Τα σημαντικά και τα ασήμαντα. Λες και χθες λέγαμε πάλι τα ίδια μα δεν τα εμπεδώσαμε καλά. Αν βάλεις τσιρότο στις πληγές καμιά φορά επουλώνονται. Οι φίλοι είναι πολύτιμοι. Οι λέξεις σημαντικές. Η ζεστασιά στις καρδιές περνάει πρώτα από το κρύο.



Σε παγκάκι είχα να κάτσω χρόνια. Θυμήθηκα πολλά. Τέσσερα καραφάκια ρακή και τρία ποτά! Και τα θυμήθηκα όλα…

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

ΤΑ ΚΡΊΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΑΦΑΝΑ




Κοιτάζω τους πίνακες του. Καμαρώνω! Φτερά στους ώμους, βαρίδια στα πόδια, κιθάρα με μορφή γυναίκας. Σκέφτομαι τις «σιωπές που ευωδιάζουν αγριοκέρασα». Πώς είναι άραγε τα αγριοκέρασα; Εγώ στις σιωπές μου δίνω μόνο εικόνες. Εκείνος πως τα καταφέρνει; Κι ύστερα είναι «όλα τα χρόνια που ναυάγησαν σε ξέρες και η μοναξιά που θα πληρώνει σαν αντίτιμο για όλα τα χάδια που ζήτησε». 

Θυμάμαι τη συναυλία. Επιβλητικός πάνω στη σκηνή. Σκοτεινός τύπος. Ανταριασμένο βλέμμα, θυμωμένη όψη. «Εδώ είμαστε», σκέφτηκα. Κι όλο το βράδυ παρατηρούσα τα χρώματα που εναλλάσσονταν στο πρόσωπο του. Ρουφούσα κάθε λέξη που έλεγε, κάθε στίχο. Κοιτούσα τα δάχτυλα του που χάιδευαν άλλοτε βίαια και άλλοτε απαλά τα τάστα της κιθάρας. 

Διαβάζω την είδηση. Τι θέλω και ανοίγω τον υπολογιστή! Αρρωσταίνουν οι εφηβικοί μας ήρωες; Οι ήρωες με τα μαύρα ρούχα, τις βαριές μπότες και τα μελαγχολικά μάτια; Δεν αρρωσταίνουν. «Ξεσκονίζουν τη χαρά, λούζονται με βιβλικές σιωπές, σκοτεινιάζουν μα δεν προκαλούν φόβο, κι ύστερα σε παροτρύνουν να βάλεις να πιούμε όλοι μαζί». 

«Είναι νερό η αγάπη, πιες»! Στεναχωρήθηκα σα να ήταν αδερφός, πατέρας, σύντροφος, φίλος. Είδα όλα τα μηνύματα συμπαράστασης και αγάπης. Διάβασα το παράπονο του για όλους εκείνους που τον εγκατέλειψαν και για τους άλλους, τους αγνώστους, που έτρεξαν να ελαφρύνουν το βάρος. Παράξενα πλάσματα είμαστε! Οι πιο δικοί σου, ξένοι και οι πιο ξένοι δικοί σου. Κι ύστερα σκεφτόμουν πως πρέπει να έχεις μεγάλη δύναμη για να μιλήσεις ανοιχτά για όλα τα βάρη που κουβαλάς. Τα παράπονα, τις αγωνίες, τις ανησυχίες, τις ξέρες. Να προτρέπεις τους ανθρώπους να ζουν την κάθε μέρα σα να είναι η τελευταία, να ερωτεύονται, να δημιουργούν, να ονειρεύονται. 

Κοιτάζω τους πίνακες. Σκοτεινοί σαν κι εκείνον. Αγορασμένοι με το τελευταίο χαρτονόμισμα που είχα στην τσέπη. Ήμουν με το Λευτέρη και την Πηνειώ. Καθόμασταν στο τραπεζάκι. Εκείνος πήγαινε συχνά μέχρι το μπαρ. Περνούσε από δίπλα μας κι εγώ παρατηρούσα πάλι κάθε του κίνηση. Είχε μια θλίψη ακόμα και στον τρόπο που περπατούσε. «Εδώ είμαστε», σκεφτόμουν. Φωτεινές επιγραφές πάνω από το κεφάλι του φανέρωναν τις αγωνίες του για τη ζωή, τον έρωτα, τη φιλία, το θάνατο. «Άλλο ένα ανικανοποίητο πλάσμα κρυμμένο μέσα στα μαύρα ρούχα, τις βαριές μπότες και το μακρύ παλτό. Άλλος ένας καταραμένος ποιητής.»

Όταν τέλειωσε η συναυλία προχώρησα μέχρι το μπαρ, έσπρωξα τον κόσμο που έκλεινε το δρόμο μου και τον πλησίασα. Του έδωσα το χέρι και του είπα: «Ευχαριστώ για όλα μα πιο πολύ για τα ποιήματα». Με κοιτούσε σα να ήμουν εξωγήινος κι ύστερα με εκείνη τη μπάσα φωνή μου είπε: «Κι εγώ». 

«Είναι νερό η αγάπη. Πιες». Διάβασα την είδηση. Οι εφηβικοί μας ήρωες δεν αρρωσταίνουν. Κάνουν διάλειμμα κι επανέρχονται φορτωμένοι με νέες ιδέες και στίχους και εικόνες ζωγραφισμένες με κάρβουνο. Το φεγγάρι είναι όμορφο ακόμα κι αν είναι ντυμένο με κουρέλια…



«…Παραδομένος σε μια μοίρα σκοτεινή
έτσι αφημένος σ' ένα απόκοσμο παζάρι
να υποφέρω από μια δύναμη κρυφή
με τα κουρέλια μου να ντύνω το φεγγάρι»

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

ΠΕΘΥΜΗΣΕΣ ΕΝΑΝ ΕΡΩΤΑ




Τα λόγια είναι σαν την ανεμόσκαλα. Πόσο να στηριχτείς; Πόσο ψηλά να φτάσεις; Θα ‘χεις απώλειες, αναμονές, χασούρες. Φτιαγμένοι από πηλό όλοι. Χωμάτινοι και σπάμε. Τα γκρεμοτσακίσματα στο τσεπάκι μας. Να άλλαζε η ζωή με ένα τσιγάρο! Να άλλαζε η ζωή με έναν ήλιο! Να άλλαζε η ζωή με μια ευχή! Θα λογαριάζαμε αλλιώς τα χρόνια. Θα λογαριαζόμασταν κι εμείς αλλιώτικα με τη ζωή. Που μεγαλώσαμε κι αποκαρδιωθήκαμε, λαχταρήσαμε, κλείσαμε παραθύρια σε γνωστούς και αγνώστους κι ακόμα κλείνουμε! 

Όταν λέει: «βάλε μια ρακή» το ‘χω σε κακό. Κοίτα να δεις που θέλει να πνίξει κι άλλο μαράζι. Λαβύρινθος το μυαλό του ανθρώπου. Πεθυμιές και απάτες. Κίβδηλος ο άλλος, φενάκη και η δική σου θωριά. «Ούτε αυτός ήταν εκείνος». Τα άτιμα τα βασιλόπουλα! Τα άτιμα τα παραμύθια! Είναι που δεν έμαθες ποτέ και να ζητάς. Άφηνες τον άλλο στο φιλότιμο του. Κι έχανες το χάρτη κι έβρισκες αδιέξοδο. 

«Βάλε μια ρακή. Θα πιω στα αδιέξοδα. Θα θρηνήσω τα νιάτα μου. Θα υψώσω σημαία στις χασούρες. Είναι για εκείνες τις ρόδες που έβαλα κάποτε στην καρδιά και ξέχασα το φρένο. Τι να σου κάνει και το γκάζι μόνο του; Γκαζιά και απάτη! Βάλε να πιούμε μαζί. Στις άγκυρες που δε βρήκαμε ποτέ. Στα καραβοτσακίσματα. Στο λίγο – λίγο που έγινε πολύ. Ξεχείλισε η υπομονή. Πλημμύρησε η καρδιά μου με ματαίωση. Πεθύμησα γιορτές, γλέντια, μουσικές. Δεν ήταν αυτό που νόμιζα. Οι έρωτες μου δεν είχαν παράσημα. Κι εγώ που είμαι κομμάτι του σύμπαντος ψάχνω ακόμα να αγαπηθώ.»

Τα λόγια είναι σαν την ανεμόσκαλα. Χίλια κομμάτια ο κόσμος. Δυο χιλιάδες η καρδιά. Βραχυκυκλωμένα καλώδια οι σκέψεις. Οι χωρισμοί μικροί θάνατοι. Θες να πενθήσεις, να κατεβάσεις πλερέζες, να βρεις κουράγια, να πιστέψεις πάλι. Μεγάλο ναρκωτικό η πίστη. Χαμένες ψυχές βρίσκουν πάλι δρόμο. Να άλλαζε η ζωή με ένα τσιγάρο! Να άλλαζε η ζωή με ένα κουμπί! Κι όλα τα αχ! θα γινόταν τραγούδι και χορός και γλέντι! Πόσο πολύ λογαριάζουμε όλοι οι άνθρωποι το μαζί! Τεφτέρια και αριθμοί αραδιασμένοι στο τραπεζάκι μας, στο κρεβάτι, στο αυτοκίνητο, στο δρόμο. 

Τι δεν πάει καλά άραγε; Πού πάει η αγάπη σα σέρνεται και στερεύει; Κι εκείνα τα πυρακτωμένα μάτια πώς γίνονται ξαφνικά κάρβουνα και πεθαίνουν; Αδειάζει κι καρδιά από αντοχή. Σφαλίζει παραθύρια, κλειδώνει πόρτες, κρύβει το κλειδί και σε αφήνει μετέωρο, κουφάρι γυμνό και ανυπεράσπιστο.

Ήπιαμε μαζί. Για όλα. Για εκείνα που είπαμε και τα άλλα που εννοούσαμε. Σα δυο ψυχές που συναντήθηκαν σε μια καταιγίδα κι έδωσε η μια στην άλλη το πανωφόρι της. Χωρίς ταυτότητα. Ήπιαμε στα σκοινιά που λύθηκαν, στους χάρτες που χάσαμε, στις πορείες που έληξαν μέσα στην ομίχλη, στους μικρούς θανάτους που κλάψαμε και πια δε θυμόμαστε, στις πληγές που κακοφόρμισαν και άφησαν σημάδια, σε όλα αυτά που δε μας σκότωσαν αλλά δε μας έκαναν πιο δυνατούς, στους έρωτες που πεθυμήσαμε και μας γέλασαν. Στη φιλία μας που κλείνει φέτος 15 χρόνια! 



Χωμάτινα πλάσματα! Τόσες ραγισματιές μέσα μας! Κι όμως αύριο πάλι θα γελάμε. Θα σκοντάψουμε, θα πέσουμε, θα σηκωθούμε, θα πετάξουμε. Δεν έχει άλλο δρόμο…

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

NA ΠΑΤΕ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙΤΕ!!!







Φαντάσου να είσαι σε μια βάρκα. Με μουσική υπόκρουση τις σιωπές και τους ψίθυρους από τους ανθρώπους. Αφημένη στην τύχη της να πλέει με μπουνάτσα, φουρτούνα, φουσκοθαλασσιά. Φαντάσου τις ψυχές. Φαντάσου τις ματιές τις φοβισμένες γυναικών, ανδρών, παιδιών. Λουφαγμένες ψυχές αγριμιών, στοιβαγμένες στη σάπια βάρκα. Μπατάρει το σαπιοκάραβο, μπάζει νερά. Μπάζουν νερά και οι ψυχές. 

Πολύτιμη η ανθρώπινη ζωή. Μεγάλο ποσό για κάθε κεφάλι. 2000 δολάρια δεν τα λες και λίγα. 2000 το κεφάλι. Χαλάλι! Ταξιδεύουν για τη γη της επαγγελίας. Θα κουραστούν, θα ταλαιπωρηθούν, θα πεινάσουν, θα διψάσουν, μα εκεί, στην άκρη του ορίζοντα, τους περιμένει ο παράδεισος. Κι εκεί οι αγκαλιές κρατούν πολύ. Μια αιωνιότητα. Κι η ζωή τους διαφέρει από τη δική μας μονάχα μια αγκαλιά. 

Νόμιζα πως το δουλεμπόριο ανήκε στο παρελθόν. Με πλάνεψε η άγνοια. Πίστεψα στο φιλότιμο. Στο σεβασμό της ανθρώπινης ψυχής, στην ανθρωπιά, στην αλληλεγγύη, στην αλήθεια πως είμαστε περαστικοί και αναλώσιμοι. 

Φαντάσου τα βρέφη. Να αρπάζουν τη θηλή της μάνας και να πασχίζουν να πιουν ζωή. Και εκείνη ξέπνοη να λέει: «Κάνε υπομονή. Φτάνουμε». Κι εκείνα να κλαίνε μέχρι που κουρασμένα να κλείνουν τα μάτια ασφαλισμένα σε αγκαλιές. Κι ύστερα σιωπή. Τρομαγμένες σιωπές. Και γύρω μια άνοιξη και μια υπόσχεση ελευθερίας. Μονάχα υποσχέσεις. Κούφια λόγια…

Διάβασα την είδηση. Απέραντο νεκροταφείο ψυχών η Μεσόγειος. Μπάταρε η βάρκα. Αναποδογύρισε. Είναι που είδαν τους «σωτήρες» και βιάστηκαν. Άτιμο πράγμα η βιασύνη. Δεν έχεις χρόνο. Ήρθαν οι «σωτήρες» και ψάχνεις στεριά. Να πατήσεις γερά, να δέσεις τα όνειρα με γερά σκοινιά μη γίνουν πουλιά και πετάξουν και χαθούν. Και η άνοιξη επιβλητική, ολοκάθαρη να σου δίνει τη δική της υπόσχεση…

Η Γιάρα είναι ένα κορίτσι 2 χρόνων. Ζει με τους γονείς και τον αδερφό της εδώ στη γειτονιά. Έχει κοτσιδάκια στα μαλλιά και απλωμένα χεράκια. Εκείνη σώθηκε από κάποιο ναυάγιο μα δεν ξέρει ακόμα πως θα ζήσει και άλλα. Ο πατέρας ήταν μικροπωλητής αλλά έχασε όλο το βιος του όταν η αστυνομία του ζήτησε άδεια. Στη Γιάρα αρέσουν πολύ οι σοκολάτες και τα αδέσποτα γατιά που κουρνιάζουν στην αυλή της. Είναι από την Αφρική αλλά μαθαίνει ελληνικά και παίζει με τα εγγόνια της κυρίας Ελένης. Στηρίζεται στην καλοσύνη των ανθρώπων, των γειτόνων, των ομάδων. Μέχρι να βρουν το δικό τους παράδεισο οι δικοί της άνθρωποι. Και τότε θα κλειστεί στις αγκαλιές τους και θα ζητάει μονάχα σοκολάτες. Σκέψου τι κάνει μια σοκολάτα στην ψυχή! Σε όλες τις μάχες σε κάνει νικητή! Πόσες μάχες αντέχει η ανθρώπινη ψυχή άραγε; Πολλές! Αμέτρητες! Άπειρες! 



«Νεκροταφείο ψυχών η Μεσόγειος»! Διάβασα την είδηση. Πολύτιμη η ανθρώπινη ζωή. Ανυπολόγιστης αξίας! 2000 δολάρια δεν τα λες και λίγα. Τι να ξέρουμε κι εμείς οι χορτασμένοι! Οι τραγωδίες είναι τόσο μακριά: Νότια της Κρήτης!

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΑ ΑΠΟ ΠΛΗΞΗ




Κάθεται στο πάτωμα. Φοράει εκείνο το σομόν νεγκλιζέ με τη λευκή ρόμπα που είχε αγοράσει από το ταξίδι στο Παρίσι. Τα χείλη της βαμμένα με το κατακόκκινο κραγιόν, ασορτί με τα νύχια. Πάντα αγαπούσε αυτό το χρώμα. Της θύμιζε τα νιάτα της, τη φρεσκάδα, την ανατριχίλα και την ηδονή της ζωής. Φωτογραφίες μιας άλλης εποχής. 

Στα χέρια κρατάει ένα μαχαίρι. Εκείνος κείτεται νεκρός φορώντας ένα κοστούμι «Αrmani», ενώ το σώμα του μυρίζει το άρωμα που εκείνη μισούσε. Είκοσι μαχαιριές! Μονάχα μία στην καρδιά. Κάποτε τον αγάπησε. Κάποτε την αγάπησε κι αυτός. Είκοσι χρόνια να μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, τις ίδιες συνήθειες, την ίδια ανάγκη. Οι προκαθορισμένες ανάγκες. Οι επιβεβλημένες ανάγκες. Ο φόβος της μοναξιάς. 

Κάποτε αγαπήθηκαν. Πριν τις προδοσίες, τις απάτες, τα ψέματα. Τον θυμάται να μπαίνει στο σπίτι αθώος ένοχος και να βρωμάει το σώμα του σάρκα μιας άλλης γυναίκας. Να πατάει στις μύτες των ποδιών και να γλιστράει αθόρυβα μέσα στα σεντόνια, σίγουρος ότι εκείνη κοιμάται. Θυμάται τις δικές της προδοσίες, το φόβο μην ανακαλύψει τον έρωτα της για εκείνο τον άλλο που για χάρη του μπορούσε να τα γκρεμίσει όλα. Να βάλει φωτιά και να τα κάψει. Κι όμως έμεινε μαζί του να τρώει τις σάρκες του κι εκείνος τις δικές της. 

Τον κοιτά ξαπλωμένο μέσα στα αίματα και χαμογελά. Παρατηρεί το παγωμένο του βλέμμα. Το πουκάμισο είναι αταίριαστο με το κοστούμι. Θα ντύθηκε βιαστικά. Δεν εξηγείται αλλιώς. Πάντα πρόσεχε τους συνδυασμούς. Κρατάει στα χέρια της το μαχαίρι και νιώθει εκείνη την απόλυτη ικανοποίηση πως η ζωή της χρωστούσε την ελευθερία κι εκείνη τη διεκδίκησε με το δικό της τρόπο.

Μια βρύση στάζει. «Πόσο καιρό του έλεγα για τη βρύση της κουζίνας;» Μονολογεί. Κι ύστερα σηκώνεται από το πάτωμα, περνάει πάνω από τον όμορφο νεκρό άντρα, πιάνει ένα ποτήρι και βάζει ένα ποτό. Είκοσι μαχαιριές. Όσα και τα χρόνια. Μονάχα μία στην καρδιά. Υψώνει το ποτήρι και πίνει σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια αγάπης και απάτης. Αμοιβαίας απάτης. Εκείνης της άτυπης, σιωπηλής συμφωνίας της κοινής πορείας, της κοινής ενοχής και συνενοχής. 

Κι ύστερα ξαπλώνει δίπλα του. Του χαϊδεύει τα μαλλιά. Τον παίρνει στην αγκαλιά της και του τραγουδά το αγαπημένο της τραγούδι: «Non, je ne regrette rien» της Εντίθ Πιάφ. « Όχι δε μετανιώνω για τίποτα»! 

Μέσα στο τραγούδι της ακούει την πόρτα να ανοίγει. Τον βλέπει να μπαίνει μέσα φορώντας το ίδιο “Armani”. Αφήνει την τσάντα στο τραπεζάκι και προχωράει προς την κουζίνα. Η εικόνα την ανακουφίζει. Σηκώνεται από το πάτωμα, στρώνει τα μαλλιά της και κατευθύνεται προς το μέρος του. Του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο και στρώνει το τραπέζι. Δυο πιάτα, δυο πιρούνια, δυο ποτήρια, δυο μαχαίρια. Δυο μαχαίρια. Ένα για εκείνον κι ένα για εκείνη. Βάζει κόκκινο κρασί στα κολονάτα ποτήρια. Κόκκινο, κατακόκκινο σαν αίμα. Βαθύ κόκκινο, άλικο. Πίνουν στην υγειά τους, σα δυο βαμπίρ που πίνει ο ένας το αίμα του άλλου. Αίμα για να ξανανιώσουν, να γίνουν δυνατοί, να αντέξουν την προσποίηση, τις συνεστιάσεις, τα είκοσι χρόνια, τις απάτες, τις ενοχές, την πλήξη, το κενό, τη ρουτίνα, τη ματαιότητα, την ψευτιά. 

Αύριο θα είναι η σειρά του. Αύριο εκείνος θα τη σκοτώσει από πλήξη. Κι ύστερα θα γίνουν όλα ίδια. Θα της δώσει ένα φιλί και θα βάλει το αίμα στα ποτήρια να προσποιηθούν ευχές και πάθη και ηδονές. Θα την πάρει στα χέρια του, θα την ακουμπήσει στο κρεβάτι και θα χαθούν στην ηδονή των κορμιών ενώ εκείνος θα μυρίζει το άρωμα της άλλης κι εκείνη θα ονειρεύεται άλλους έρωτες. 



Δυο ποτήρια. Δυο πιάτα. Δυο μαχαίρια. Φορώντας κοστούμι “Armani” και άρωμα paco rabanne. Καθώς η Εντίθ θα τραγουδάει ότι δε μετανιώνει για τίποτα….