Translate

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

ENAΣ ΣΑΚΟΣ ΜΕ ΕΥΧΕΣ







Η προσμονή ήταν πάντα λύτρωση για τους ανθρώπους. Κι ας ήταν ψευδαίσθηση, ουτοπία, απάτη. Τις αγαπήσαμε τις άτιμες τις απάτες! Πόσο πολύ τις αγαπήσαμε, δε λέγεται! Ατέρμονοι οι παραλογισμοί τους. Λες και κοιτούσαμε τον κόσμο μέσα από ένα καλειδοσκόπιο. Χόρταινε η ψυχή χρώματα και σχέδια. Έτσι ξεκινούσαν οι χρονιές. Με ρόμβους πολύχρωμους, αστραφτερούς. Να μπαίνει το φως κι εσύ να βλέπεις μονάχα σχέδια. Να βλέπεις τη ζωή σου μέσα από μια τρύπα και να είσαι σίγουρος πως τη νέα χρονιά σίγουρα θα ξεστρατίσει κάποιος κομήτης αδέσποτος.

Άνοιγες μια βαλίτσα, έχωνες μέσα τις ρυτιδιασμένες στιγμές κι ύστερα την έχωνες στο πατάρι. Σχέδια απόδρασης για τη νέα χρονιά. Να φωνάζουν οι αιώνες πίσω σου κι εσύ θαρραλέος και σίγουρος να πορεύεσαι για το φως. Να επαναπροσδιορίζεις τα «θέλω» σου και να μιλάς για θριάμβους χωρίς ξέφτια και κουρέλια. Να ονειρεύεσαι χρόνια αληθινά με χνάρια και πατημασιές καθαρές. Τα ‘χει αυτά η ελπίδα. Από την ίδια στόφα φτιαγμένη και η προσμονή. Να κρατιούνται πάντα χέρι – χέρι. Να βγάζουν ζαχαρωτά από τις τσέπες και γλειφιτζούρια και να μοιράζουν απλόχερα για να είναι χορτάτες οι νύχτες σου.

Πάντα περιμέναμε ένα πλοίο, ένα τραίνο, καμιά φορά κι ένα αερόστατο. Κάποιοι συμβιβαζόμασταν και με ένα μπαλόνι. Κρεμούσαμε τα όνειρα με μανταλάκια στην απλώστρα σαν ασπρόρουχα που πλύθηκαν και άστραψαν μέσα στη νύχτα. Πόσα σεντόνια άπλωσα! Έχασα το μέτρημα. Πόσο σεντόνια μάζεψα! Έχασα το μέτρημα. Τα ‘χει αυτά η ελπίδα. Τα ‘χει αυτά η προσμονή. 

Στέκομαι εδώ στο μετερίζι, στον προμαχώνα του χρόνου. Μη με ρωτάτε τι φυλάω. Ποτέ δεν ήξερα τι ήταν αυτό που ουσιαστικά ήθελα. Απροσδιόριστες ήταν πάντα οι ανάγκες μου. Ανικανοποίητος ο άλλος μου εαυτός. Εκείνος ο κρυφός, που ερχόταν τις νύχτες να με ξυπνήσει από το λήθαργο και να με αναγκάσει να μη βολεύομαι πουθενά. Μόνο που μεγαλώνοντας έμαθα τι είναι εκείνα που δε θέλω να γίνω, να αποκτήσω, να αγκαλιάσω, να ασπαστώ, να ακολουθήσω. Δεν είμαι πάντα θαρραλέα κι ας δίνω υπόσχεση κάθε χρόνο. Δε φτάνει να ονειρεύεσαι μόνο, πρέπει να βουτάς κιόλας. Και τόσα σχέδια στράφι! 

Δε θα σας το χαλάσω. Τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Τα όνειρα μου όλα στοιβαγμένα στα χαρτιά. Είναι εκεί και με περιμένουν να προσπαθήσω. Κι όσο περιμένουν γίνονται βαρίδια και σακιά. Είμαι καταθληπτικά αισιόδοξη μα πάντα έχω σχέδια απόδρασης. Και τα καταφέρνω. Θα σας ευχηθώ ένα μεγάλο έρωτα, απόκοσμο. Να σας αποπροσανατολίσει, να ξεγελάσει την πυξίδα σας, να σβήσει το χάρτη σας, να τα κάνει όλα από την αρχή, να σας βγάλει από τα καλούπια και τα στεγανά, να σβήσει το χρόνο και ό,τι σας πόνεσε. Να σας κάνει να πείτε όλα τα «σ’ αγαπώ» που δεν προλάβατε, να σας κάνει να υποκλιθείτε στη ζωή, να ξεγελάσετε το θάνατο, να χαμογελάσετε στο άγνωστο.



Και τώρα σας αφήνω. Έχω να απλώσω τα άσπρα μου σεντόνια. Μη με βρει απροετοίμαστη η νέα χρονιά. Τα λέμε πάλι του χρόνου!

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ




Ρολόι δε φόρεσα ποτέ στο χέρι. Μαρτύριο ο χρόνος. Νόμιζα πως άκουγα το τικ τακ της σιωπής και θόλωνε το μυαλό μου από την αναμονή. Μα πάντα ήμουν στην ώρα μου. Λες και οσφριζόμουν τη μυρωδιά του χρόνου. Λες και είχα ένα ρολόι αμπαρωμένο στα κατάβαθα της ψυχής μου. 
Άβυσσος η διαίσθηση του ανθρώπου! Κι ομπρέλα δεν κράτησα ποτέ. Ακόμα και τώρα. Μούσκεμα γίνομαι μα προστασία δε θέλω. Σηκώνω το βλέμμα ψηλά και πασχίζω να ξεδιψάσω. Κι όταν συνειδητοποιώ πως είναι μάταιος ο κόπος,μπαίνω μέσα στο σπίτι και κοιτώ τη βροχή από το παράθυρο με θυμό και ματαιότητα. 
Τώρα που άρχισε και το τέλος του φθινοπώρου ελπίζω σε μια βροχή καθαρή κι ένα χρόνο άηχο, χωρίς τικ τακ και μάταιες αναμονές. Την ομπρέλα μου τη χαρίζω σε εκείνους που φοβούνται να βραχούν και να χάσουν τα ψιμύθια. Το χρόνο τον ξορκίζω με ένα χορό και μια στροφή με βήματα κυκλικά κι ατέλειωτα. Σαν την αέναη ελπίδα μας....



Να περνά μισή ζωή και να κοιμάσαι πάντα με ένα μάτι κλειστό και το άλλο ορθάνοιχτο. Να ψάχνεις φεγγίτες σαν αστροταξιδιώτης. Να ξημερώνεις και να νυχτώνεις χωρίς να προλάβεις να χαρείς μήτε το φως μήτε το σκοτάδι. Είναι που εναλλάσσονταν τούτα τα δυο με τέτοια ταχύτητα ιλιγγιώδη που σκοτείνιαζε και άστραφτε με ένα φλεφάρισμα. Κι ανάμεσα τους να αναρωτιέσαι τι υπάρχει που δεν το βλέπεις. Άραγε το βλέπουν οι άλλοι; Όλοι εκείνοι που χαμογελούν; Χαμογελούν ή δείχνουν δόντια; 
Βαραίνει το νου μου η ευθύνη να χαμογελώ κι εγώ. Βαραίνει και η ψευδαίσθηση πως ο ουρανός είναι κάτω και η γη ψηλά. Αλήθεια, πώς τα καταφέρνετε όλοι εσείς οι ευτυχισμένοι; Πώς βρήκατε το μονοπάτι μέσα σε τόσο σκοτάδι;



Κάθε φορά, εδώ στην άκρη του χρόνου, στην πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου, πάντα τα ίδια. Να κλείνεις συρτάρια. Να ανοίγεις νέα. Υποσχέσεις. Μονάχα υποσχέσεις. Να τις κλειδαμπαρώνεις μέσα σου μην τύχει και λοξοδρομήσουν και σε ξεχάσουν και τις ξεχάσεις και ξεχαστείτε.Κι όταν ανταμώσετε πάλι να κοιταχτείτε και να μην πείτε τίποτα ουσιαστικό κι ελπιδοφόρο. 
Στην άκρη του χρόνου να ανοίγεις συρτάρια. Να κλείνεις συρτάρια. Σα λογαριασμοί που πλήρωσες ή που ακόμα χρωστάς. 
Και αναρωτιέμαι τι μερτικό αναλογεί στον καθένα όταν φεύγει με άδειες βαλίτσες...



Αλυσίδες έχουν οι άνθρωποι. Αλυσίδες και βαρίδια. Και οι λέξεις τους χαράζονται με ξυράφια. Άνισος αγώνας. Πώς να τα βάλεις με τους δαφνοστεφανωμένους; Εκείνοι είχαν πάντα δίκιο. Μα καμιά φορά αναρωτιέμαι που είναι εκείνα τα παραθύρια που βλέπεις όλη την ομορφιά. Ούτε ένας φεγγίτης δε λοξοδρόμησε από το κάλπικο; 
Πονάνε τα σκοτάδια. Μα πιο πολύ το φως που καμιά φορά ονειρεύεσαι τα βράδια. Είναι η περιέργεια πώς θα ήταν η ζωή αν δεν ήταν έτσι...



Κάθε φορά που βρέχει αναρωτιέμαι πως καταφέρνουν και παραμένουν στεγνές όλες οι αλήθειες. Δε ζηλεύουν να βγουν μια βόλτα σ' αυτό το τρελό πανηγύρι; Στη γωνία υπάρχει πάντα ένα καρουζέλ....



Κάθε μεσημέρι, την ίδια πάντα ώρα ένα ζευγαράκι κάθεται στην είσοδο της πολυκατοικίας απέναντι από το σπίτι μου. Είναι η ώρα που επιστρέφουν από το σχολείο και πριν πάρει ο καθένας το δρόμο για το δικό του σπίτι, ανταλλάσσουν φιλιά και χάδια. Εδώ και 2 μήνες τους χαζεύω. Κάθε μεσημέρι. Την ίδια πάντα ώρα.
Σήμερα όμως η κοπέλα κλαίει. Εκείνος προσπαθεί να την αγκαλιάσει αλλά τα χέρια του ακουμπούν πάνω της αμήχανα. Παραμένει απαρηγόρητη. Τον ακούω να ζητά συγνώμη ξανά και ξανά. Αυτή δεν τον κοιτά. Κάθεται στο σκαλοπάτι, στηρίζει το κεφάλι της με τα χέρια και κλαίει. Της δίνει ένα φιλί στο κεφάλι και φεύγει. 
Εκείνη μένει μόνη και απαρηγόρητη. Θα πάει στο σπίτι, θα κλειστεί στο παιδικό της δωμάτιο και θα συνειδητοποιήσει, ίσως για πρώτη φορά, ότι κάπως έτσι μπαίνεις στον κόσμο των μεγάλων: βίαια, ανυποψίαστα και ξαφνικά....



Mην τους αγγίζετε τους νεκρούς. Μην τους ακουμπάτε γιατί αν ξυπνήσουν θα μας πνίξουν με το αίμα τους που κάποτε πίστεψαν πως χύθηκε δίκαια και συνετά. Κλείστε τα στόματα και μαζέψτε την έπαρση σας. Δε δικαιούστε να μιλάτε. Κι αν πόθησαν δικαίωση κάποτε είναι γιατί δεν γνώριζαν πως οι θυσίες δεν έχουν πάντα αντίκρυσμα. Δεν ήξεραν ότι όσοι απέμειναν θα κάθονταν πάνω στους τάφους τους να παίζουν ζάρια και να μιλούν με στόματα μπουκωμένα από φαμφάρες και αερολογίες. 
Μην τους αγγίζετε τους νεκρούς. Έχετε βρώμικα χέρια. Κρατάτε σπαθιά και τα λόγια σας τους πονούν σα φαλτσέτες. Σα δικαστές φαντάσματα θα έρθουν τις νύχτες στα όνειρα σας να σας επιστρέψουν όλα τα γαρίφαλα που εναποθέσατε στη μνήμη τους. Μόνο που τώρα θα στάζουν αίμα και θα μυρίζουν τη συσωδία της σάπιας εξουσίας σας. 
Μην τους ξυπνάτε τους νεκρούς. Αφήστε τους να μην ξέρουν. Μακάριοι και μοναχικοί ταξιδιώτες της μνήμης...



Οι άνθρωποι θρηνούν για έρωτα και για θάνατο. Για όλα τα άλλα απλά βρέχουν τα μάγουλα για να δροσιστούν. Τα μάτια πυρακτώνονται μονάχα με το απόλυτο!



Είναι όμορφο να είσαι υπερήφανος για τους προγόνους σου και για όλα τα ηχηρά "ΟΧΙ" που ξεστόμισαν. Ένας λαός που όρθωσε ανάστημα κι απέδειξε πως όλα είναι δυνατά. Μα εμένα η καρδιά μου ονειρεύεται μια υπερηφάνεια για το σήμερα. Ένα "όχι" πιο ηχηρό και μεγαλόπρεπο. Μια μάχη για τα καθημερινά τρωτά. Μια υπεράσπιση για τους ανθρώπους που στερούνται τα αυτονόητα. Μια ευγένεια για όλους και για όλα. Ένα φως να φωτίσει τις ανάγκες και τα "θέλω" του κόσμου. Μια ελπίδα πως μπορούμε να πούμε κι άλλα ΟΧΙ στην εκμετάλλευση του συνανθρώπου μας. Μια πίστη στους νεοέλληνες. Μια σιγουριά πως πάλι θα τα καταφέρουμε. Έναν ήλιο να φωτίσει τα σκοτάδια μας, να ημερέψει το μέσα μας, να βρει δρόμους που οδηγούν στις καρδιές..
Καλές επαναστάσεις, σύντροφοι!

Φαντάσου ένα χειμώνα με καρδιές γεμάτες καλοκαίρι. Και να σωπαίνουν όταν πρέπει και να μιλούν όποτε θέλουν. Αβοήθητες οντότητες στη μέση του χειμώνα να προσδοκούν την αλλαγή μια μέρα συντροφική και άοπλη χωρίς φαρέτρα και βέλη. Με ένα δισάκι γεμάτο ψωμί και νερό και αγάπη. Τι να θέλει μωρέ ο άνθρωπος; Ένα πρωινό κι έναν ήλιο!

Όταν αργείς γίνεται ξέφραγο αμπέλι η καρδιά. Όλα τα ζιζάνια τρυπώνουν και πολεμούν μεταξύ τους. Μάχεται η αμφιβολία με τη ζήλεια και η ανάγκη με την ελευθερία. Κάθε φορά που αργείς οι δείχτες του ρολογιού χορεύουν ανυπόμονα και ξαφνικά ακινητοποιούνται στα δευτερόλεπτα του παρά λίγο. 
Μην αργείς γιατί όσο μεγαλώνω εγώ τόσο μικραίνει η ανυπομονησία και γίνεται φυγή και απομάκρυνση από εκείνο που είμαι και από τούτο εδώ που ψάχνω. Μην αργείς γιατί ξέχασα να φτιάχνω φράχτες και να μαντρώνω την αγωνία μου για το χτες και το αύριο. Ξέχασα πώς μετράς τις ανάγκες του άλλου και βλέπω μόνο τις δικές μου. Και γίνομαι εγωκεντρική πάλι σα παιδί και με μαλώνω για τις μεγάλες αναμονές και όταν θα 'ρθεις θα είναι αργά και θα 'χω φύγει από το "θα 'ρθω" και θα είμαι πια στο "έφυγα"....

Σκεφτόμουν πως τελειώνει κι αυτό το καλοκαίρι και μου φάνηκε λίγο και του φάνηκα λίγη. Κάλλιο να μη φαντάζεσαι τα πράγματα, να μη σχεδιάζεις. Κι ύστερα παραμερίζω το ανικανοποίητο που με χαρακτηρίζει και παραδέχομαι πως όλα ήταν έντονα. Είδα φεγγαροβραδιές, πήγα σε συναυλίες, παρακολούθησα παραστάσεις, συνάντησα παλιούς και νέους φίλους, πρόσωπα αγαπημένα, γνώρισα ανθρώπους ενδιαφέροντες, ξεκαθάρισα σχέσεις, έβγαλα από τη ζωή μου τοξικούς ανθρώπους, κοιμήθηκα δίπλα στη θάλασσα ακούγοντας το κύμα, έκανα πάλι κατακόρυφο και ρόδα μετά από πολλά χρόνια, ήπια ρακές ένα ζεστό μεσημέρι με το φίλο μου το Χειρακάκη, πήγα στην ορκωμοσία του αγαπημένου μου Γιάννη, έπαιξα με τις λέξεις, αποθήκευσα στιγμές, σκάναρα και κράτησα κομμάτια του χτες, ανακάλυψα νέους δρόμους, καινούριες σπηλιές, μυστικά περάσματα. Έφτασα πιο κοντά σε εμένα! Είδα λάθη, αδυναμίες, τρωτά και άτρωτα σημεία, βρήκα την "αχίλλειο πτέρνα", με κανάκεψα, με χάιδεψα και μου υποσχέθηκα καλύτερες μέρες. Έζησα χωρίς ασπίδες και κράνη, ανέτοιμη για πόλεμο μα τα κατάφερα. Κι όλα τα κρατώ φυλαγμένα στο σεντούκι μου. Για το χειμώνα που θα ρθει! να είμαστε καλά και του χρόνου να ξανανταμώσουμε!!!!!

Οι πιο μεγάλες μέρες είναι εκείνες που σέρνεις τη μοναξιά από το ένα δωμάτιο στο άλλο, που κουβαλάς το κορμί σου σαν άδειο κουφάρι, σα δέντρο διψασμένο που ψάχνει απεγνωσμένα τις ρίζες του, που κοιτάς από τις γρίλιες και ονειρεύεσαι έναν ήλιο να σπάσει τα δεσμά σου και να σε ταξιδέψει. Και είναι και κάτι νύχτες που ακούς τα σκυλιά να αλυχτούν και λουφάζεις σα τρομαγμένο αγρίμι που έχει ματώσει και γλύφει τις πληγές. Οι πιο μεγάλες νύχτες είναι αυτές που γελάς για να περάσουν και οι πιο μεγάλες μέρες αυτές που ξεχνάς να τις ζήσεις....

Και ο Αύγουστος προχωρά. Ο μήνας των σταφυλιών, ελπίζω όχι της οργής, ο μήνας των έρημων πόλεων και των χαρούμενων χωριών, ο μήνας της ραστώνης και της τεμπελιάς, ο μήνας της ανεμελιάς αλλά και της θλίψης. Εκείνης της γλυκιάς μελαγχολίας για κάτι που τελειώνει πάλι τόσο γρήγορα. Και είναι κρίμα που κι αυτό το καλοκαίρι δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των ένθερμων υποστηρικτών του κι αφήνει μια γεύση ανικανοποίητου και απραγματοποίητου ονείρου ίσα για να κουβαλάς πάλι το σακί μέχρι του χρόνου που θα εύχεσαι κάπου να το ξεφορτώσεις και να απαλλαχθείς. Άχθος αρούρης.... Μεγάλο βάσανο η βαρύτητα. Σε αναγκάζει να πατάς στη γη...

Τους φίλους μου τους αφήνω ξεκλείδωτους. Να φαίνονται. Να φεύγουν και να έρχονται όποτε θέλουν. Να τους κάνουν και οι άλλοι φίλους. Οι σημαντικοί μου. Οι λατρεμένοι μου. Οι συνοδοιπόροι μου....

Ο Καζαντζάκης που τρίζουν τα κόκκαλα του από τους σωτήρες του, ο Βαγγέλης ο ψήστης που σκοτώνει αδέσποτα, ακρωτηριασμένα παιδιά που δεν ονειρεύονται πια, επιβάτες σε ένα αεροπλάνο σε ανύπαρκτη πτήση, ένας τυφλός,άριστος μαθητής που βρίσκει κλειστές τις πόρτες του πανεπιστημίου, μια παραλία που απαγορεύει την πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες, κι ένα καλοκαίρι που παραμένει αμέτοχο στην αμετροέπεια των οπαδών του. Άραγε έχουμε ακόμα ελπίδα;;





ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ! ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ…



Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

ΑΓΑΠΑ ΜΩΡΕ ΜΠΑΣΤΑΡΔΕ




Φαντάσου μια ζωή να ‘χεις προξενητάδες. Να θέλουν να σε σμίγουν με φόβους. Να σε ζευγαρώνουν με θυμούς. Χεράκι κρατιούνται αυτά τα δυο. Σα ζευγαράκι που ερωτεύτηκε μέσα στο χειμώνα. Δυνατοί οι έρωτες του χιονιού. Δένουν γερά σπρωγμένοι από εξωτερικές συνθήκες. Φόβος και θυμός. Θυμός και φόβος. Ο ένας προέκταση του άλλου, συνέχεια στο χωροχρόνο, δεκανίκι, αποκούμπι. 

Μέρες τώρα κονταροχτυπιούνται μέσα μου. Σφίγγω τα δόντια, μπήγω τα νύχια στη σάρκα μου. Φοβούμαι μήπως διαιρεθώ κι εγώ σε κομμάτια ανόμοια και χάσω τη συνοχή μου. Αδηφάγα βλέμματα από παντού έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Τραύματα που εμφανίζονται σε ανύποπτο χρόνο. 

Μούδιασαν τα μάτια από τις εικόνες. Παρέλυσε το μυαλό από τις σκέψεις. Μια τρικλοποδιά και άλλη μια, κι ένα σκύψιμο στη γη κι ύστερα πάλι όρθιος να αναρωτιέσαι, να ψάχνεις, να ελπίζεις, να ονειρεύεσαι. Άνθρωποι που πέφτουν και άνθρωποι που σηκώνονται. Ίδια εικόνα. Πάντα ίδια. 

Τι μέρα έχουμε; Ποια χρονιά διανύουμε; Ποια εποχή θρονιάστηκε στο κατώφλι μου; Ποιος αιώνας μαγάρισε τη ζωή μου; Πονάει η παραίτηση. Πονάει και η αντίσταση. Σα να ‘χω να διαλέξω δυο δρόμους και να μην παίρνω κανένα. Στέκομαι εδώ στη μέση του χρόνου, στο μετερίζι του καιρού και μονάχα αναρωτιέμαι. Διαμελισμένες στιγμές σε ένα ραγισμένο καθρέφτη. 

Πόσες φορές στάθηκα πάλι εδώ και αναρωτήθηκα τι πήρα. Λάθος! Τι έδωσα έπρεπε να μετρήσω. Τι χάρισα απλόχερα, με την καρδιά μου, με τη σκέψη μου, χωρίς παράπονο και γκρίνια. Παλιομοδίτικες οι αξίες μου. Παλιομοδίτικες σαν τα ρούχα μου.

Μια δρασκελιά η ζωή. Μέχρι να κάνεις το γύρω του τετραγώνου τέλειωσε. Μα πώς να το καταλάβεις κακομοίρη; Ξεχνιέται το «εγώ»; Πάντα εκεί να διεκδικεί την πρωτιά! Να διαλαλεί περίτρανα απαιτήσεις και «θέλω». Και η αγάπη; Η δυνατή, η μάχιμη, η παιδική, η δοτική; Όχι η άλλη, η γλυκανάλατη! Πόσο δύσκολο να αγαπάς; Δύσκολο. Ακατόρθωτο; Ακατόρθωτο για ανθρωπάκια. 

Και ο άνθρωπος να πέφτει. Ο γδούπος της ανθρώπινης συντριβής. Σα να πέφτεις από πολυκατοικία δέκα ορόφων. Πολύτιμη η ζωή. Όχι και ο θάνατος. Να ζεις το ζητούμενο. Να πεθαίνεις το τέλος αφού πρώτα ζήσεις. 

Αγάπα, μπάσταρδε! Πονάει η αγάπη. Το ξέρω! Μα δε γίνεται αλλιώς. Η αδιαφορία θα πονέσει πιο πολύ. Αργότερα θα έρθει ένας δικαστής και θα σε δικάσει για όλα. Συνείδηση λέγεται. Και θα ζητάς βοήθεια από τους θεούς σου μα κι εκείνοι θα σου κλείσουν πόρτες και παράθυρα. 

Αγάπα, μπάσταρδε! Περαστικοί είμαστε κι αν δεν πιστέψουμε στην αγάπη θα φύγουμε με άδεια χέρια και πληγές από καρφιά. 



Συμπάθαμε άνθρωπε, μα όλα αυτά που συμβαίνουν μας αφορούν κι όμως σιωπούμε!