Translate

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

«ΜΑΝΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ»




Δευτέρα. Αργά. Ξημερώματα. Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ στις 7 το απόγευμα; Να μου ράψεις τα βλέφαρα πάλι θα βρουν τρόπο να ξηλωθούν. Είναι Δευτέρα ή Τρίτη; Είναι ό,τι υπάρχει ανάμεσα τους. Θα βγω έξω. Βγαίνω καμιά φορά τέτοια ώρα. Μόνο αδέσποτα κυκλοφορούν και «κάγκουρες». 

Κατεβαίνω την Ακαδημίας. Παραδόξως δεν έχει υγρασία αν και τελειώνει και ο Νοέμβρης. Δεν έχω κι ένα σκύλο να προσποιηθώ ότι τον βγάζω βόλτα. Ξαπλωμένοι άνθρωποι πάνω σε χαρτόκουτες εδώ κι εκεί. Κάποιον τον αναγνωρίζω. Ράστα μαλλιά από την απλυσιά. Σκέφτομαι πως και αυτούς κάπου, κάπως, κάποτε, κάποιος θα τους αγάπησε. Θα έχουν να πουν κι αυτοί μια ιστορία. 

Στέκομαι στη μέση του δρόμου. Κάπως έτσι σου βγαίνει το όνομα. «Αυτή την έχει σπάσει τη φτερούγα». (Το άκουσα κάποτε για μια κοπέλα που καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε για πολύ ώρα ψηλά). Ψυχή ζώσα πουθενά. Βάζω σε λειτουργία τη μύτη μου. Δε μπορεί! Από κάπου θα έρθει μυρωδιά καμένου ξύλου. Ατύχησα. Ο Νοέμβρης στο νησί είναι ακόμα ζεστός. Δε βγήκαν τα πανωφόρια και τα γούνινα παλτό από τις ντουλάπες. Θα φορεθούν όμως πολύ φέτος οι μπότες πάνω από το γόνατο με το δωδεκάποντο τακούνι. Πάλι δε θα ντυθώ γυναίκα. Θα με δει η μάνα μου με τα αρβιλάκια και θα έχει εκείνο το βλέμμα του φονιά που θα θέλει να ρίξει οινόπνευμα, να τα κάψει κι ύστερα να χορέψει πάνω στα αποκαϊδια. 

Ακόμα να κουραστώ. Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ; Αύριο θα είμαι με μαύρους κύκλους και πρησμένα μάτια. Ένας άνθρωπος, μωρέ, να μου πει μια ιστορία! Θα πάω λίγο παρακάτω. Στην ανάγκη θα φτάσω και μέχρι τη θάλασσα. Δε μπορεί! Στο τέλος θα κουραστώ! Με τέτοια σιγουριά την πατάω πάντα. Αλλιώτικη φαίνεται τούτη η πόλη τη νύχτα. Δεν έχει ανθρώπους με «κρανιοεγκεφαλικές» κακώσεις. Κοιμούνται αυτή την ώρα και ονειρεύονται εκδίκηση και αίμα. Μα την Κυριακή θα εμφανιστούν στην εκκλησία να ανάψουν ένα κεράκι και να προσευχηθούν για να σώσουν την ψυχή τους. Έχουν δικό τους θεό. Πλακάκια τα κάνουν μαζί του.

Ένα 4 Χ 4 με ιλιγγιώδη ταχύτητα με προσπερνάει. Νομίζω πως κάνει σεισμό. «Σου λέω πάλι ο αφελής σκούπισε τα πόδια σου και πέρασε
και πέρασε…» αναφωνεί ο μέγας αοιδός! Καμία ελπίδα… Πού πάμε με φιμέ τζάμια και Παντελίδη; Τρέχουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν ξέρουμε και τη διαδρομή. Τι θέλεις κι εσύ και τα αναλύεις όλα; Να είδες τώρα που νιώθεις ουρανοκατέβατη; Αν σε δει κανένας γνωστός τέτοια ώρα στους δρόμους αύριο θα σου στείλει συνταγή για Xanax! Κι αυτά τα παιδιά που πήγαν; Ονειρεύονται πως θα αλλάξουν τον κόσμο. Με ένα ποίημα, ένα πινέλο, μια κιθάρα κι ένα φιλί. 

Ψάχνω ένα σημάδι. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ! Ψάχνω μια ελπίδα. Κι αυτή κοιμάται; Έχω κι αυτό το κρύωμα που με ταλαιπωρεί. Τι την ήθελες την ξεροκεφαλιά και το ασυμβίβαστο; Δε βλέπεις που νιώθεις ουρανοκατέβατη; 

Μια παρέα παιδιών ακούγονται από μακριά. Συνθήματα μέσα στη νύχτα; Μοναχική πορεία; Τραγουδούν ρυθμικά: «ΜΑΝΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ. ΘΑ ΠΑΩ. ΘΑ ΠΑΩ. ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ». Ο Μίλτος μου του έμαθε κάποτε. Τώρα σπουδάζει. 



Αποφάσισα. Δε θα φορέσω μπότα πάνω από το γόνατο. Δε θα συμβιβαστώ με το εύκολο. Δε θα κάνω εκπτώσεις στα όνειρα. Και αύριο την ίδια ώρα θα πιω πάλι ένα δυνατό καφέ! Υπάρχει ελπίδα στους ΑΝΤΙΦΑ! Καλή σου ώρα, ρε Μίλτο!