Translate

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

ΔΥΟ ΜΑΤΙΑ ΜΕ «ΗΛΙΑΚΑ» ΓΥΑΛΙΑ







Είναι μόλις πέντε χρόνων. Έξυπνο και πονηρό σαν όλα τα παιδιά. Ήρθε και τα άλλαξε όλα. Έφερε τα πάνω κάτω. Μπήκε φως στο σπίτι, ανοίξαμε τα παράθυρα, ανοίξαμε και τις καρδιές μας. Ένας νέος ανθρωπάκος που μας κέρδισε όλους. Μας άλλαξε και τα ονόματα επειδή δυσκολευόταν να τα πει. Μας άρεσε η προσέγγιση του και τα κρατήσαμε. Αθώα προσέγγιση. Παιδική. 

Δυο μεγάλα πράσινα μάτια που τα λένε όλα. Δεν έχουν λόγο να κρύψουν τίποτα. Αφοπλιστικά αθώα. «Πώς να κρυφτείς από τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα». Κι ένα χαμόγελο που διώχνει το γκρίζο και φέρνει γαλήνη και τρυφεράδα.

Δεν είναι δικό μου παιδί αλλά είναι σαν δικό μου. Εγώ του μαθαίνω μονάχα σκανταλιές, του λέω παραμύθια που είναι μόνο δικά μας: « Ο κύριος Νταμπίνος και η κυρία Νταμπίνα», «ο κόκορας ο κόρο και η κότα η κόκο», «ο Φέλιξ και η καμένη του γούνα". Ανεβαίνουμε μαζί στο πατίνι και φωνάζουμε «γιούρια» γιατί έτσι πρέπει να είναι η ζωή και πρέπει να το μάθει νωρίς και να ελπίζει με χαμόγελα.

Ο Μανολάκος νομίζει ότι η γιαγιά είναι ράφτης και έχει «γκαζομηχανή» που «γκαζώνει» τα ρούχα του παππού. Κι άντε να του εξηγήσεις ότι η γιαγιά μόνο γκάζια βάζει του παππού. Ισχυρίζεται ότι τα φίδια πρέπει να τα προσέχουμε γιατί είναι «δηλητηριασμένα». Αχ! μωρέ Μανολάκο! Τα φίδια μια χαρά είναι. Εμείς δηλητηριαστήκαμε από τότε που μεγαλώσαμε και χάσαμε την παιδικότητα και ξεχάσαμε να νοιαστούμε για τα πιο σημαντικά.

Όταν ο ουρανός γεμίζει «μαυροκάπνιο» δεν του αρέσει καθόλου γιατί του κρύβει το γαλάζιο του ουρανού κι όταν ξαπλώνει στο χώμα του μαυρίζει τη ματιά. Και θέλει να πετάξει με ένα πύραυλο αλλά δεν έχουμε στην Κρήτη και θα αναγκαστεί να φύγει. Όταν μεγαλώσει θα γίνει καζανάρης και τρακτερατζής και γιατρός για να κάνει καλά του παππού τα χέρια. Όλα θα τα φτιάξει ο μικρός Μανολάκος. Όλα θα τα τακτοποιήσει, θα τα στοιχήσει στη σειρά σα στρατιωτάκια και με το μαγικό ραβδάκι θα φτιάξουν όλα. Έτσι όπως τακτοποίησε κι εμάς και έδωσε νόημα στις γιορτές μας και θυμηθήκαμε τα παραμύθια και τους δράκους και τις ιστορίες και τα παιχνίδια και γίναμε πάλι παιδιά.

Ο Μανολάκος ήξερε μια ιστορία για ένα πληγωμένο αετό αλλά δε θέλει να τη διηγηθεί στη μαμά του για να μην στεναχωρηθεί και κλάψει. Και την κρατάει μονάχα για τον εαυτό του. Όταν μεγαλώσει πολύ θα παντρευτεί τη Νικολέτα και τη μαμά του που είναι η πιο γλυκιά μαμά του κόσμου και την αγαπάει «μέχρι τα παπιά»! Και δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθεί αν δεν πει : «όνειρα γλυκά και σ’ αγαπώ πολύ» γιατί αυτός ξέρει να αγαπά πολύ και να έχει «ανυπομονή» να ξημερώσει για να πάει στο «σκολείο» και να παίξει.

Δεν του αρέσει να τσακώνονται οι άνθρωποι. Όταν ακούει φωνές κλείνει τα αυτιά του και τραγουδάει για να ηρεμήσουν οι άνθρωποι, να τραγουδήσουν κι αυτοί και να γνωριστούν καλύτερα.

Τις τελευταίες μέρες τραγουδάει του Γκάτσου «το μεθυσμένο καράβι». Του άρεσε η μελωδία. Τον συγκλόνισαν οι στίχοι.


Αρθούρε Ρεμπώ απόψε θα μπω
στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά ν’ ανοιχτώ σε κύκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει



Τι να καταλάβει κι ο κόσμος; Τι να περιμένεις άραγε κι εσύ; Τι υπάρχει μέσα στο μικρό σου κεφαλάκι; Κάποτε θα πάψεις να φοβάσαι τα σκοτάδια της νύχτας. Της μέρας είναι πιο τρομακτικά. Θα βάζεις τα «ηλιακά» σου γυαλιά και θα βγαίνεις περίπατο στη λιακάδα. Να μη νιώσεις ποτέ παγωνιά. Να γίνει καλός άνθρωπος και να μη λες ποτέ θλιμμένες ιστορίες. Μονάχα αλήθειες με ευτυχισμένο τέλος.


Αρθούρε Ρεμπώ
θα μπω στο μεθυσμένο σου καράβι
Αρθούρε Ρεμπώ
να δω ποια σπίθα σώθηκε κι ανάβει..



Η σπίθα ανάβει τη φωτιά. Σαν τις πέτρες που τρίβαμε και προσπαθούσαμε να τα καταφέρουμε. Όταν μεγαλώσεις θα σου έχω έτοιμη την πιο όμορφη ιστορία. Την ιστορία που έφερες τη μέρα που γεννήθηκες. Το Λολιτάκι σου κρατάει πάντα τις υποσχέσεις της.


Καληνύχτα Μανολίτο! Καλώς όρισες στον κόσμο! Πάντα ανοιχτά πανιά και καλοί άνεμοι!!!!! Σ’ αγαπώ μέχρι τα παπιά!!!!!!!!!







ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ




Υπάρχουν κι αυτές. Τραγικά όμορφες. Καταδικασμένες μέσα στην πολυφωνία και στην οχλαγωγία. Να δίνουν πάτημα, να συντονίζουν το βηματισμό, να αφήνουν στόματα ορθάνοιχτα. Όμορφα στόματα! Για φίλημα.. Να μοιάζει μετριότητα η ζωή των άλλων και σημαντική η δική σου. Να λες πως για τούτο μόνο αξίζει η ταλαιπωρία και οι σταυροί που θα σηκώσεις μέχρι το τέρμα, για τις πιο μεγάλες, τις πιο λατρεμένες σου αλήθειες.

Σε παρακολουθώ εδώ και μέρες. Μονάχα σιωπές. Βουβή μυσταγωγία. Ηρεμία πριν την καταιγίδα. Πριν από το ξέσπασμα. Πριν να κραυγάσεις και να φτύσεις όλες τις γυμνές αλήθειες. Τις δικές σου και των άλλων. Μα πρώτα πρέπει να αποκοπούν από τον κόσμο, να μεταφραστούν, να ερμηνευτούν κι ύστερα να παραδοθούν στους αέρηδες για να κάνουν «μπούγιο» και εντύπωση. Επιχειρείς να τις βάλεις σε σειρά. Να τις στοιχίσεις. Να τις «μιξάρεις».

Αλήθεια πρώτη! Οι φίλοι οι σημαντικοί σου, οι αγαπημένοι σου, στη σταύρωση και στην ανάσταση εκεί. Πάντα εκεί. Κι εσύ παρούσα στη δικιά τους. Να μαζεύουν τα ρετάλια και να φτιάχνουν καινούρια σκηνικά. Να στρώνουν τον κακοτράχαλο δρόμο για να περάσεις και να μην σκοντάψεις ποτέ ξανά. Να σε περπατάει η ζωή και να σε πηγαίνει στη θάλασσα κι εκείνοι να περιμένουν να γυρίσεις. Και να θες κι εσύ να τους ξαναδείς κι ας άλλαξαν οι τόποι και τα περάσματα.

Αλήθεια δεύτερη! Ο έρωτας με τη μεγαλοστομία του και την απρέπεια του. Ο έρωτας που σε παραμερίζει και σε προσπερνά και σε κοντράρει με το είναι σου και τη λογική. Οι έρωτες μας ένα μεγάλο πανηγύρι με λούνα πάρκ και ρόδες που γυρίζουν και «σημαδεύουν» με όπλα και βαράνε στο ψαχνό. Και περπατάς ίσια κι όμως βρίσκεσαι απέναντι και σε κοιτάς και δε σε αναγνωρίζεις. Ο έρωτας που δε δέχεται κλισέ και κανόνες και στεγανά! 

Αλήθεια τρίτη! Η σοφία του καιρού που σε κάνει μεγαλώνοντας να απολογείσαι, να καταδικάζεσαι στη μετριότητα και να επαναστατείς γιατί είσαι ακόμα ζωντανός. Η σοφία του ένα «θα δούμε» που ποτέ δεν είδαμε μα ακόμα ελπίζεις κι όταν ελπίζεις όσο κλειστοφοβικός κι αν είσαι θα τα καταφέρεις να στριμωχτείς και να επιβιώσεις.

Αλήθεια τέταρτη! Λατρεμένη μου ρυτίδα! Χαραμάδα στο μέτωπο. Πέρασμα, δίοδος, φευγιό. Ρωγμή του χρόνου που θα ρθει κι όχι εκείνου που έφυγε. Μπορεί να περάσουν δυο ζωές και να μην την δεις. Να μην την παρατηρήσεις ποτέ. Να την προσπεράσεις. Και είναι κρίμα γιατί αυτή μπορεί να σου μάθει πως με ορθοπεταλιές το ποδήλατο έχει περισσότερο ενδιαφέρον όσο επικίνδυνο κι αν γίνεται.

Αλήθεια Πέμπτη! Η διαδρομή σου κρίνεται από τις πράξεις σου και όχι τόσο από τα λόγια. Βουτηχτής στο κενό αν αυτά τα δυο δεν ταιριάζουν. Αν αυτά τα δυο δεν πορεύονται αγκαζέ. Φρικτά ανέραστη η ζωή αν δεν τα βάλεις και τα δυο δίπλα δίπλα. Η ζωή σου μετέωρη σα σύννεφο μολυβένιο.

Αλήθεια έκτη! Ο χρόνος σκιάχτρο που έφτιαξαν οι δυνατοί για να δικαιολογούν την αδυναμία τους. Η ψυχή δε γερνά παρά μόνο αν της δώσεις το «οκ»! Βόλεμα και ξεβόλεμα. Να λέει το κορμί όχι και η καρδιά να σπρώχνει και να παλεύει να νικήσει τα δευτερόλεπτα. Να φοβάται το κορμί τα ύψη κι αυτή να ζυγιάζει τα φτερά και να πετά στο κενό.

Αλήθεια έβδομη! Να βλέπεις παιδιά να μεγαλώνουν και να σε αγαπούν ακόμα γιατί κάποτε πίστεψες πολύ σε αυτά και δεν «κώλωσες» να τους δώσεις βάθρο να ανέβουν και να σε δουν από εκεί. Να σου μιλούν με λατρεία και να σε υπολογίζουν ακόμα και τώρα που μεγάλωσαν κι έφτιαξαν το δικό τους σκαλοπάτι. Και να σε προσκαλούν να το μοιραστείτε! 

Αλήθεια τελευταία! Η διαδρομή της μέχρι τώρα ζωής σου που τα είχε όλα! Και χαρές και πίκρες και δάκρυα, κυρίως δάκρυα, και γέλια και αποχωρισμούς και έρωτες και χωρισμούς και αγκαλιές και αγάπες. Όλα δικά σου. Θησαυροί πολύτιμοι. Άνθρωποι σημαντικοί. Και πάθος γιατί η ζωή χλιαρή δεν αξίζει. Στο μέγιστο βαθμό. Στο απόλυτο παραλήρημα ζωής και κομμένης ανάσας χωρίς αναπνευστήρες και μπουκάλες. Καλός βουτηχτής είναι αυτός που κρατάει την ανάσα και βουτά και λυτρώνεται από τα βαρίδια κι ας μην ξέρει το μετά. Δίκτυ προστασίας δεν υπάρχει. Αν τύχει όμως και τα καταφέρεις το χειροκρότημα σε κρατάει στην πίστα και σου δίνει καινούρια φτερά.



Αλήθειες αγαπημένες! Γιατί η ζωή είναι τραγικά όμορφη και φριχτά ωραία. Κι αν ζεις μαθαίνεις πως η αλήθεια είναι ξεβόλεμα και αγώνας…

Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Χαμένη στιγμή

Στην προκυμαία σταθήκαμε και κοιτάζαμε τον ορίζοντα. Ένα ξέφτι του χρόνου έκατσε στα μαλλιά σου. Από κάπου μακριά ακουγόταν ο ήχος από ένα ακορντεόν. Το ξόδεμα είναι σαράκι που σιγοτρώει. Μα σου υποσχέθηκα να μη ρωτήσω τίποτα για τότε. Την κράτησα την υπόσχεση! Τόσα χρόνια μόνο ξέφτια και κουρέλια… το χαμόγελο και τα μάτια σου ίδια. Ίδιος και ο τρόπος που κοιτούσες! Μόνο το βλέμμα δεν κατάφερες να μπαλώσεις κι ύστερα όλα τα άλλα έμπαζαν από παντού. «Θα σε περιμένω καμιά φορά εδώ. Να έρχεσαι αν μπορείς. Μόνο να συναντιούνται τα χέρια μας. Να χαϊδεύουν μαζί το χρόνο, να τον καλοπιάνουν και να του λένε ψέματα». Έτσι μου είπες. Μα όταν ήρθα είχες φύγει. Η στιγμή σου και η δική μου έβλεπαν άλλη εικόνα. Είχαν διαφορετικά μπαλώματα….και δε σε είδα ούτε με είδες ποτέ….

Σάββατο, 26 Απριλίου 2014

ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΤΩΡΑ





Είναι από εκείνες τις μέρες που περπατάς. Απλά περπατάς… Βολτάρεις στην πόλη κάτω από τον ήλιο του Δεκέμβρη και χάνεσαι στις σκέψεις σου. Και η σκέψη είναι αναρχοαυτόνομη! Δεν ελέγχεται. Ταξιδεύει . Μόνο ταξιδεύει. Κι αν σε ρωτήσει κάποιος «τι;» δε θα μπορέσεις ποτέ να απαντήσεις ξεκάθαρα.

Αργά περπατούσα κι ας μην το συνηθίζω. Κάτι έψαχνα. Κάτι γύρευα να ακουμπήσω το βλέμμα μου, να το ξεκουράσω. Και το εντόπισα! Καθισμένα οκλαδόν στον παγωμένο δρόμο να τραγουδούν, να φωνάζουν συνθήματα, να ονειρεύονται ότι θα αλλάξουν τον κόσμο απλά με τη φωνή τους.

Αχ! αυτή η ορμή της νιότης! Κοντοστάθηκα και τα θαύμασα. Έκλεισα τα μάτια και είδα τον εαυτό μου να κάθεται εκεί, μαζί τους, να ενώνω τη φωνή μου με τη φωνή τους. Να γίνομαι πάλι 17 και να διεκδικώ, να ερωτεύομαι, να ονειρεύομαι, να πιστεύω ψυχή τε σώματι πως ο κόσμος μου ανήκει. «ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΚΟΥΦΑΛΑ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ»!!!!!!!!

Αγαπώ πολύ τους εφήβους. Νιώθω πως μαζί τους δε μένω στάσιμη. Με διδάσκουν, με νουθετούν με κάνουν και γελάω, μου δείχνουν τον κόσμο που προχωράει, απλοποιούν την πολύπλοκη σκέψη μου, με ταξιδεύουν με το γέλιο τους, με λούζουν με το κλάμα τους, μου χαρίζουν το παραμύθι τους!!!

Μην τους πυροβολείτε! Μην τους στήνεται στον τοίχο! Μην τους απαγορεύετε να πιστεύουν με σιγουριά ότι απόψε θα γκρεμίσουν τον κόσμο και αύριο θα τον ξαναχτίσουν! Αφήστε τους να κάνουν τα δικά τους λάθη! Δεν υπάρχει κανένα χάσμα! Υπάρχει μόνο το κουρασμένο βλέμμα μας!

Μέχρι τώρα κανείς έφηβος δε με πρόδωσε! Μου χάριζαν και εξακολουθούν να μου χαρίζουν την αθωότητα και τη μαγκιά τους. Γιατί η ζωή είναι μαγκιά και όποιος από εμάς είναι μάγκας ας τη ζήσει!!! Και το μόνο που αγαπώ στις γιορτές είναι το καθιερωμένο μας ραντεβού για ρακές και κουβέντα και εξιστόρηση των περιπετειών από τη φοιτητική τους ζωή! 

Ευχαριστώ! Χίλια ευχαριστώ! Ευχαριστώ που υπάρχετε και με κάνετε να θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος! Και συγνώμη γιατί ανήκω κι εγώ στον κόσμο των ενηλίκων που ό,τι εσείς χτίζετε εμείς το ισοπεδώνουμε…. 





Στα «παιδιά» μου που με διδάσκουν…

Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Τα "ψυχάκια" που μας αγάπησαν







Να πω τη μαύρη μου αλήθεια με τέτοιους τύπους δεν έμπλεξα ποτέ. Τους μυριζόμουν από απόσταση και χρησιμοποιούσα το στρίβειν δια του «τρεχάτε ποδαράκια μου». Το δόλωμα δεν έκρυβε τίποτα ενδιαφέρον και ακόμα και η ταλαιπωρία ήμουν σίγουρη ότι δε θα είχε καμιά γλύκα. Έτσι τους απέφευγα σαν το διάολο το λιβάνι, όχι γιατί ήμουν έξυπνη και υποψιασμένη ούτε επειδή είχα το κοκαλάκι της νυχτερίδας και δεν βρίσκονταν στο δρόμο μου αλλά γιατί οι δικές μου προτιμήσεις είχαν να κάνουν με κάτι άλλους «άρρωστους» τύπους αναποφάσιστους και μπερδεμένους που με είχαν στην αναμονή και φαντασιωνόμουν ιστορίες. Ο μαζοχισμός σε όλο το μεγαλείο δηλαδή αλλά άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου και άντε να βγάλεις άκρη.

Οι φίλες μου «ευτυχώς» έχουν να διηγηθούν πάμπολλες ιστορίες με ψυχοπαθείς ερωτευμένους –όπως αποδείχτηκαν εκ των υστέρων- που με ύπουλο και κολακευτικό αρχικά τρόπο κατάφεραν να τις προσεγγίσουν και να τους κάνουν τη ζωή κόλαση. Και τώρα πια μπορεί να γελάμε αλλά τότε δεν ήταν καθόλου αστείο το μαρτύριο που περνούσαν με έναν Ηρακλή Πουαρό σε κάθε τους βήμα. Η λέξη «χωρισμός» για αυτούς τους μανιακούς εραστές ήταν απαγορευμένη λέξη. Αδυνατούσε ανθρώπινος νους να συλλάβει τι θα επακολουθούσε αν η απελπισμένη κορασίδα τολμούσε να ξεστομίσει την επιθυμία της. Έπρεπε να βρει και καράβι να φύγει ή να βρει τρόπο να αντέξει τις αφόρητες τύψεις από τις υποτιθέμενες απόπειρες αυτοκτονίας που ετοίμαζε ο πονεμένος «ψυχοπαθής».

Θυμάμαι τη Γιούλη, αρχηγός όσον αφορά τις περιπτώσεις ψυχοπαθών αγαπητικών, να συγκαλεί συμβούλια φιλενάδων για να τη βοηθήσουμε να απαλλαγεί όσο γίνεται πιο ανώδυνα από το «ΠΤΩΜΑ» ή αλλιώς «αγάπη μου, αγάπη μου» όπως τον αποκαλούσαμε κοροϊδευτικά. Η σχέση είχε ξεκινήσει με όλους τους καλούς οιωνούς. Το «πτώμα» ήταν μια χαρά συμπαθέστατο παιδί που έδειχνε να τη νοιάζεται και να την προσέχει. Αλλά μάλλον, όπως αποδείχτηκε αργότερα, την παραπρόσεχε. Είχε γίνει η σκιά της. Την ακολουθούσε σε κάθε της βήμα και κρυφά και φανερά. Κάθε φορά που η Γιούλη αρνιόταν να τον συναντήσει γιατί είχε και άλλες υποχρεώσεις την απειλούσε ότι «θα πάρει το μηχανάκι, θα βάλει και το κράνος και θα πάει να αυτοκτονήσει». Δε μπορούσε με τίποτα να δεχτεί ο άμοιρος ότι πριν από αυτόν η κοπέλα είχε και άλλες σχέσεις. Κάθε φορά που το σκεφτόταν μόνος του θύμωνε τόσο πολύ που μούτρωνε και δεν της έλεγε κουβέντα για ώρες. Κάποτε πάλι που την παρακολουθούσε την πέτυχε στον παραλιακό και άρχισε να την αγκαλιάζει και να τη φιλά, να την τραβά με το ζόρι μέχρι που στο τέλος της έσκισε την μπλούζα και ένας γείτονας τον απείλησε ότι θα φωνάξει την αστυνομία και την άφησε να φύγει. Το ειδύλλιο έληξε άδοξα και το «πτώμα» βρήκε ένα άλλο θύμα, όπως μάθαμε αργότερα, και συνέχισε την τακτική του.

Η φίλη μας βέβαια που ήταν παθούσα δεν έγινε ποτέ μαθούσα. Μυαλό δεν έβαλε! Ο επόμενος ήταν ακόμα χειρότερος, κτητικός, ζηλιάρης και λάτρης των όπλων. Όταν τα κατάλαβε όλα αυτά η φουκαριάρα ήταν αργά για να δώσει ένα τέλος. Πέρασε πάλι «των παθών της τον τάραχο» και αναγκάστηκε να εξαφανιστεί μήπως και χάσει τα ίχνη της. Χώρισαν το 2008 και πρόσφατα άρχισε πάλι να της στέλνει μηνύματα δακρύβρεχτα για το πόσο έχει μετανιώσει και πόσο την αγαπάει και τη θέλει πίσω. Κρύος ιδρώτας την έλουσε αλλά είπε να το χειριστεί πιο δυναμικά και να χρησιμοποιήσει τσαμπουκά και θράσος και το βασικότερο να μην τον φοβηθεί.

Κι από την άλλη βρίσκεται η Νανά! Εμφανίστηκε ο κουλτουριάρης Ζεν Πρεμιέ με το «Μονόγραμμα» του Ελύτη ανά χείρας. Και δώστου ποίηση και λογοτεχνία και ωραία λόγια και δώρα. Κούφιος ο τύπος! Είχε παπαγαλίσει πέντε στιχάκια, είχε μάθει και δυο ποιητές κι έκανε τον καμπόσο πουλώντας πνεύμα. Όταν τον έπιασε όμως το «γλυκύ» του, που λέει και η μάνα μου, παραλίγω να τη στείλει στο ψυχιατρείο. Και κάθε φορά που η Νανά προσπαθούσε να ξανακάνει σχέση εκείνος ήταν ένα βήμα μπροστά και οι υποψήφιοι δεσμοί έκαναν φτερά. Αργότερα έμαθε ότι ο «καλλιεργημένος» έσπερνε φήμες και οι «γαμπροί» εξαφανιζόταν.

Αυτές τις μέρες τους μνημονεύουμε συχνά. Ο φόβος παραλύει τους ανθρώπους και αποκτούν την ψυχολογία του θύματος. Όμως όλοι αυτοί είναι θρασύδειλοι, βαρετοί και προβλέψιμοι. Ούτε θα αυτοκτονήσουν, ούτε θα σε διεκδικήσουν με υγιή τρόπο, ούτε θα σε ξαφνιάσουν ποτέ ευχάριστα. Και το κυριότερο είναι πως ποτέ δε θα αλλάξουν όσες υποσχέσεις κι αν δώσουν. Εσύ θα καταφέρεις να τους ξεφορτωθείς κι εκείνοι θα βρουν ένα νέο θύμα για να εξακολουθήσουν την ίδια τακτική.



Κορίτσια, τα ψυχάκια που σας αγάπησαν είναι για γέλια και για κλάματα! Αλλά τουλάχιστον έχουμε να λέμε πολλές ιστορίες τα βράδια που συναντιόμαστε στην αυλή!!

Το λεωφορείο Ο ΠΟΘΟΣ




Το σχολείο ήταν σχεδόν πάντα μονοθέσιο. Ένας δάσκαλος είχε στην επίβλεψη του 35 παιδιά. Δύσκολο έργο! Πιο δύσκολο όμως ήταν να πηγαίνεις τρίτη δημοτικού και να διδάσκεσαι τα μαθήματα της τετάρτης. Πώς ήταν δυνατό να χωρέσει το μικρό σου μυαλουδάκι μαζί με την οξεία, την περισπωμένη(που για να τη θυμόμαστε τη λέγαμε τεμπέλα- ξαπλωτή), τη δασεία και την ψιλή, τα προχωρημένα μαθηματικά και τη γεωγραφία της Ευρώπης όταν δεν είχες μάθει ακόμα της Ελλάδας; (όπου Ελλάδα δεν ήταν μόνο η Αθήνα όταν καταλάβαμε πολύ αργότερα). 
Οι περισσότεροι δάσκαλοι που «εξέτισαν την ποινή τους» στο χωριό ήταν νέοι αλλά αυστηροί και με λιγότερες ευαισθησίες από τον Παττακό. Αυτό σήμαινε ότι η «αγία ράβδος» ήταν το αγαπημένο τους χόμπυ που συχνά πυκνά χρησιμοποιούσαν για να επιβάλλουν την τάξη. Όλοι αυτοί οι απόφοιτοι της παιδαγωγικής Ακαδημίας, με εξαίρεση δύο ή τρεις που πέρασαν από το υπερήφανο σχολείο μας, φιλοξενήθηκαν στο γνωστό «αποθηκάκι». Ήταν μια αίθουσα που είχε διαμορφωθεί σε μια μικρή γκαρσονιέρα με εξωτερικό νεροχύτη για να μπορεί ο δάσκαλος να κάνει «τη λάτρα του». Εννοείται ότι το «μέρος» ή «καμπινές» (κοινώς τουαλέτα) ήταν εξωτερική και τούρκικη. Για ντουζιέρα ούτε λόγος!
Το μεσημέρι απαγορευόταν να κυκλοφορήσεις στην πλατεία και να ενοχλήσεις με τις φωνές και τα παιχνίδια σου τον ευυπόληπτο, μορφωμένο φωστήρα του χωριού (ο δάσκαλος, ο παπάς και ο πρόεδρος εξάλλου, έχαιραν αυτής της αναγνώρισης).
Όταν όμως πηγαίναμε εκδρομή ο δάσκαλος μεταμορφωνόταν. Και από σοβαρός και αυστηρός επιτηρητής γινόταν καλοσυνάτος, τρυφερός και ανθρώπινος. Μπορεί να έφταιγαν τα ντολμαδάκια που κουβαλούσαμε σε κάθε εκδρομή στο «τσικαλόχωμα»(περιοχή έξω από το χωριό). Οι μαμάδες δεν καταλάβαμε ποτέ αν καθόταν όλο το βράδυ και τύλιγαν τους τεράστιους ντολμάδες για να ευχαριστήσουν εμάς ή το δάσκαλο και να προσέξει περισσότερο τον κανακάρη τους που ήταν λιγουλάκι αδύναμος. Όπως και να είχε πάντως όλοι χορταίναμε! Εκείνος με τους ντολμάδες κι εμείς με το παιχνίδι!
Ο αγαπημένος μας περίπατος ήταν στο «στρουμφοχωριό». Πριν πολλά χρόνια σε ένα ελαιώνα κάπου έξω από το χωριό είχαν παρατήσει ένα λεωφορείο από εκείνα που νομίζεις ότι θα μπεις μέσα και θα δεις το Χατζηχρήστο να κρατάει δυο κοτόπουλα στα χέρια. Στα άμεσα σχέδια ήταν το λεωφορείο αυτό να γίνει κάποτε μετόχι, πράγμα που δεν επετεύχθη ποτέ. Έτσι για μας παρέμεινε το λεωφορείο των Στρουμφ και όταν μπαίναμε μέσα το ανεβάζαμε πάντα ψηλά στον ουρανό. Η εκδρομή τελείωνε κατά τη 1.30 και όλοι γυρίζαμε κατάκοποι αλλά ευτυχισμένοι.
Την επόμενη μέρα παίρναμε πάλι τον ίδιο δρόμο για το σχολείο, φορτωμένοι με τη σάκα και τα κουτσουράκια για τη σόμπα(υποχρέωση όλων των παιδιών ήταν να κουβαλούν κάθε μέρα ένα μικρό κούτσουρο για τη σόμπα του σχολείου και ένα για τη σόμπα του δασκάλου) και περιμένοντας το διάλειμμα περνούσε η ώρα.
Κάποια στιγμή τέλειωνες το δημοτικό, έπαιρνες το απολυτήριο και γινόσουν μαθητής γυμνασίου. Ποίου γυμνασίου όμως; 
Εκείνη την εποχή υπήρχε στις Μοίρες το οικοτροφείο θηλέων που κάποιοι γονείς είχαν επιλέξει να στείλουν τα κορίτσια τους υπό την επίβλεψη της Παναγίας Καλυβιανής δηλαδή των «κοριτσιών με τα μαύρα». Δεν θα ήσουν και στις Ουρσουλίνες αλλά και πάλι αυτό θα ήταν μαρτύριο. Για καλή μας τύχη όμως, τη χρονιά που τελειώσαμε το δημοτικό οι «ουρσουλίνες» έκλεισαν! Έτσι όλοι μαζί, αγόρια και κορίτσια θα συνεχίσαμε στο γυμνάσιο της Γαρίπας!
Κάθε πρωί στις 7.00 ή 7.45 εμφανιζόταν στην πλατεία το κίτρινο λεωφορείο δηλ το σχολικό, για να μας παραλάβει και να αρχίσει το ταξίδι. Επειδή όμως μάζευε τα παιδιά από δέκα χωριά που δεν ήταν όλα στην ίδια κατεύθυνση, έκανε δύο δρομολόγια. Άρα μία εβδομάδα ήσουν πρώτος δρόμος και μία δεύτερος! 
Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά! Το σχολικό αγκομαχούσε καμιά φορά αλλά τη δουλειά του την έκανε! Μας έβγαζε ασπροπρόσωπους ο Αστραχάν! Από τη δευτέρα όμως, μέχρι και ην Τρίτη γυμνασίου μία μέρα μας πήγαινε, μία τον πηγαίναμε εμείς! Το μαρτύριο ήταν να βρέχει και να χαλάει πάντα στη μεγάλη ανηφόρα του χωριού. Βγαίναμε τότε όλοι έξω, εκτός τον οδηγό, και σπρώχναμε μήπως και καταφέρει να πάρει μπροστά! Μάταιος κόπος.. παίρναμε τα μπογαλάκια μας και τα ποδαράκια μας και φτάναμε στο σχολείο μούσκεμα! Αν καθήσουμε να μετρήσουμε πόσες φορές χάλασε, δεν ξέρω αν τελικά πηγαίναμε με σχολικό ή με τα πόδια!
Ο καϋμένος ο Αστραχάν γέρασε, σκούριασε και σάπισε! Παρατημένο τον είδα πριν μερικά χρόνια σε ένα χωράφι. Επειδή όμως δε μου αρέσουν οι στενάχωρες σκέψεις, αποφάνθηκα ότι άλλαξαν λεωφορείο τα στρουμφάκια και μετακόμισαν σε ένα νέο στρουμφοχωριό . Άρα περνάει μια χαρά και έχει πάντα παρέα!
Εμείς πάλι καταλάβαμε ότι η ζωή μας ήταν συνυφασμένη πάντα με ένα λεωφορείο, ένα τρελό λεωφορείο που πραγματοποιούσε τα πιο παράξενα δρομολόγια, με τους ποιο παλαβούς ταξιδιώτες! 
Συνταξιδιώτες μου, επόμενος σταθμός ……

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Τα ψέματα που αγάπησα









Πολλές φορές αγαπήσαμε παραμύθια. Όχι γιατί ψάχναμε την ψευτιά και την απάτη, μα εξαιτίας μιας εσώτερης ανάγκης για τα μικρά στολίδια που δίνουν λάμψη στο δρόμο και βάζουν φωτεινά βελάκια να προχωρήσεις. Το παράλογο είναι πως από την αρχή ξέραμε αλλά άντε να μαντρώσεις την ελπίδα και να της βάλεις χαλινάρι μην τύχει και λοξοδρομήσει. Αυτά είναι δύσκολα. Μοιάζει με ανήλιαγο καλντερίμι που μυρίζει κάτουρο και αλκοόλ. Αντέχεται η βρώμα και η δυσωδία της εγκατάλειψης; Αν βάλεις όμως ένα φιόγκο, μια κορδέλα, ένα αυτοκόλλητο, ζωγραφίσεις και μια καρδούλα τότε υποφέρεται αλλιώτικα το κενό.


Ο τροχός γυρίζει! Μέγα ψέμα! Μπορεί να μην υπάρχει και μεγαλύτερο. Ποιος άνομος άνθρωπος το σκαρφίστηκε και μπήκαμε όλοι μαζί στον πειρασμό να περιμένουμε; Κι αν όντως γυρίζει μήπως αλλάζει δρόμο και χάνεται από το οπτικό μας πεδίο;


Για πάντα! Ψέμα δεύτερο. Ηχηρό, μεγαλόπρεπο, πολλά υποσχόμενο, οδηγός της ματαίωσης! Το «πάντα» δεν είναι για πάντα και ούτε είναι τα πάντα. Απλά δεν υπάρχει καμιά συνταγή μαγική για να το κρατήσεις σαν υπόσχεση αέναη με ιστορική συνέχεια. 


Αυτό που δε σε σκοτώνει σε κάνει δυνατότερο! Πιο υποψιασμένο και καχύποπτο μπορεί. Δυνατότερο όμως σε καμία περίπτωση. Κι αν ψάχνεις πριν τα ψηλά τώρα θα αρκεστείς στο μπόι σου κονταίνοντας το λιγότερο δύο εκατοστά. 



Θα αλλάξω τον κόσμο! Μεγαλώνοντας συνειδητοποιείς πως ούτε τον εαυτό σου δεν κατάφερες να αλλάξεις και θα καταφέρεις να αναμετρηθείς με το σύμπαν;; Μεγαλοϊδεατισμός λέγεται αυτό και μάζεψε τον πριν να είναι αργά. «Αυτός ο κόσμος δε θα αλλάξει ποτέ».



Δε θα κρατήσω κανένα μυστικό! Οι περισσότερες σκέψεις είναι μυστικές. Δεν τις μοιράζεσαι ούτε με τον άλλο εαυτό σου. Εκείνο το σκοτεινό που παραμονεύει στη γωνία, καραδοκεί και περιμένει την πτώση. Ούτε κι αυτός θα σου εκμυστηρευτεί ποτέ τις μύχιες σκέψεις του. Άρα το παιχνίδι λήγει με ισοπαλία.

Θα αναστηθούμε! Και να πάμε που; Και μετά τι θα έχουμε να κλαιγόμαστε και τι να περιμένουμε; Όταν το ψέμα γίνει αλήθεια και το όνειρο πραγματοποιηθεί δε θα έχει πια την ίδια γλύκα η προσμονή!



Θα βρω το άλλο μου μισό! Δεν χρειάζεται να το ψάξεις για τον απλούστατο λόγο ότι δεν είσαι μισός άνθρωπος. Ολόκληρος είσαι κι εσύ και ο άλλος και όταν συναντηθείτε θα είστε δυο άνθρωποι και όχι ένας με τις αντιθέσεις σας και τις διαφορετικές προσδοκίες σας. Κι αν τύχει να συμπέσουν τότε ο κόσμος θα μοιάζει πιο εύκολος.


Δε θα με ξεχάσει ποτέ! Και τι είσαι δηλαδή για να μη σε ξεχάσει; Μόλις στρίψει τη γωνία και απομακρυνθεί θα ρίξει ένα αναστεναγμό όλο ανακούφιση λες κι έφυγε από πάνω του όλο το βάρος της γης. Και λίγο αργότερα δε θα υπάρχεις ούτε στη ζωή μα ούτε και στη σκέψη του. Η αθανασία υπάρχει μόνο σαν όνομα!



Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο! Στην κόλαση πάνε γιατί αν ήταν για τον παράδεισο θα ήταν ακόμα μαζί και θα παλεύανε για τα επίγεια και καθημερινά με αξιοπρέπεια. Τα όπλα τα καταθέτεις όταν νιώθεις πως έφτασες στο τέρμα και ψάχνεις μια άλλη αφετηρία.


Δε θα το ξανακάνω! Η επανάληψη όμως κρύβει μια γλυκιά σοφία. Ταυτίζεται με την κοσμοθεωρία σου γιατί κατά βάθος πάντα ίδιοι είμαστε. Είναι η σοφία της παρόρμησης που όσο κι αν δημιουργεί δυσκολίες και μαύρες σκέψεις εκ του αποτελέσματος, εντούτοις είναι κομμάτι δικό σου και το αγαπάς. Και ό,τι αγαπάμε το προβάλλουμε κατ’ επανάληψη! 



Θα βάλω μια τάξη στη ζωή μου! Οι πιο τακτοποιημένοι άνθρωποι είναι οι πιο ατακτοποίητοι μέσα τους! Αυτό είναι νόμος άγραφος που δεν υπακούει σε καμιά λογική νομοτέλεια και αποτελεί μια σανίδα σωτηρίας από το φόβο του μηδενός. Γιατί αν όλα τακτοποιηθούν θα έχω μόνο το τίποτα και δε θα παιδευτώ για να πάω πιο πάνω.



Αγαπημένα ψέματα που υποστηρίζω φανατικά με απόλυτη βεβαιότητα και πίστη χειρότερη από την πίστη όλων των θρησκόληπτων. Κι ας ξέρω ότι η αλήθεια είναι διαφορετική και ποτέ ίδια και σε καμία περίπτωση ταυτόσημη και κοινή για όλους. Εξάλλου αν υποκριθώ ότι τα γνωρίζω όλα δε θα προσμένω ποτέ το απρόσμενο και τη έκπληξη από το αναπάντεχο! Αγαπάμε τα παραμύθια γιατί βοηθούν να γίνουμε καλύτεροι ψεύτες με πολλές πιθανότητες να καταφέρουμε να τα μετατρέψουμε σε αλήθειες! Την αλήθεια πολλοί εμίσησαν! Τα κατά συνθήκη ψεύδη ουδείς!!!!!

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

ΜΕ IRON MAIDEN, METALLICA ΚΑΙ ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΚΛΕΙΝΕΙ ΤΙΣ ΠΟΡΤΕΣ.



Φίλη μου από το 2000! Χρονολογία ορόσημο! Λίγο πριν την έναρξη του νέου αιώνα. Ατέλειωτες ώρες αναλύσεων, ακροάσεις καψουροτράγουδων, ταξίδια μέσα στη νύχτα για να συναντήσουμε τον έρωτα που υπηρετούσε τη μαμά πατρίδα 45χιλ από τον τόπο κατοικίας μας! Λόγια, τραγούδια, εικόνες, ποτά, παράπονα, μυρωδιές χρώματα που εναλλάσσονταν από γκρι μέχρι έντονο κόκκινο, βαθύ άλικο, ! Έτσι την είχα πάντα στο μυαλό μου. Έτσι την έχω ακόμα. Δεν αλλάξαμε κι ας πέρασαν 13 χρόνια. Μέχρι που εκείνη έφυγε για την Αγγλία και η επικοινωνία μας έγινε πιο απρόσωπη. Μα κι όταν επικοινωνούσαμε ήταν σα να πίναμε καφέ στο παγκάκι το γνωστό της πλατείας.

Η Αγγλία ευτυχώς κάποια στιγμή έλαβε τέλος. Κι εμείς ξεκινήσαμε από εκεί που είχαμε μείνει. Ένα απόγευμα η Ελένη κατέφτασε μετά βαίων και κλάδων έτσι απλά για καφέ, τσιγάρο, κουβέντα και σοκολατόπιτα. (προσέξτε τον όρο σοκολάτα που ως γνωστόν ανεβάζει τη σεροτονίνη).

Κι εδώ αρχίζει το παραλήρημα! 

-Κλειώ, i’ m fed up! (η παραμονή στην Αγγλία άφησε ένα μικρό κουσούρι). Θέλω έναν άντρα να με διεκδικήσει. Να κάνει πράγματα τρελά για μένα. Να χει τα κότσια βρε παιδί μου, να μου ζητήσει ραντεβού! Και να τον θέλω κι εγώ τρελά!

Άργησα πολύ να καταλάβω τι εννοούσε η έρμη η Ελένη με τη λέξη ραντεβού. Είχε βέβαια και ένα πρόσφατο επεισόδιο με προξενιό στα τυφλά αφού ούτε η προξενήτρα εγνώριζε τον γαμπρό που προοριζόταν για τη φίλη μου, ο οποίος κατέφθασε με τις αεροτομές, τα ανοιχτά πουκάμισα και το αγιοκωνσταντινάτο- απαραίτητη προϋπόθεση για να εντυπωσιάσεις τη νύφη. Όπως καταλαβαίνεται ο «γάμος» αυτός δεν έγινε ποτέ και η Ελένη δεν καταδέχτηκε ξανά ραντεβού στα τυφλά και δη προξενιά άγνωστα και γνωστά.

Εκείνο το απόγευμα το παράπονο της ήταν «περί έρωτος και εξαφανισμένων αρσενικών πασών των περιχώρων». Και πόσο δίκιο είχε! 

- Οι άντρες Κλειώ έχουν φόβο δέσμευσης! Λες τους είπα εγώ ότι θέλω γάμο. Ούτε που διανοήθηκα ποτέ τέτοιο πράγμα. Μια αγκαλιά ζήτησα μωρέ να χουχουλιάζω το χειμώνα και να χω κάτι να περιμένω όταν σχολάω από τη δουλειά σκασμένη από τις απαιτήσεις του αφεντικού που μόνο στο καθαριστήριο δε με χει στείλει ακόμα.

Άκουγα εκστασιασμένη για αρκετή ώρα αυτό το μονόλογο και σκεφτόμουν ότι μάλλον με αυτή την ορμή και το πάθος της το πιο πιθανό είναι ότι οι άντρες θα το έβαζαν στα πόδια. Και τους φαντάστηκα σαν σε κινηματογραφική ταινία όλοι οι άντρες κυνηγημένοι από γυναίκες ανεξάρτητες, δυναμικές και σίγουρες για τα «θέλω» τους να τρέχουν και να κρύβονται πίσω από τη μάσκα του βαρύ, φευγάτου και σοφιστικέ αρσενικού.

Η Ελένη μου διηγήθηκε την περιπέτεια της με κάποιο εμφανίσιμο και πολλά υποσχόμενο «γκομενέτο» που συνομιλούσαν σε καθημερινή βάση στο facebook για τουλάχιστον 4 μήνες. Όταν εκείνη τόλμησε να του προτείνει να πιουν καφέ εκείνος δεν απάντησε ξανά ποτέ.

Απογοητευμένη καθώς ήταν μεταξύ δεύτερου και τρίτου κομματιού σοκολατόπιτας ξεστόμησε την ατάκα: - κι όχι τίποτα άλλο αλλά και τα μοναστήρια με iron maiden, metallica και διάφανα κρίνα σιγά να μη με δεχτούν ως αδερφή Θεοπίστη!

Φανταστείτε κάθε απελπισμένη κορασίδα να σκεφτόταν ως έσχατη λύση το μοναστήρι! Θα είχαν πολλαπλασιαστεί σαν τα μανιτάρια και θα είχαν εξαφανιστεί οι γυναίκες από τους δρόμους!

Και το παραλήρημα συνεχίστηκε: -είμαι σίγουρη ότι και στα 70 σε οίκο ευγηρίας πάλι θα σου κάνω παράπονα ότι ο καλοστεκούμενος ογδοντάρης κύριος που με φλερτάρει μέρες τώρα δε λέει να πάρει το πι του και να ρθει να μου μιλήσει!!!!

Τα δίκια σου βουνό Ελένη μου! (για να χρησιμοποιήσει και την έκφραση μιας άλλης φίλης που παράπονο δεν έχει από τα φλερτ! Όπου υπάρχει ένας ανισόρροπος, αλκοολικός σεξοπορνοδιαστροφικός στην Κάτια θα την πέσει).

Κι ύστερα σκέφτομαι πόσο βαρετά θα ήταν τα πράγματα αν το αρσενικό και το θηλυκό τα είχαν βρει απόλυτα μεταξύ τους! Εμείς δεν θα υπεραναλύαμε, εκείνοι θα σκεφτόταν λίγο παραπάνω και οι σοκολατόπιτες δε θα αποτελούσαν ποτέ τη λύση στο αιώνιο πρόβλημα!

Αν είμαστε τυχερές μπορεί κάποτε να βρούμε κάποιον που να μην λέει ψέματα, να είναι ειλικρινής κι ας μη μας αρέσουν πάντα όλες οι αλήθειες και καμιά φορά να μας θεωρεί πιο σημαντικές από την αγαπημένη του ομάδα! Κι αν ένιωθε κιόλας τις επιθυμίες μας και δεν τις ονόμαζε γκρίνια, θα ήταν ευχής έργο. 



Γιατί κορίτσια ο ΘΕΟΣ δεν αγαπά τη μουσική μας!!!!!!!!

Το σύμπαν και οι φανουρόπιτες







Την είχα ακούσει πολλές φορές αυτή τη φράση. Δεν ήταν δύσκολο να την αποστηθίσεις. Αρχικά την είχα βρει ενδιαφέρουσα εγώ και 10.000.000 Έλληνες. Στην προσπάθεια σου να εντυπωσιάσεις ως νέο μέλος μια παρέας μπορούσες να τη χρησιμοποιήσεις αλλά και να εκθειάσεις αυτό το λαμπρό, φωτεινό μυαλό που τη σκέφτηκε. «ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΤΙ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ ΟΛΟ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΣΥΝΟΜΩΤΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙΣ».

Εναπόθεσα λοιπόν με ελαφρά τη καρδία τις επιθυμίες και τις προσδοκίες μου σε ένα συμπαντικό σχέδιο που γνώριζε περισσότερο από τον καθένα και απλά περίμενα για να γευτώ τους καρπούς των επιθυμιών μου. Κάθε φορά που το σχέδιο μου δεν πήγαινε κατ’ ευχήν οι γνώστες και οπαδοί αυτής της θεωρίας με αυστηρό ύφος μου τόνιζαν ότι δεν είχα αναφέρει ξεκάθαρα, με ευλάβεια και με ακρίβεια τι ήταν αυτό που επιθυμούσα. Το αποτέλεσμα ήταν να καταφέρω να μπερδέψω ολόκληρο σύμπαν και να μην συνομωτήσει ούτε μια φορά υπέρ μου. Έτσι η καριέρα μου έληξε -ευτυχώς- άδοξα αφού γρήγορα αντιλήφθηκα ότι περισσότερο οπαδός ήμουν της γνωστής παροιμίας της γιαγιάς μου «Αϊ Γιώργη βόηθα με. Μα σε κι εσύ τα πόδια σου». 

Κι ύστερα εμφανίστηκε ένας άγιος με περίεργο όνομα: Άγιος Φανούριος!!!!! Ο άγιος των επιθυμιών που ο μεγαλύτερος λάτρης του πρέπει να ήταν ο Πάολο Κοέλιο. Είμαι σίγουρη ότι αν αυτοί οι δυο είχαν καταφέρει να συναντηθούν σε μια κοινή εποχή θα είχαν κάνει χρυσές δουλειές. Οι φανουρόπιτες πήγαιναν κι ερχόταν κάθε Σάββατο κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί χόρταινε και κανένα πεινασμένος που στεκόταν στον περίβολο της εκκλησίας. Βασική προϋπόθεση για να βρει ο Φανούρης το χαμένο σου «δρόμο» ήταν να φτιάξεις την πίτα του, που αν θυμάμαι καλά χρειαζόταν 8 υλικά, και να τη μοιράσεις στους θιασώτες του. Με αυτόν φίλοι δε γίναμε ποτέ. Η απογοήτευση μου ήταν τόσο μεγάλη από το σύμπαν που αποφάσισα να μην τον κάνω παρέα. Εξάλλου είχα πάρει το μάθημα μου. Είδα βέβαια και τα «χαϊρια» της Ελένης που του πήγε την πίτα στο ταψί του ξυλόφουρνου αλλά άντρα δεν της βρήκε.

Γρήγορα κατάλαβα ότι από μηχανής θεοί δεν υπάρχουν παρά μόνο στο αρχαίο θέατρο. Το σύμπαν και ο Φανούρης κάπου αλλού βρίσκονται. Κι αν τύχει και τους συναντήσετε ποτέ κάντε μου τη χάρη να τους στείλετε και σε μένα. Όλο και κάτι όνειρα απραγματοποίητα έχω και θα ήταν μεγάλη μου τιμή να τους γνωρίσω.



Κι αν πάλι δεν τους βρείτε ούτε εσείς ελάτε να προσπαθήσουμε παρέα μήπως και βρούμε τελικά τα χαμένα μας τιμαλφή και ό,τι ξέχασε να ρθει…

«ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ»

Όλα ξεκίνησαν ένα πρωινό όμορφο, ανοιξιάτικο που απολάμβανα ήρεμη τον καφέ μου στη βεράντα του σπιτιού μου. Αρχικά ήταν μια μικρή ενόχληση στο στήθος που γινόταν όλο και πιο έντονη και συνοδευόταν από μια άρρυθμη λειτουργία της καρδιάς. Τα γνωστά φτερουγίσματα που περιγράφουν οι ερωτευμένοι όταν συναντούν τον ποθητό Βαλεντίνο να έρχεται καβάλα στο φτερωτό άλογο. Ξέρετε τώρα, εκείνο το αψηλό παλικάρι με τη λαμπερή κόμη –αργότερα βέβαια το σαμπουάν δε θα το χρειάζεται γιατί θα λούζεται με AZAX με διπλό αμονιαζόλ αλλά ουδεμία σημασία έχει- και τα αμυγδαλωτά μάτια που πετούν σπίθες και με τα χρόνια θα πετούν φωτιές από τα νεύρα που θα του προκαλέσετε.
Οι αρρυθμίες οι δικές μου δυστυχώς, δεν σχετίζονταν με το φτερωτό θεό. Ήρθαν και θρονιάστηκαν απρόσκλητες, αγενέστατες γαρ, και ξέχασαν και να φύγουν. Επειδή όμως εγώ ήθελα απεγνωσμένα να τις ξεφορτωθώ ακολούθησα το γνωστό δρόμο που οδηγούσε στο νοσοκομείο και τους φίλους μου –γιατί έγιναν φίλοι μου- τα στρουμφάκια με τις λευκές ποδιές και το ύφος δέκα καρδιναλίων μαζί!
Η μία εξέταση έφερνε την άλλη και προς μεγάλη μου απογοήτευση δεν είχα καμία ασθένεια που θα μπορούσε να εξηγήσει το χαμένο βηματισμό της καρδιάς μου παρόλο που εγώ τα είχα όλα τακτοποιήσει και της είχα μάθει τον καλύτερο πεντοζάλη. Εκείνη όμως αποφάσισε να κάνει την επανάσταση της και να χορέψει ανωγειανό πηδηκτό!!!!!! Κι άντε να με πείσουν τα στρουμφάκια ότι όλα βαίνουν καλώς! «Και γιατί παρακαλώ, αφού είμαι καλά πονάω;;;» Αυτή ήταν η συνήθης εύλογη ερώτηση. Και η απάντηση που έπαιρνα συνοδευόταν από ένα ειρωνικό μειδίαμα και μια φράση απροσδιόριστη και καθόλου επιστημονική: «Είστε λίγο πιεσμένη». Και σιγά να μη δώσουν και σημασία να μου εξηγήσουν περαιτέρω τι σημαίνει πίεση και πως αυτό επηρρεάζει τις λειτουργίες του σώματος μου.
Απογοητευμένη αλλά πεισματάρα συνέχισα τις επισκέψεις μου σε εξωτερικούς γιατρούς πληρώνοντας αδρά(δέκα ταξίδια θα είχα κάνει στο εξωτερικό και όλα θα λύνονταν). Ώσπου ένας νέος συμπαθέστατος γιατρός μου μίλησε για τις κρίσεις πανικού. « Αυτό που παθαίνετε είναι μια προειδοποίηση, ένα σήμα που στέλνει ο οργανισμός σας ότι υπάρχει συσσωρευμένος θυμός που δεν εκφράστηκε ποτέ και που κάποια στιγμή πρέπει να δουλέψετε».
Γύρισα στο σπίτι μου και άρχισα να ψάχνω στο διαδίκτυο για να δω αν υπήρχαν και άλλοι σύντροφοι που η καρδιά τους ή το στομάχι ή τα νεφρά τους ή το «στραβό» τους κεφάλι τους «έκαναν νερά». Η έκπληξη μου δεν περιγράφετε! Υπήρχαν χιλιάδες άνθρωποι με τα ίδια συμπτώματα και πεντακάθαρες εξετάσεις που ένιωθαν τα ίδια συναισθήματα με μένα και έψαχναν λύση στο πρόβλημα τους. Ανακουφίστηκα που δεν ήμουν μόνη! Που δεν ήμουν η μόνη!
Από τότε αποφάσισα να πάψω να είμαι κυρία. To επίπεδο το αφήνω για τους άλλους και προτιμώ να λέω αυτό που με πειράζει γιατί εγώ τα βήματα του χορού τα δίδαξα σωστά στην καρδιά μου και δε θέλω να κάνει του κεφαλιού της. Κι επειδή με τον εαυτό μας θα πορευτούμε και με κανέναν άλλο οφείλουμε να τον προσέχουμε, να τον αγαπάμε και να τον φροντίζουμε. Κι από την άλλη προτιμώ να γίνομαι σκύλα και «επιπέδου δαπέδου» παρά να συναντώ συχνά πυκνά τα στρουμφάκια ξημερώματα και να χαλάω τον ύπνο μου που είναι πολύτιμος και με προστατεύει και από τις ρυτίδες. Γι’ αυτό κι εκείνο το «ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ» που είπα εχθές πολύ το ευχαριστήθηκα και αν χρειαστεί θα το ξαναπώ! Θα το κάνω κραυγή σαν την κραυγή του θεογκόμενου Μπαρδέμ «ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ» μόνο που εμένα θα είναι «ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΜΟΥ». Κι επειδή αυτές τις μέρες δε με σταματά τίποτα φυλαχτείτε από το δρόμο μου αν για κάποιο λόγο δικό σας που δεν έμαθα ποτέ αποφασίσατε να μη μου μιλάτε. Δεν είναι προειδοποίηση! Είναι απειλή!
«ΣΚΑΣΕ ΜΩΡΗ» λοιπόν γιατί πάντα προτιμούσα το συρτό από το Μαλεβιζιώτη και γιατί στη ζωή μου το ρυθμό τον δίνω εγώ και όχι εσύ με τα κόπλεξ σου και την αχαριστία σου!!!!!!!!!!!

O «ΜΑΛΑΚΟΜΑΓΝΗΤΗΣ»


Μη βιαστείτε να με κατηγορήσετε για χρήση αδόκιμου όρου. Ο «μαλακομαγνήτης» έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα από γυναίκες πονεμένες, απογοητευμένες, θύματα της γοητείας ανισόρροπων ανδρών, ανίκανες να αντισταθούν στην έλξη που ασκεί ο μυστηριώδης και πολλά υποσχόμενος κύριος. Και νομίζω ότι περιγράφει ακριβώς την κατάσταση που βιώνουν οι γυναίκες όταν ερωτεύονται μυστηριώδεις ανθρώπους και σκοτεινούς και νομίζουν ότι φίλησαν το βάτραχο κι έγινε πρίγκηπας. Αμ δε! Κορίτσια! Ο βάτραχος θα μείνει βάτραχος όσα φιλιά κι αν του δώσετε μόνο που αυτό θα το βλέπουν καλύτερα οι άλλοι που δεν είναι τυφλοί σαν το δικό σας έρωτα.
Οι γυναικοπαρέες καταλήγουν πάντα να υπεραναλύουν τη συμπεριφορά των αρσενικών αλλά και κάθε κουβέντα ή μήνυμα που έστειλε ο «μπερδεμένος». Λες και πρόκειται για ιστορικό χειρόγραφο στο οποίο πρέπει να γίνει αποκρυπτογράφηση των συμβόλων και να καταλήξουμε στο ποθητό συμπέρασμα ότι το αγόρι «γουστάρει» τρελά αλλά δεν το χει καταλάβει ακόμα. Όλες οι γυναίκες ξυπνούν και κοιμούνται με την ψευδαίσθηση ότι το αντικείμενο του πόθου θα κάνει την εμφάνιση του σήμερα με λουλούδια ή με ένα τρυφερό μήνυμα ή με κάτι πιο συγκεκριμένο στο κεφάλι του πέρα από εκείνα τα γενικά και αόριστα που αραδιάζει. Μάταια όμως! 
Έχω μία φίλη που αν της κλείσεις τα μάτια και την αμολήσεις ελεύθερη σε ένα πλήθος αντρών που όλοι είναι καλά παιδιά και ένας μαλάκας, το σίγουρο είναι ότι το μαλάκα θα επιλέξει. Και ο μαλάκας θα την ταλαιπωρήσει, θα τη στήσει, θα την αγνοήσει και μετά θα εμφανιστεί με μια πολλή καλή δικαιολογία για να πάρει την επιβεβαίωση και να γίνει πάλι ο ίδιος φαύλος κύκλος. Κι ύστερα η Νανά θα πουλάει ότι έχει και δεν έχει για να πληρώσει το λογαριασμό του κινητού μετά από τα αμέτρητα μηνύματα που έστειλε στην Άση Μπίλιου για να μάθει αν η συναστρία η δική της ταιριάζει με του άλλου. Μόνο που για να πάρεις ολοκληρωμένη απάντηση θα πρέπει να δώσεις το ο.κ για τουλάχιστον πενήντα μηνύματα.
Μου ρθε προχθές στο μυαλό μια άλλη φίλη η οποία σε ένα απογευματινό «σουαρέ» κατέθεσε την πονεμένη της ιστορία. Ενώ κοιμόταν με τον καλό της τον ύπνο της τάραξε ο ήχος των μηνυμάτων στο κινητό του αγαπημένου. Κι όσο κι αν είσαι διακριτικός άνθρωπος οι καταστάσεις πολλές φορές σε κάνουν αδιάκριτο. Σηκώθηκε λοιπόν δειλά-δειλά και άνοιξε το κινητό εν μέσω νυκτός. Άφωνη! Η μητέρα του κανακάρη έστελνε μαντινάδες έρωτα και θλίψης στο γιόκα γιατί μάλλον υποψιαζόταν ότι ξενοκοιμήθηκε. Εγκλήματα κάνουν αυτές οι μανάδες! Μεγαλώνουν ευνουχισμένους άντρες γιατί θέλουν ένα ισχυρό σύμμαχο που δεν θα απογαλακτιστεί ποτέ.
Σκεφτόμουν πως δε μου αρέσουν οι γενικεύσεις. Δε θέλω να κατατάσσω τους ανθρώπους σε κατηγορίες αλλά τον τελευταίο καιρό αναγκάζομαι. Και μερικές φορές έχω την πεποίθηση ότι μιλάμε διαφορετική γλώσσα. Το βέβαιο είναι πια ότι αλλάξαμε ρόλους. Ο ανδρικός λόγος και τα τιμημένα παντελόνια άλλαξαν φύλο. Οι άντρες έγιναν οπαδοί του «γενικά και αόριστα». «Θα σε πάρω τηλέφωνο Παρασκευή ή Δευτέρα ή Τρίτη για να πιούμε ένα καφέ και να τα πούμε από κοντά. Ξέρεις, δεν ήθελα να σε πικράνω. Δεν ήξερα! Δεν κατάλαβα! Συγνώμη!». Και δώστου το συγνώμη να γίνεται καραμέλα. Κι έλεγε ο μακαρίτης ο παππούς μου: Από τότε που βγήκε το συγνώμη χάθηκε και η ανθρωπιά. Από τότε που βγήκε το συγνώμη χάθηκαν και οι άντρες, θα συμπληρώσω εγώ αφού είμαι παθούσα κι ελπίζω να γίνω και μαθούσα σύντομα αλλιώς θα σκίσω τα πτυχία μου και θα πάρω τα βουνά.
Η φίλη μου η Δώρα πρότεινε να γράψουμε ένα βιβλίο με τίτλο: «ΟΙ ΜΑΛΑΚΕΣ ΠΟΥ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ». Κι επειδή όλες θα είχαμε να καταθέσουμε το λιγότερο δέκα περιπτώσεις μπερδεμένων και αναποφάσιστων ανδρών θα καταλήγαμε σε εγκυκλοπαίδεια. Τουλάχιστον, βρε κορίτσια, να έχουμε κι ένα κέρδος από όλη αυτή την ταλαιπωρία και τα κλάματα. Γιατί αν τα μαζεύαμε όλα αυτά τα δάκρυα που ρίξαμε για όλους τους μαλάκες της ζωής μας θα είχαμε λύσει το πρόβλημα της λειψυδρίας στην Ελλάδα.
Μην πιστεύετε πάντως άνδρες που λένε πολλές αμπελοφιλοσοφίες. Να προτιμάτε τις αντρίκες πράξεις και την ειλικρίνεια. Να φεύγετε με το κεφάλι ψηλά και να μην τα κάνετε σε κανένα εύκολα τα πράγματα. Γιατί όσο κι αν εσείς εξηγήσετε τι σας πείραξε ή σας θύμωσε ή σας απογοήτευσε το σίγουρο είναι ότι αρχικά θα δείξει ειλικρινή ματαμέλεια και μετά από λίγο θα το έχει ξεχάσει και θα επαναλάβει τα ίδια. Επίσης θα ήθελα να προσθέσω: Να προσέχετε τους μεθυσμένους που σας αραδιάζουν λόγια στολισμένα με φραμπαλάδες και ματαξωτές κορδέλες. Αν την επόμενη μέρα σας πουν ότι δεν θυμούνται τι είπαν και πως όταν πίνουν είναι υπερβολικοί, μη δώσετε δεύτερη ευκαιρία. Οι άνθρωποι που δεν είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους δεν μπορούν να είναι ούτε με τους άλλους. Κι όσο κι αν πασχίζουν να αποκαταστήσουν την εικόνα τους μην τους κάνετε τη χάρη. Οι δειλοί θα παραμείνουν δειλοί με ωραίο περιτύλιγμα!!!!!!!!

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Ο Φέλιξ και η καμένη του γούνα




Τα τελευταία τρία χρόνια συγκατοικούμε. Μοιραζόμαστε το ίδιο σπίτι αλλά και το ίδιο κρεβάτι. Κι επειδή κι εγώ θέλω να νιώθω ξεχωριστή θα πω το τετριμμένο ότι ο γάτος μου με επέλεξε. Με υιοθέτησε ένα βράδυ που ο άνεμος λυσομανούσε και η θερμοκρασία στην πόλη μας ήταν ασυνήθιστα χαμηλή. Τρύπωσε στο φροντιστήριο, ανακάλυψε την αίθουσα που έκανα μάθημα, έσπρωξε δειλά την πόρτα, μπήκε μέσα, ανέβηκε στα πόδια μου και μπήκε για πάντα στην καρδιά μου.

Από την αρχή ήταν ολιγαρκής μα ό,τι ζητούσε το απαιτούσε στον υπερθετικό βαθμό. Τροφή και χάδια. Κάθε φορά που ξάπλωνα στον καναπέ ερχόταν και διεκδικούσε τη θέση του. Κολλημένος κυριολεκτικά πάνω μου με τα γλυκά και παραπονιάρικα νιαουρίσματα του κέρδιζε το ενδιαφέρον και την προσοχή μου.

Ο Φέλιξ είναι καλόκαρδος, υπάκουος και έξυπνος. Το γατίσιο του ένστικτο δε λαθεύει ποτέ. Όταν μπαίνει κάποιος για πρώτη φορά στο σπίτι, εκείνος είναι πάντα σε ετοιμότητα και από μακριά μυρίζει το φόβο, την απογοήτευση, την ευτυχία ή ακόμα και την παραξενιά των επισκεπτών. Και τότε επιλέγει ποιον θα πλησιάσει και θα του χαρίσει το μελωδικό γουργούρισμα του.

Είναι στιγμές που προσπαθώ να τον αγνοήσω χαμένη στις προσωπικές μου ανάγκες ή στη μελαγχολία της μέρας. Και τότε εκείνος ακουμπά το πατουσάκι του στο μάγουλο μου εκλιπαρώντας με για ένα χάδι. Η πιο συγκινητική στιγμή που έχω ζήσει μαζί του ήταν ένα βράδυ που έκλαιγα απογοητευμένη από τις αλλαγές στη ζωή μου. Εκείνη τη στιγμή δε θυμόμουν καν ότι ο Φέλιξ ζούσε μαζί μου. Τόσο χαμένη ήμουν στις σκέψεις μου! Και τότε ανέβηκε στον καναπέ, ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου και άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. Τότε πια κατάλαβα ότι συγκατοικούμε και μοιραζόμαστε τις καλές και κακές στιγμές κι αυτό είναι το πιο παρήγορο από όλα!

Είναι κάποιες μέρες που τον κοιτώ ενοχικά και αναρωτιέμαι κατά πόσο είναι ευτυχισμένος ζώντας σε ένα διαμέρισμα, κλεισμένος σε ένα σπίτι με τέσσερα ντουβάρια που η μοναδική του βόλτα περιορίζεται στον κήπο κάποιες ώρες της ημέρας. Βασανίζομαι αν η ελευθερία των ζώων είναι ταυτόσημη με την ελευθερία των ανθρώπων που μάχονται να κερδίσουν. Όταν όμως το βράδυ έρχεται και μπαίνει κάτω από τα σκεπάσματα και γουργουρίζει ευτυχισμένος σκέφτομαι όλα τα αδέσποτα που ζαρώνουν από φόβο και κρυώνουν και ποδοπατούνται από τους ανθρώπους και τότε μαλακώνω μέσα μου. Νιώθω πως είναι καλά μαζί μου γιατί τον νοιάζομαι και τον αγαπώ και τον φροντίζω και του παραχωρώ μερίδιο σε όλα και ανυπομονώ να γυρίσω στο σπίτι για να μην είναι μόνος του. 

Τώρα που γράφω την ιστορία του κάθεται δίπλα μου και ακουμπά το ποδαράκι του στο χέρι μου και με κοιτά με τα πελώρια πράσινα μάτια του σίγουρος κι ευτυχισμένος ότι έχει αγαπηθεί από πολλούς και θα αγαπηθεί και από άλλους. Είναι σα να αποδέχεται και να επικροτεί αυτό που κάνω τώρα.



Όταν θα έρθει η ώρα να πάμε για ύπνο θα σηκωθεί από τη θέση του θα μου ρίξει εκείνη τη νυσταγμένη ματιά, θα νιαουρίσει και θα ζητήσει να τον ακολουθήσω στο δωμάτιο. Και θα χουχουλιάσουμε και οι δυο στο κρεβάτι και θα ονειρευτούμε ο καθένας τη δική του ελευθερία. Εκείνος θα γλύφει την καμένη του γούνα κι εγώ την παραπονιάρα καρδιά μου. Κι όταν μεγαλώσουμε, θα μεγαλώσουμε μαζί γλυκά και αγαπησιάρικα!

Ό, τι μας φόβισε ήταν αληθινό



Σε είδα στην ουρά σε ένα μεγάλο πολυκατάστημα παιχνιδιών να αγωνιάς και ο πιτσιρικάς να κλαίει γιατί το παιχνίδι δεν ήταν αρκετά μεγάλο. 
Σε είδα να κάθεσαι στο παγκάκι αργά το βράδυ, να φοβάσαι τη μοναξιά και να μιλάς στο άγαλμα.
Σε είδα κομπάρσο της ζωής σου να παρατηρείς τις ζωές των άλλων και να ελπίζεις πως κάποτε θα ζήσεις.
Σε είδα να απαιτείς και να προσπαθείς να ξετυλίξεις τα όνειρα σου από τα σελοφάν γιατί ξαφνικά ένιωσες πως η ζωή σου χρωστάει.
Σε είδα να φωνάζεις, να χειρονομείς και να υποστηρίζεις πως δικαιούσαι να σφάλλεις, όπως δικαιούσαι και να ελπίζεις.
Σε είδα να φοβάσαι δυο ρυτίδες που σε καλημέρισαν ένα χειμωνιάτικο πρωινό.
Σε είδα να ετοιμάζει τη χριστουγεννιάτικη γιορτή του σχολείου και να χορεύεις κρυφά στο ρυθμό των pink Floyd.
Σε είδα να κοιτάς τα παιδιά και να σε κατατροπώνουν οι μέτριοι και οι συνηθισμένοι γιατί εσύ ήσουν ξεχωριστή.
Σε είδα να κλαις και να πονάς όταν εκείνος δε σου είπε ποτέ αντίο κι ας χάιδευε τη «φωλιά» των παιδιών σας και υποσχόταν εικόνες όμορφες.
Σε είδα να τρέμεις μέσα στο σκοτάδι για το χρόνο που δεν ήταν πανδαμάτωρ ποτέ και σου πήρε ό,τι μπόρεσε.
Σε είδα να προσποιείσαι πως η μοναξιά είναι φίλη σου και τη διαχειρίζεσαι με τον καλύτερο τρόπο.
Σε είδα να γράφεις ευχές στο μυστικό κιτάπι σου για να τις κοιτάξεις πάλι του χρόνου τέτοια μέρα και να χαμογελάσεις που πραγματοποιήθηκαν.
Σε είδα να γράφεις συνθήματα αργά τη νύχτα , έτσι για να εκφράσεις το μέσα σου που υψώθηκε και θα σε έπνιγε αν δεν του έδινες διέξοδο.
Σε είδα να λουφάζεις με ένα σύνθημα, να γίνεσαι μικρός και να χάνεσαι ξαφνικά όπως ήρθες.
Σε είδα να φοβάσαι να σε αγαπούν και να τρομάζεις μήπως δε σε αγαπούν.
Σε είδα να γέρνεις στο πλάι γεμάτος αντιφάσεις και να πατάς το μαγικό κουμπί για να ξεχάσεις πως πήγες για λίγο να ξεβολευτείς.
Σε είδα να είναι η ζωή σου μια απορία μα να κρύβεσαι μην τύχει και βρεις απαντήσεις.
Σε είδα να αυτομαστιγώνεσαι γιατί ονειρεύτηκες το αδύνατο και άφησες την καρδιά σου να τραγουδήσει. 
Σε είδα να μετανιώνεις, να γεμίζεις ενοχές και να εξιλεώνεσαι τακτοποιώντας το θέμα με ένα τηλεφώνημα «ειλικρινέστατο» και ανακουφιστικό.
Σε είδα κι εσένα, κι εμένα και όλους εμάς σε ένα συρφετό με απόκληρα όνειρα, λόγια παρηγοριάς, αναποφάσιστοι και μπερδεμένοι πρωταγωνιστές στο ίδιο έργο.
Και περιμένω τι άλλο θα δω για να κλείσω στο μπαούλο μου, στις αποσκευές μαζί με τα εφηβικά λευκώματα και τα αναμνηστικά μου, μαζί με όλους τους δειλούς, τους τολμηρούς και τους γενναίους συνοδοιπόρους της ζωής μου….

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Μια συγνώμη για την ελπίδα





Σε ονειρεύτηκα χθες. Κι ήταν από εκείνα τα όνειρα τα αληθινά με σάρκα και οστά, με χέρια, στόμα και μάτια. Κάτι πελώρια, αμυγδαλωτά μάτια που με κοιτούσαν ευθεία και με κάρφωναν αδιάκριτα. Δε μπόρεσα να ξεφύγω. Είχες πλεξούδες και φορούσες ένα άσπρο ανοιξιάτικο φορεματάκι. Το θυμάμαι. Ήταν δώρο της νονάς. Ασορτί και η λαμπάδα με το κουνελάκι και το σοκολατένιο αυγό. 

Με κοιτούσες ευθεία και άφηνες άναρχα και άτακτα τα σημάδια σου τριγύρω. Τα «γιατί» σου βουνά. Με κατηγορούσες για όλες τις ελπίδες που υποσχέθηκα και ήσουν παιδί και με πίστεψες. Όλες οι ελπίδες του κόσμου στα πόδια σου. Και οι βεβιασμένες σου ελπίδες για προσδοκίες παιδικές που μπήκαν από νωρίς στον κόσμο των μεγάλων. Οι προφητείες που δεν μπόρεσαν να γίνουν στάμπες αληθινές και να αφήσουν αποτυπώματα και χνάρια.

Πόσα σου είχα υποσχεθεί! Και μόνο εκείνες τις υποσχέσεις δεν κατάφερα να κρατήσω στη ζωή μου. Στους άλλους ήμουν πάντα βράχος. Έλεγα «υπόσχομαι» και σήκωνα βουνά μέχρι να τα καταφέρω. Μόνο σε σένα δεν ήμουν εντάξει.

Πώς παραλύει έτσι το μυαλό από τα χρόνια; Πώς αποκαθηλώνονται έτσι τα ηχηρά «θα» που ξεστομίσαμε στον εαυτό μας; Ποιες δικαιολογίες να βρούμε αντίβαρα στην αλήθεια; Ακάλυπτη η λήθη και η μνήμη του άλλου ισχυρή. Η αυτιστική ικανότητα των ανθρώπων να θυμούνται όποτε θέλουν, όποτε βολεύει, ό,τι δε μουδιάζει το σώμα και δεν απειλεί την ακάλυπτη μνήμη.

Ποτέ ξανά δε σε είχα ονειρευτεί. Και περάσαμε τόσα χρόνια μαζί! Πίσω μου σε νιωθα πάντα σε κάθε βήμα μα μια ματιά δε σου έριξα ποτέ. Εγωιστικά πορευόμουν και σε αγνοούσα με παγερή αυταπάρνηση και αδιαφορία. Κι όταν ήρθε η ώρα να τα φιλτράρω όλα και να δω τι έμεινε και τι όχι σε θυμήθηκα. Ρε κάτι χουνέρια που κάνουμε στους δικούς μας ανθρώπους! Κι έρχεται εκείνη η αιμοβόρα στιγμή που πρέπει να λογοδοτήσουμε για όλες τις άκυρες συμφωνίες που κλείσαμε. Και το οξυγόνο ανύπαρκτο. Μια θηλιά στολίζει το λαιμό σου και σφίγγει σα μέγγενη και μετράς αόρατες φθορές.

Ήθελα να σου πω ότι δε βρήκα ποτέ την κολυμπήθρα του Σιλωάμ για να βουτήξω και να εξιλεωθώ για όλα τα κρίματα που πήρα στο λαιμό μου και σε αδίκησα και σε παραγκώνισα και σε προσπέρασα γιατί νόμιζα πως ήσουν δυνατή. 

Ήθελα να σου πω συγνώμη για την ελπίδα που έγινε χαρταετός και πέταξε και δεν πάλεψα να την κρατήσω.

Ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη που δεν υποκλίθηκα στην αγάπη αλλά στα μηδένισα όλα χωρίς οίκτο και ίχνος ντροπής κι έμεινα παγερά αδιάφορη απέναντι σου κι έχασα δρόμους κι έχασα κι εσένα.



Ένα συγνώμη μονάχα για την ελπίδα που έγινε υπόσχεση που δεν κράτησα γιατί έβρισκα παντού τον τρόπο για αναβολές και δικαιολογίες και κουτσουρεμένα όνειρα. Και τώρα που σου γράφω είναι γιατί ακόμα σε ψάχνω με εκείνο το ανοιξιάτικο άσπρο φορεματάκι που δεν πρόλαβες να φορέσεις πολύ γιατί ψήλωσες κι αυτό κόντυνε. Και ήταν τόσο όμορφο! Αν με θυμηθείς έλα να κάτσουμε δίπλα και να τα πούμε και να μην παραλείψουμε τίποτα. Γιατί η σπίθα καμιά φορά είναι πιο ισχυρή από τη φλόγα!

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Τα υπόλοιπα είναι σιωπή (Άμλετ)




Είχα χρόνια να σε δω κι ας μέναμε στην ίδια πόλη. Ένα καιρό μοιραστήκαμε και το ίδιο σπίτι κι ύστερα εσύ γύρισες στα πάτρια εδάφη κι εγώ άλλαξα σπίτι. 

Αλήθεια, είχα πολλά χρόνια να σε δω. Κάπου χαθήκαμε, μπερδευτήκαμε ή φάγαμε και μεγάλη παραμύθα από τη ζωή κι ήρθε καια η απογοήτευση όταν συνειδητοποιήσαμε την αλήθεια. 

Ήρθες με το πιτσιρίκι. Διακριτικά και χωρίς ενοχές το παραδώσαμε στην κοπέλα του παιδότοπου κι έκατσες απέναντι. Μόνο εγώ δεν έχω αίσθηση του χρόνου; Δεν άλλαξες. Κι άλλαξες μέσα σου. Μεταμορφώθηκες, ωρίμασες, φουρτούνιασε το αίμα στους κροτάφους από τις ευθύνες και τα βάρη. Πόσα βάρη να σήκωσες από τότε που χαθήκαμε! 

Αρχίσαμε το υπαρξιακό παραλήρημα. Αυτή την πολυλογία για τον κόσμο που σε κάνει άτολμο και λίγο και μικρό και ανικανοποίητο, εθισμένο στη ρουτίνα της καθημερινότητας και του μάταιου. Είναι που δεν παίρνουμε και ποτέ ό,τι μας δίνουν, όχι από υπερηφάνεια αλλά από διεκδίκηση. Να το κερδίσουμε με ιδρώτα. Να νιώσουμε ότι δε μας έμεινε αμανάτι ό,τι περίσσεψε μα εκείνο που ποθήσαμε και κυνηγήσαμε.

Είχα χρόνια να σε δω. Δε θυμάμαι πια πόσα. Πολλά... Στα είπα όλα. Μου είπες κι εσύ.. Ήταν σα να μην είχε περάσει ούτε μέρα κι ας προσπέρασαν πολλά χρόνια. Δε μείναμε στα παλιά. Αναμοχλεύαμε το τώρα από φόβο μήπως σκεφτούμε ότι μεγαλώσαμε. Στο τώρα μείναμε. Ούτε στα αύριο. Αυτό δεν το σκεφτήκαμε και ποτέ. Δεν αξιώθηκε να πάρει ούτε μια φορά θέση. Ούτε δέκα λεπτά δε σπαταλήσαμε να το φανταστούμε. Γιατί εμείς δεν είμασταν ποτέ μαριονέτες χορτασμένες και υπάκουες που κουνούσαμε χέρια και πόδια με σκοινιά που κινούσαν οι άλλοι. Δε σου άρεσαν ποτέ τα σκοινιά και οι αλυσίδες.

Είχα χρόνια να σε δω. Δε θυμάμαι πόσα. Χοάνη τα χρόνια που πέρασαν. Εκείνα που υπολόγισα και τα άλλα που έχασα το μέτρημα. Λες και ο κόσμος μετριέται με χρόνια. Με ανάσες μετριέται και αχ! Πολλά αχ! Τόσα πολλά που αγγίζουν το άπειρο. Μετράς πάντα και άχρηστες αποσκευές με άχρηστα πράγματα. 

Σε άκουγα να μιλάς κι ύστερα σιωπές για να ακούσεις. Να αφουγκραστείς αν κι εγώ άλλαξα. Απαξιώσαμε τη μοναξιά εκείνο το βράδυ κι εθιστήκαμε στη μυρωδιά της συνάντησης, στο σμίξιμο δυο ανθρώπων που είχαν πολλά χρόνια να βρεθούν. Ένα χεράκι σου χάιδεψε τα μαλλιά κι ένα πρόσωπο κουρασμένο ξεπρόβαλε. Είσαι καλή μαμά γιατί είσαι ευτυχισμένη κι ας μην το ξέρεις. Γέμισε το πρόσωπο σου με χαμόγελο και για μια στιγμή μου φάνηκε πως γέμισε κι ο κόσμος καρδούλες παιδικές και πολύχρωμους φιόγκους. 

Δώσαμε υπόσχεση να μη χαθούμε. Είμαι σίγουρη ότι θα την κρατήσουμε. Κι όπως έφευγα είδα δυο ανθρώπους να με χαιρετούν. Ήσουν εσύ και το άλλο εσύ. Το καινούριο μικρό ανθρωπάκι που με γλυκιά αυθάδεια απαιτεί την προσοχή και την αγάπη σου. Και χιλιάδες μπαλόνια και λευκά πανιά υψωμένα. Ήταν η διάθλαση του χρόνου που ακούμπησε μπροστά μου τη συνέχεια σα τεθλασμένη γραμμή.



Είχα χρόνια να σε δω Ειρήνη. Δε θυμάμαι πόσα. «Μα τα υπόλοιπα είναι σιωπή»!

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Καλή αρχή










Η μία μεγάλωνε την άλλη. Πάντα σα γροθιά είμασταν. Φτερούγες ανοίγαμε και σκεπαζόμασταν να  προφυλαχτούμε από τα ζόρια. Και πάντα λέγαμε πως θα τα καταφέρουμε. Και πάντα φέρναμε την Άνοιξη στη μέση του χειμώνα.

Τέσσερα κορίτσια σε ένα σπίτι. Να μοιραζόμαστε τα ίδια ρούχα, τα ίδια παπούτσια, διαφορετικά όνειρα και «θέλω», διαφορετικές αναποδιές, μα πάντα αναποδιές. Καιροφυλαχτούσε στη γωνία το παράπονο. Ποιο παράπονο δεν ξέρω! Ίσως που μεγαλώσαμε ξαφνικά και γίναμε ενήλικες και ψάχναμε να στηριχτούμε κάπου πιο πάνω και αφού ήταν μακριά στηριζόμασταν η μία στην άλλη.

Τόσο διαφορετικοί άνθρωποι και τόσες εφηβείες μαζί! Βγάλε συμπέρασμα τι γινόταν. Ανύπαρκτη όμως η μοναξιά! Φωνές παντού και πάντα. Και ποικιλία απόψεων και κλάμα και οδυρμός όταν κάτι προσχεδιασμένο δεν είχε αίσιο τέλος. Να τρέχει η ζωή και να είμαστε μέσα, καθ’ οδόν με αποσκευές, με βαλίτσες, με σακίδια, με μπαούλα. Η καθεμιά και άλλο βάρος. Κι αν σκόνταφτε η μία έριχνε λάσο η άλλη. 

Πάντα σα γροθιά. Τόσο σφιχτή γροθιά που δύσκολα άνοιγε για να περάσει το άγνωστο. Σκανάρισμα σε όλα. Μην τυχόν και χαλάσει κανείς την ομάδα και δεν πάρουμε το πρωτάθλημα.

Κι ύστερα άρχισαν οι αναχωρήσεις. Σιγά - σιγά και με το μαλακό γιατί θέλαμε και χρόνο να δεχτούμε τις αλλαγές. Ευχάριστες αναχωρήσεις. Νέοι σύμμαχοι στο παιχνίδι. Ο Κωστής, ο Χρήστος, ο Αντώνης. Έχω πια την πεποίθηση ότι πιο πολύ χρόνο πήρε σε εμένα. Να συνηθίσω το φευγιό μα και πάλι θαρρώ πως δε συνηθίζεται. Να κλείσω την πόρτα κι αυτές να είναι σε άλλα σπίτια με άλλους συμμάχους και άλλες συμμαχίες. Να συμβιβαστώ με το άλλο, το διαφορετικό, το καινούριο. Με την αναθεώρηση των πραγμάτων. Με τα γεμάτα συρτάρια που αδειάζουν κι έχεις πια άπλετο χώρο και δεν ξέρεις τι να τον κάνεις ενώ πριν παραπονιόσουν για την έλλειψη του. Συρτάρια και σεντούκια γεμάτα αόρατα μυστικά. Να βάζεις λιβάνι για να χεις ζωντανή τη μνήμη, την ανάμνηση τους. Κι έχω τόσο καλή μνήμη…

Αναχωρεί και ο τελευταίος συνοδοιπόρος. Φεύγει από τη γειτονιά όπως έφυγαν κάποτε και οι άλλες δύο. Άλλοι δρόμοι, άλλες ζωές! Ξέρω πως τίποτα δε θα μου φαίνεται ίδιο. Θα ξεχνιέμαι και θα τραβώ το δρόμο προς τα πάνω κι ύστερα θα θυμάμαι και θα αλλάζω πορεία. Με όλα τα στραβά και λειψά και ζόρικα και μεγάλα και σπουδαία, ήταν η πιο κοντινή παρηγοριά. Είναι που λογαριάζουμε και λάθος τις σχέσεις αίματος. Σα συμβόλαιο ισόβιο που κανείς δε θα διαγράψει ποτέ. Σαν υπόσχεση που δε θα αθετήσεις από αγάπη και όχι από υποχρέωση.

Ένα ταξίδι ονειρεύτηκα μαζί σας, κορίτσια! Να χαθούμε σε ένα νησί με πρίνους, να αράξουμε δίπλα στη θάλασσα, να καούμε από τον ήλιο και να μη μας νοιάζει. Να μην υπάρχει σήμα στο νησί και η θάλασσα αγριεμένη να βάζει εμπόδια στον απόπλου. Να μη μας πειράζει που για κάποιες μέρες κανείς δε θα μπορεί να μας βρει. Να θυμηθούμε τα παλιά, να τα πούμε όλα κρυφά και μυστικά και να εξιλεωθούμε από τα παράπονα και τα κρίματα μας. Ανέμελες σαν παιδιά να κλείσουμε τα μάτια, να δώσουμε τα χέρια και να ανανεώσουμε τους όρκους που δώσαμε κάποτε σε μια πολύ δύσκολη στιγμή που μας έδεσε με αόρατη κλωστή. Κι ύστερα να γελάσουμε δυνατά σαν παιδιά που ξέχασαν να μεγαλώσουν γιατί αγαπήθηκαν πολύ η μία από την άλλη!



Καλή αρχή, μικρή μου!

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Γράψε κι εσύ ένα σύνθημα








Συνθήματα δεν έγραψα ποτέ. Σε πορείες ήμουν πάντα πρώτη. Και στην αφισοκόλληση πάλι εκεί ήμουν, στην πρώτη γραμμή. Βλέπεις είχα μια σύντομη θητεία στο ΚΚΕ κι έπρεπε να μάθω κι από αυτά. Σύνθημα όμως δεν αξιώθηκα να γράψω. Να μπογιαντίσω τοίχο, να γράψω μια ιστορία πάνω του, να ξυπνήσει η πόλη το πρωί και να προβληματιστεί ή να ρίξει απλά ένα βλέφαρο, να χαρίσουν λίγα λεπτά από το χρόνο τους οι άνθρωποι. Παράπονο το ‘χα πάντα. Απωθημένο μου μεινε κι άντε να το καταχωνιάσεις μέσα σου και να το μαλακώσεις και να του δώσεις πάτημα να βρει μια καλή δικαιολογία.

Τα ρημάδια τα απωθημένα! Θαρρείς πως χάθηκαν κι αυτά κοιμούνται. Σου ζαλίζουν το κεφάλι και βρίσκονται πάντα εκεί στα κρυφά κι απόκρυφα και δουλεύουν. Και μην πιστέψεις ποτέ πως σε ξέχασαν και κατάπιαν το θυμό τους. Μη διανοηθείς ότι θα σε αφήσουν να κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου. Έρχεται η στιγμή που υψώνονται μπροστά σου και ζητούν δικαίωση και απαιτούν το μερτικό τους, τη θέση τους. Και τότε θες δε θες θα υπακούσει στο μικρό διάολο που μπήκε στο κεφάλι σου και σου υπαγορεύει τις κινήσεις.

Δεν έχει περάσει καιρός μα η μνήμη μου είναι αχαρτογράφητη και μπερδεμένη ή μπορεί και εσκεμμένα να αποφεύγει να θυμηθεί τη στιγμή με λεπτομέρειες μην τη χαραμίσει επιπόλαια και δεν την περιγράψει όπως της πρέπει. «Στα συνθήματα δεν πρέπει να είσαι μόνος» μου είπε κάποτε ένας μαέστρος των τοίχων. « Εσύ που γράφεις, από φόβο θα ξεχάσεις τη σκηνή οι άλλοι όμως θα τη θυμούνται και θα στη θυμίζουν κι εσένα».

Δεν πήγα μόνη. Πήρα τους φίλους μου. Εκείνα τα παλιόπαιδα που συμμερίστηκαν την ανάγκη μου και ασπάστηκαν την ανωριμότητα – παιδικότητα μου. Το σύνθημα ήταν έτοιμο στο μυαλό μου, ζωγραφισμένο από μέρες, στολισμένο με τις οξείες και τα θαυμαστικά του. Ηχηρό και μεγαλόπρεπο, ταιριαστό με εκείνον για τον οποίο προοριζόταν. Ρε τι σου κάνει ο έρωτας! Κοντεύεις τα σαράντα και γράφεις συνθήματα! Μπας και καταφέρεις να νικήσεις το χρόνο , να τον ξεγελάσεις και να του κλείσεις το μάτι με πονηριά για να πάρεις παράταση. Παράταση ζωής παιδικής, εφηβικής και μέχρι εδώ. Από εκεί και πέρα η ρημάδα η λογική η παράλογη. Τα στενά «πρέπει» και η εικόνα. Πόσο μετράει κι αυτή η κουτσομπόλα η εικόνα! Καλλωπισμένοι και μετρημένοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Να στολίζεται το μαλλί και το κεφάλι «κουλουβάχατα». Να περπατάς πάνω στη γόβα και τα πόδια να θέλουν να τρέξουν γυμνά. Να φοράς την ευπρέπεια και τα μάτια πονηρά να ταξιδεύουν και να κοιτούν άλλα!

Τα συνθήματα γράφονται αργά τη νύχτα κι όταν πρόκειται και για έρωτα φωτίζονται από ολόγιομο φεγγάρι, ολοστρόγγυλο και ματωμένο. Και λαχανιάζει κι αυτό μαζί σου και φοβάται μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα σου. Ο φόβος μου είχε παραλύσει τα άκρα μα εγώ από πείσμα έφτιαξα όμορφα στρογγυλά γραμματάκια και τα στόλισα όπως τους έπρεπε. Να μην έχουν κανένα παράπονο και να σκεφτούν ότι δεν είμαι νοικοκυρά. Να καλημερίσουν τον αγαπημένο μου το πρωί και να του δείξουν πως ήμουν εκεί και με παγωμένα χέρια και ζεστή καρδιά ζωγράφισα λέξεις να μείνουν και να του κλείνουν το μάτι κάθε πρωί. Κι αν με ρωτήσεις θα σου απαντήσω με το χέρι στην καρδιά. Για μένα το έκανα! Τίποτα δεν κάνουμε για τον άλλο. Δικό μας είναι το συναίσθημα, δική μας και η χαρά. Ο άλλος είναι απλά η έμπνευση, η αφορμή, η θέση. Γι’ αυτό δεν το έσβησα και ποτέ. 

Πριν μερικές μέρες έφτιαξα το δρόμο μου από ‘κει μόνο και μόνο για να το δω. Να θυμηθώ πάλι εκείνο το συναίσθημα του φόβου και της αγωνίας και της υπέρτατης χαράς.



Αν περάσετε ποτέ από κάποιο απομακρυσμένο σχολείο ψάξτε το σύνθημα μας. Και πείτε μου αν είδατε καμιά απάντηση δίπλα να του κάνει παρέα. Κι ύστερα πάρτε ένα πινέλο και γράψτε κι εσείς το δικό σας. Μην το σκεφτείτε πολύ. Κλείστε τα μάτια κι αφήστε την ετοιμοπόλεμη φαντασία σας να κατευθύνει το χέρι. Να ομορφύνει τους λευκούς τοίχους που μοιάζουν με φυλακές και σκλαβώνουν τον «αλήτη» μέσα μας!