Translate

Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014

Ο ΨΑΡΑΚΗΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΨΑΡΑΚΙ





Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, άμα έχεις και λίγο το κουσούρι, γίνεσαι όλο και πιο ευσυγκίνητος. Ευτυχώς όμως εμείς οι μεγάλοι έχουμε εκείνα τα μαύρα γυαλιά που προστατεύουν τα μάτια μας από τον ήλιο και λειτουργούν σα μάσκα για να κρύψουμε τα συγκινημένα μας μάτια.

Ο κοσμήτορας τα είπε ωραία. Γάργαρος λόγος, με όλα τα σημεία της στίξης, ωραίες ιδέες, επαναστατικές, συγκινητικά και βαθυστόχαστα νοήματα. Τον άκουσα. Και ήταν η πρώτη φορά που άκουγα προσεχτικά καθηγητή πανεπιστημίου να εκφωνεί λόγο. Και ήταν η πρώτη φορά που παραδέχτηκα τη δύναμη των λέξεων ενός πανεπιστημιακού. Η γλώσσα του δεν ήταν ξύλινη αλλά με ορμή και πάθος προέτρεψε τα παιδιά να ονειρεύονται και να λειτουργούν με τη φαντασία. Με τη φαντασία! Μεγάλη κουβέντα.

Το «κολλητάρι» μου ορκιζόταν. Μαθητής μου πριν από πέντε χρόνια κι ύστερα «καθηγητής» μου στο σχολείο των εκμυστηρεύσεων, των προβληματισμών και της ανάποδης ζωής. Τον βρήκα στην αίθουσα να περιμένει υπομονετικά, καρτερικά και ήρεμα την ώρα της ορκωμοσίας. Φορούσε το καλοσιδερωμένο του πουκαμισάκι, είχε τζελ στα μαλλιά και το πιο αισιόδοξο χαμόγελο στα χείλη. Και ήταν όμορφος και ωραίος. Ώριμος μαχητής της ζωής, βράχος ακλόνητος, αποφασιστικός στρατιώτης για τη διεκδίκηση της δικής του ζωής. Πάντα όμως όμορφος ήταν! Τι μου κανε τόσο εντύπωση εκείνη τη στιγμή; Θαρρώ πως είδα το πιο καθάριο βλέμμα που είχα δει ποτέ σε άνθρωπο. Ευθύ, αγαθό, καλοσυνάτο, μοναδικό, δοτικό και γεμάτο σοφία. 

Κάποτε του είχα πει πως αν έκανα ποτέ παιδί θα ήθελα να του μοιάζει. Κι επειδή τα πράγματα ήρθαν έτσι και οι επιλογές μου με οδήγησαν αλλού δε νομίζω η μαμά Κατερίνα να έχει αντίρρηση κάποιες φορές να τον νιώθω κι εγώ παιδί μου.

Ο Ψαράκης, ο δικός μου Ψαράκης, μου ‘χει χαρίσει απέραντη αγάπη κι ας μην είπαμε ποτέ κουβέντες ξεκάθαρες και απόλυτα τρυφερές. Κι εγώ χαίρομαι που σήμερα ήμουν εκεί, σε μια σημαντική και όμορφη στιγμή της ζωής του. Σε ένα κύκλο που έκλεισε όμορφα και γλυκά και σε ένα άλλο που θα ανοίξει σύντομα. Και είμαι σίγουρη και ορκίζομαι και υπόσχομαι και βεβαιώνω ότι όλα θα πάνε καλά. και στο μέλλον θα γιατρέψει πολλές πονεμένες και αναποφάσιστες ψυχές και θα τις βοηθήσει να βρουν μια πυξίδα για να πορευτούν. 

Η ζωή, αγόρι μου, σου χρωστάει! Και θα σου τα ξεπληρώσει χωρίς αναβολές. Και σήμερα μ’ έκανες τόσο χαρούμενη που ένιωσα πως κάτι μου επέστρεψε κι εμένα από τα χρωστούμενα.



Σήμερα 30 Ιουλίου 2014 ο Ψαράκης, ο δικός μου Γιάννης, πήρε το πτυχίο ψυχολογίας!!!!!!!!!

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΦΛΥΑΡΙΑ




Θέλω να σας μιλήσω για το καλοκαίρι. Τα καλοκαίρια σε τούτο το νησί. Αμπαρωμένες καρδιές και ξεκλείδωτες πόρτες, με το κλειδί απάνω, να ‘χει να βολεύεται η πεθυμιά και η ανάσα. Σε μια ξεκλείδωτη πόρτα και σ’ ένα ορθάνοιχτο παραθύρι. Τριτοκοσμική πολυτέλεια για τους μοντέρνους καιρούς μας. 

Να ‘χει και λίγο τόπο να βολευτεί η καρδιά σα ξεκινά το μέτρημα. Να κοιτά απάνω και να πασχίσει να θυμηθεί το νεφέλωμα αν το λένε «ποταμό» ή του Μαγγελάνου και πάλι να ξεχνά η αδύναμη μνήμη και να περιορίζεται στο κοίταγμα. Όπως όταν κοιτάς ένα άγνωστο που αγνοείς το όνομα του.

Τσαντίρια τα σπίτια σαν και τα όνειρα. Το ένα να πιάνεις το άλλο να αφήνεις. Σαν τα μισοτελειωμένα λόγια, τις μισές ιστορίες, τις ανολοκλήρωτες κουβέντες. «Οι παρέες που φτιάχνουν ιστορίες»! Δεν είναι δικό μου. Από κάπου το δανείστηκα μα δε με βοηθάει η αφηρημένη μου μνήμη να θυμηθώ. Το κλεψα γιατί ταίριαζε και πάντα θα ταιριάζει. Σοφός αυτός που το πρωτοείπε! 

Ένας βράχος αποκούμπι και ξαπλώστρα. Να λιάζεις τη ζωή και να διατείνεσαι ότι είσαι μεγάλος και μπορεί να λιαστείς όσο θες χωρίς την άδεια της μαμάς. Εκείνη να σου φορά το καπέλο κι εσύ να θες να πετάξεις το περιττό βάρος από το κεφάλι που εμποδίζει τη φαντασία. 

Πόσα αστέρια μέτρησες την ώρα που έπεφταν! Μα πάνω στον ενθουσιασμό σου να το φωνάξεις δεν πρόλαβες και τις ευχές. Κι ένιωσες τα δίκια σου βουνό και τα αχ! βαρίδια που ξέμεινες με τη σοφία κι έχασες κάτι άλλο. Το άτιμο το τίμημα! 

Κι ύστερα απλωμένοι έρωτες ολούθε να πασχίζουν αγόγγυστα να καθαρίσουν την ψυχή από τα αδύναμα και να φανούν καθαροί, «κουστουμαρισμένοι» με υπομονή και καρτερικότητα. Αχ! το καινούριο! Πόσο δυνατό φαίνεται και πόσο δύσκολα παραμένει! Να χάνεις τα κουπιά στην αρχή και να μη σε νοιάζουν οι φουρτούνες! Κι έπειτα να ‘χει νηνεμία και να φοβάσαι μη μπατάρει η βαρκούλα! Μάνταλα σπασμένα στις πόρτες!

Σαν ένα χέρι να σε σπρώχνει στα τυφλά και να ‘χει λίβα κι άλλοι να ζωντανεύουν κι άλλοι να πεθαίνουν. Να βρίσκεις παρηγοριά σε μια φέτα καρπούζι που πριν κοπεί να διαφωνείς για τον τρόπο της μοιρασιάς. Κι ύστερα να πέφτεις με τα μούτρα σα παιδί και να ξεπλένεις τα χέρια στη θάλασσα. Όλα να τα ξεπλένεις εκεί. Αγιασμένο νερό! Κολυμπήθρα που σε ξαναβαφτίζουν με τη θέληση σου. Με το δικό σου όνομα! Και να σου παίρνει ώρα να διαλέξεις αν κρατήσεις το Ορφέας ή αν θα σε λένε Τιμόθεο. Γέλια και χαχανητά και παρενθέσεις. Να απαθανατίσουμε τις στιγμές με πόζες για να ‘χει ο καιρός να βρίσκει κουράγια και αντοχές! Να ‘χει δικό του μερίδιο στη μοιρασιά, στη δίκαιη κληρονομιά!

Και οι υποσχέσεις για αντάμωμα βροχή! Καινούρια σχέδια και σε νέους τόπους. Νότιους τόπους με κακοτράχαλες διαδρομές, με απαίτηση ένα τετραγωνικό μέτρο οικόπεδο για να χωρέσει η σκηνούλα μας. Ποιος να σου το αρνηθεί;

Ηλιοκαμένα κορμιά που πέταξαν από πάνω τους τη σκόνη του χρόνου και μπήκαν στο χορό! Σα μια γιορτή με νταούλια και ντέφια και μια φωτοβολίδα να σκάει μέσα στη νύχτα ξανά και ξανά για να φωτίσει τα σκοτεινά και να φέρει ξημέρωμα. 

Κι όλα αυτά για να πω μόνο ευχαριστώ. Για όλα! Που είχα τόσο καιρό να νιώσω χρήσιμη και σημαντική. Που είχα τόσο καιρό να γείρω το κεφάλι και να διώξω τις σκέψεις. 



Πόσο φλύαρη είμαι!!!!! Ίσως φταίνε τα δαντελωτά ακρογιάλια και η θάλασσα που χρύσιζε την ώρα που γύρισα το κεφάλι και την αποχαιρέτησα….

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Εμείς δεν ανήκαμε ποτέ σε εκείνες τις περιοχές που οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν, άλλαξαν τόπο κατοικίας, κοινώς ξενιτεύτηκαν για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Οι νέοι του τόπου έφευγαν μονάχα όταν υπηρετούσαν τη μαμά πατρίδα και η επικοινωνία γινόταν μόνο με αλληλογραφία. Ο ταχυδρόμος ερχόταν στο δικό μας χωριό κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και στο διπλανό κάθε Τρίτη και Πέμπτη (βλέπετε ακόμα κι εκεί υπήρχε ευνοϊκή μεταχείριση). Εκείνες λοιπόν τις ημέρες οι απαρηγόρητοι και υπερήφανοι συνάμα γονείς περίμεναν από νωρίς στο καφενείο μήπως και ο ξενιτεμένος ακρίτας αποστείλει ένα χαιρετισμό. Το λευκό φακελάκι με τη γαλάζια μπορντούρα κατέφθανε μετα βαϊων και κλάδων. Στο πρώτο γράμμα υπήρχε πάντα η γνωστή φωτογραφία με το φανταράκι να βρίσκεται μέσα σε μία τεράστια καρδιά βαλεντίνου και στην πίσω μεριά η γνωστή αφιέρωση: 
πάρε καρδιά δίχως κορμί 
και σάρκα δίχως αίμα 
και τη φωτογραφία μου 
για να θυμάσαι εμένα.
Η επιστολή άρχιζε πάντα με τη φράση : « σεβαστέ μου πατέρα και αξιολάτρευτη μητέρα(η αδυναμία στη μητερούλα είναι σταθερή αξία), είμαι καλά και το αυτό επιθυμώ και δια υμάς». Συνήθως ο «λοχαγός» (έτσι έλεγαν οι γονείς όταν οι άλλοι τους ρωτούσαν τι αξίωμα είχε ο γιος. Είχαμε εφοδιάσει όλη την Ελλάδα με πολλούς γαλονάδες, εμείς και κανείς άλλος στην κρήτη) ενδιαφερόταν να μάθει για τη σοδειά, τον καιρό αλλά και τους συνομήλικους του που υπηρετούσαν την ίδια περίοδο.
Στο χωριό υπήρχε και το κοινοτικό τηλέφωνο που από την περίοδο της κατοχής βρισκόταν στο σπίτι του παπά – Σπυρίδωνα. Με μία μανιβελιά χτυπούσε στα Καλύβια, με δύο στο Μεσοχωριό, με τρεις στο Δραπέτι και πήγαινε λέγοντας. Η τεχνολογία προχώρησε όμως και η μανιβέλα αντικαταστάθηκε από τους αριθμούς. Σχημάτιζες τον αριθμό που έγραφες στο χαρτάκι και με μια μικρή χρονοκαθυστέρηση (όσο το χρηματοκιβώτιο της τράπεζας) άκουγες από την άλλη μεριά το χαρακτηριστικό: εμπρός!(ομπρός, για τη γιαγιά μου). Ή ακόμα καλύτερα : ναι;; δε σας ακούω(λες και μιλούσες με πολλούς! Θέλανε και τύπο ευγενείας οι άνθρωποι!)Π Α Ρ Ε ΤΟ Μ Η Δ Ε Ν!
Ο παπά –Σπυρίδωνας είχε πεθάνει αλλά το είχε κληροδοτήσει στο γιο του, το θείο Μίνωα (που δε γιόρταζε του αγίου Μηνά και κάθε φορά που του έλεγαν τα χρόνια πολλά γινόταν Τούρκος!). Όταν ακουγόταν το χαρακτηριστικό ντριν ο θείος ήταν ήδη στην πόρτα έτοιμος για να πάρει το σήμα από τη γυναίκα του, η οποία απαντούσε στο τηλέφωνο, και να αρχίσει το αγώνα δρόμου. Αν ζητούσαν γείτονα η προπόνηση ήταν μικρή, αν όμως έπρεπε να καλέσει κάποιον από την άλλη άκρη τότε χρειαζόταν αναβολικά για να αντέξει. Πολλές φορές δεν προλάβαινε να γυρίσει κι έπρεπε να ξαναφύγει για ένα νέο κατοστάρι. Στα σπίτια υπήρχε πάντα ένα ποτήρι δροσερό νερό για τον ολυμπιονίκη γιατί ειδικά τα μεσημέρια του καλοκαιριού ο λίβας μείωνε τις αντοχές. 
Αυτό μέχρι το 1983. Κάποτε όμως οι αθλητές κουράζονται και πετούν λευκή πετσέτα . Το τηλέφωνο μεταφέρθηκε στο καφενείο του Σήφη μαζι με ένα μεγάφωνο που τοποθετήθηκε, γεγονός που κατήργησε την εχεμύθεια. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που κάποιος σε ζητούσε στο τηλέφωνο μάθαινε και όλο το χωριό το όνομα του. «η Άννα η Βαρδάκη στο τηλέφωνο. Η Βαρδάκη η Άννα στο τηλέφωνο. Στο τηλέφωνο η Άννα η Βαρδάκη. Τη ζητά η αδερφή της η μεγάλη από Αθήνα». Η ντουντούκα όμως χρησίμευε και για την ανακοίνωση σπουδαίων γεγονότων : « ο γεωπόνος θα ρθει να δηλώσετε τα αμπέλια για τη φυλλοξήρα». «Ο Θ. Α παντρεύει την κόρη του και είστε όλοι καλεσμένοι» « ο γιατρός θα ρθει για να γράψετε φάρμακα. Αποτελούσε δηλαδή τον τρόπο έκφρασης και ενημέρωσης του life and style της μικρής μας κοινωνίας και ποτέ δεν έλλειψαν και τα ευτράπελα, όπως να μιλάς στο τηλέφωνο και το κατά λάθος ανοικτό μεγάφωνο να είναι η αιτία να σε ακούει όλο το χωριό. 
Το 1990 επιτέλους κάθε σπίτι απέκτησε τη δική του γραμμή που πάλι για να σε ακούσει ο άλλος καλύτερα έπαιρνες το μηδέν. Τώρα πια δεν ήταν αναγκαίο να βγεις στο μπαλκόνι και να φωνάξεις τη γειτόνισσα απέναντι να σε σχολιάζει και όλη η γειτονιά. Σχημάτιζες απλά το μαγικό αριθμό και όλα γινόταν μαγικά! Και η ντουντούκα βράχνιασε και σώπασε για πάντα.
Και ξαφνικά τα πάντα άλλαξαν! Η κινητή τηλεφωνία μπήκε στη ζωή όλων. Μπορούσαν να σε βρουν παντού. Φύτευες το κηπουλάκι σου με τα λαχανικά στην κουκούβαρη και σ έψαχνε η γυναίκα σου; Ντριν!Ντριν! και λες και την είχες δίπλα σου για τη γνωστή τηλεφωνομουρμούρα! Η δυνατή φωνή βέβαια παρέμεινε σταθερή αξία χωρίς να χρειάζεται πια να πάρεις το ΜΗΔΕΝ. Κι έτσι ακόμα όλο το χωριό μπορεί να μαθαίνει τα μικρά και αθώα μυστικά σου.


Ευχαριστώ από καρδιάς τον κύριο Δημήτρη, όχι μόνο γιατί είναι πατέρας μου, αλλά και για την καταπληκτική μνήμη που διαθέτει, η οποία όμως δεν τον βοηθάει να μάθει πως διαβάζεις ένα μήνυμα στο κινητό.

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

ΜΠΑΜΠΑ ΜΗ ΧΤΥΠΑΣ ΤΗ ΜΑΜΑ




Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα μεγάλο, σιωπηλό αγκάθι. Μια πληγή που έχει κακοφορμίσει και φαντάζει αθεράπευτη. Μια σιωπηλή συνενοχή αφού όλοι ξέρουμε αλλά δε μας φταίει λόγος αφού δεν αφορά το σπίτι μας. Τόσο υποκριτές! Ακούμε φωνές και στήνουμε αυτί αντί να σηκώσουμε το ακουστικό και να πάρουμε την αστυνομία ή ακόμα και να επέμβουμε. Όχι! Το κουτσουμπολιό έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ουσιαστική παρέμβαση, το νοιάξιμο και το ενδιαφέρον. 

Μόλις είχα αρχίσει τα μαθήματα. Είχα πάρει το πτυχίο και άρχιζα δειλά-δειλά την «καριέρα» μου. Ο ένας γονιός με πρότεινε στον άλλο κι έτσι οι μαθητές μου πλήθαιναν και μαζί μεγάλωνε και η αυτοπεποίθηση μου. Σα γύφτικο σκεπάρνι καμάρωνα. Ήμουν τόσο αφελής που νόμιζα ότι όταν συναναστρέφεσαι με παιδιά είναι μια πελατειακή σχέση και τίποτα άλλο. Κι ύστερα κατάλαβα πως είναι κάτι μεγαλύτερο, σπουδαιότερο, βαθύτερο, πιο περίπλοκο και το πιο σημαντικό από όλα.

Η Μαρία ήταν ένα κορίτσι πρώτης γυμνασίου. Άχρωμο, άοσμο, αδιάφορο. Τοίχοι υψωμένοι ολόγυρα. Θα συναντιόμασταν τρεις φορές την εβδομάδα για να τη βοηθάω στα μαθήματα της. Εγώ φιλολογικά δίδασκα αλλά όπως κατάλαβα λίγο αργότερα η Μαρία νόμιζε ότι είχα τη λύση για όλα τα μαθήματα. Αρχάρια και άπειρη όπως ήμουν βρέθηκα να λύνω και ασκήσεις μαθηματικών.

Απογοήτευση μεγάλη. Η μέγιστη! "Ένα μέτρο, Μαρία, 100 εκατοστά, τα πέντε μέτρα πόσα; 300 εκατοστά, κυρία»! Η Μαρία πάντα αφηρημένη, κλεισμένη σε ένα δικό της κόσμο, φοβισμένη. Απόλυτα φοβισμένη! Κάθε φορά που έκανα κάποια νευρική κίνηση η μικρή μαζευόταν, έβαζε τα χέρια στο πρόσωπο και προσπαθούσε να προφυλαχτεί. Δεν καταλάβαινα το λόγο αλλά δεν μπήκα και ποτέ στον κόπο να το ψάξω. Εξάλλου η έπαρση της αυθεντίας μου με καθιστούσε παντογνώστη και πανεπιστήμονα που δε μου επέτρεπε να μπω σε αυτές τις συναισθηματικές λεπτομέρειες. Το πόρισμα είχε βγει: Η Μαρία ήταν κακή μαθήτρια, παγερά αδιάφορη και ξύλο απελέκητο. Τόσο σίγουρη ήμουν για τις ικανότητες μου και πεπεισμένη για τα συμπεράσματα μου που δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω λάθος. 

Κάπου εκεί μέσα στο σπίτι υπήρχε και μια φοβισμένη μαμά. Κάθε φορά που τέλειωνα το μάθημα με περίμενε στην πόρτα και με αγωνία περίμενε να μάθει τις επιδόσεις της κόρης. Κι εγώ κάθε φορά έλεγα τα ίδια και την απογοήτευα ακόμα περισσότερο. Με είχε παρακαλέσει εξαρχής να μην πω την αλήθεια στο μπαμπά αν ποτέ με ρωτούσε αλλά να του έλεγα ότι είναι ένα παιδί που προσπαθεί πολύ. Εγώ συμφώνησα. Δεν είχα και λόγο να πράξω το αντίθετο αν και το σύζυγο δεν τον είχα συναντήσει ποτέ σε αυτούς του πέντε μήνες που μπαινόβγαινα στο σπίτι.

Μια Δευτέρα απόγευμα ενώ κάναμε μάθημα άκουσα τη φωνή του. Η Μαρία όμως άρχισε να τρέμει, χλώμιασε, αποπροσανατολίστηκε. Μάταια προσπαθούσα να εξηγήσω τις κύριες και τις δευτερεύουσες προτάσεις. Δευτερεύουσες οι πληροφορίες μου. Το κορίτσι φαινόταν χαμένο και συχνά γυρνούσε και κοιτούσε στην πόρτα. Η φωνή του μπαμπά ολοένα και δυνάμωνε και δεν είχε να κάνει με το κρητικό ταπεραμέντο του φωνακλά έξω καρδιά συζύγου. Σε λίγο ακουγόταν και η φωνή της μαμάς και τώρα πια ξεκάθαρα διέκρινες ένα καβγά και μια ομηρική φιλονικία. Οι φωνές τους σκέπαζαν τη δική μου που εξακολουθούσα να κάνω τη δουλειά και να προσπαθώ να επαναφέρω στην τάξη τη Μαρία. Ώσπου άρχισαν να φεύγουν πράγματα, να σπάνε αντικείμενα και να ακούγεται ο ήχος ενός χεριού που πέφτει στη γυμνή σάρκα. Ουρλιαχτά, φωνές, βρισιές και ύστερα σιωπή κι ένα βουβό κλάμα να σκεπάζει την ησυχία του απογεύματος. Η μικρή είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά μου και με παρακαλούσε να φύγω για να προλάβει να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι πριν μπει μέσα στο δωμάτιο. Είχα παγώσει! Και είχε παγώσει και ο χρόνος. Άκουγα τους χτύπους της δικής μου καρδιάς και της καρδιάς της Μαρίας. Ξέρετε, της αδιάφορης, άχρωμης, άοσμης μαθήτριας που δεν ήξερε ότι τα πέντε μέτρα είναι 500 εκατοστά. Με πηρε από το χέρι, μου άνοιξε το παράθυρο και με έσπρωξε στο δρόμο. Κι εγώ το έσκασα σαν αγρίμι κυνηγημένο που παράτησε τους συνταξιδιώτες του για να σώσει το δικό του τομάρι.

Τη Μαρία δεν την είδα ποτέ ξανά. Πριν πολλά χρόνια όμως είδα τη μαμά στην εφημερίδα στους επιτυχόντες του νυχτερινού. Ήταν στα 45 και πλέον φοιτήτρια στο τμήμα ψυχολογίας. Τα κατάφερε! Με κάποιο δικό της τρόπο τα κατάφερε. Κι ελπίζω να τα ‘χει καταφέρει και η Μαρία. και λυπάμαι που τότε το έβαλα στα πόδια και δε βγήκα να ζητήσω βοήθεια και να υπερασπιστώ το μικρό φοβισμένο σπουργίτι που ονειρευόταν πως κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι δε θα την έβρισκε ποτέ το τέρας. Το τέρας είχε κρυφτεί όμως μέσα της από τότε που γεννήθηκε και θα της έπαιρνε πολύ χρόνο και κόπο για να απαλλαγεί από την παρουσία του. Θα της έπαιρνε πολύ για να πάψει να στοιχειώνει τα όνειρα της…





Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΜΝΙΣΤΕΣ




17 Ιουλίου. Και να ήθελα δε θα μπορούσα να ξεχάσω τη γιορτή της. Κομβόι ξεκινούσε όλο το χωριό για το πανηγύρι. Η Αγία Μαρίνα στη Βόνη. Ένα χωριό μικρό που όλο το χρόνο ζούσαν εκεί μονάχα φαντάσματα μα από τις 14 μέχρι και τις 17 Ιουλίου το χωριό ζωντάνευε ξαφνικά. Αποκτούσε υπόσταση, φωνή, δυναμική παρουσία. Οι πανηγυριώτες με δέος και σεβασμό πλησίαζαν την εκκλησία, άναβαν το κεράκι, προσέφεραν το τάμα τους κι ύστερα αποχωρούσαν από το ναό για να γευτούν τα καλούδια και να αγοράσουν από τους πραματευτάδες κάθε λογής «σαχλαμάρα», όπως έλεγε ο πατέρας μου που δεν αποδέχτηκε ποτέ την εκμετάλλευση της εορτής από τους πλανόδιους κερδοσκόπους.

Έτσι μονάχα μία φορά τον πείσαμε να παρευρεθούμε κι εμείς οικογενειακώς στο μεγάλο γεγονός του καλοκαιριού. Εξάλλου η οικογένεια του ήταν συνδεδεμένη με την άλλη αγία Μαρίνα που βρισκόταν στη Μεσαρά κοντά στο παραθαλάσσιο θέρετρο του Λέντα σε ένα χωριό με το αστείο όνομα Μιαμού που πάντα τάχα μου εμείς τα παιδιά μπερδευόμασταν και το λέγαμε «μαϊμού». Είχα ακούσει πολλές φορές τη γιαγιά να λέει για την πηγή με το θαυματουργό νερό που υπήρχε εκεί και που ο παππούς για πολλά χρόνια έπαιρνε τον καημένο το «Ντορί», το γαϊδαράκο μας, ξυπνούσε στα μαύρα χαράματα και πήγαινε ώρες δρόμο για να της κουβαλήσει το νερό και να φύγει η πέτρα από τα νεφρά. Τέτοια αγάπη!

Έτσι για εμάς ο αγώνας ανάμεσα στις δύο αγίες «ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΒΟΝΗΣ – ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΜΙΑΜΟΥΣ» σημειώσατε 2. Για να γλιτώσουν όμως από τη γκρίνια μας, αφού παιδιά είμασταν και αγαπούσαμε τα παιχνίδια που πουλούσαν στη Βόνη και που δεν υπήρχαν στη Μιαμού, μας υποσχέθηκαν μπάνιο στην περιοχή του Λέντα με το πέρας της «θείας» λειτουργίας και μετά από μια απολαυστική και δροσερή κανελάδα με χιόνια από το Ψηλορείτη. Ήταν η μοναδική απόλαυση που διέθετε η χάρη της αλλά έτσι κι αλλιώς εμάς θα μας αποζημίωνε η θάλασσα.

Αυτή τη φορά στην παρέα μας θα βρισκόταν και ο παππούς με τη γιαγιά η οποία καθόλου δε συμπαθούσε τη θάλασσα σε αντίθεση με τον παππού που έβαζε το «μπανιερό» του και πλατσούριζε ευτυχισμένος. Η διαδικασία ήταν πάλι ίδια. Δέσαμε τις καρέκλες στη γαλάζια κλούβα Mitsubishi, βάλαμε τον παππού και τη γιαγιά στα μπροστινά καθίσματα και ξεκινήσαμε. Όταν φτάσαμε πουρνό- πουρνό η λειτουργία δεν είχε αρχίσει. Κι όταν επιτέλους ξεκίνησε μας φάνηκε ότι είχε και τον ατελείωτο. Όταν έχεις λαχτάρα για κάτι νιώθεις πως αυτή η έρμη η ώρα δεν περνάει. Ο μισητός χρόνος παγώνει μονάχα όταν δε θέλεις. 

Κάποια στιγμή μετά από ώρες αναμονής ο παπάς αναφώνησε εκείνο το «αμήν» και τότε κι εμείς σταυροκοπηθήκαμε όχι από ευλάβεια και σεβασμό αλλά από ανακούφιση. Μπήκαμε μέσα στη Mitsubishi βγάλαμε τα καλά «εκκλησιαστικά» μας ρούχα και φορέσαμε τα «μπανιερά» τα σορτσάκια μας και με οδηγό τον πατέρα μας ξεκινήσαμε για την περιβόητη παραλία. Κανείς δε φανταζόταν τι θα ακολουθούσε.

Πριν προλάβει να παρκάρει είχαμε ανοίξει τη συρόμενη πόρτα και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη θάλασσα. Κι ο παππούς έγινε κι αυτός παιδάκι και μας ακολούθησε. Η γιαγιά όμως αποφάσισε να βολτάρει τριγύρω για να τσεκάρει την περιοχή. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Εμείς μπαίναμε και βγαίναμε από τη θάλασσα κάνοντας διαγωνισμό για το ποιος θα μετρήσει περισσότερα μπάνια. Φανταστείτε ότι στο τέλος του καλοκαιριού είχαμε κάνει 200 μπάνια μετρώντας τα βέβαια με αυτόν τον τρόπο.

Ξαφνικά την ευτυχία μας και το μέτρημα διέκοψε η φωνή της γιαγιάς από τη διπλανή παραλία η οποία ακουγόταν έξαλλη και το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν: «Ξετσίπωτη! Αλόγα! Βάλε μωρή κανένα ρούχο πάνω σου! Και ρίξε και στον κύριο σου μια πετσέτα που έβγαλε τη μαλαπέρδα να τη λιάσει!»

Η γιαγιά είχε βρεθεί άθελε της στην παραλία των γυμνιστών που βρισκόταν στο διπλανό κολπάκι. Σοκαρισμένη από το θέαμα και την άγνοια της έννοιας του γυμνισμού άρχισε να ωρύεται και τα ξεστομίζει ό,τι βρισιά κατέβαινε στην κούτρα της. Δε μπορούσε να χωρέσει ο μικρόκοσμος και η ηθική της ότι μετά την αγία Μαρίνα θα μπορούσε να αντικρίσει αυτό το θέαμα. Κι ας έλεγε ότι ο Αδάμ και η Εύα ήταν γυμνοί στον παράδεισο. Στην κόλαση έπρεπε να είσαι σεμνός και ενδεδυμένος με καλυμμένα τα επίμαχα σημεία.



Ο πατέρας μου έτρεξε και την πρόλαβε με βότσαλα στα χέρια προτού αρχίσει το λιθοβολισμό των αμαρτωλών και ξετσίπωτων γυμνιστών. Από τότε οι βόλτες με τη γιαγιά περιορίστηκαν στην επίσκεψη απομακρυσμένων μοναστηριών πάνω στα βουνά χωρίς το φόβο των ακάλυπτων παραθεριστών. Και δυστυχώς εμείς δεν προλάβαμε να μετρήσουμε παρά μόνο 50 μπάνια κι έτσι εκείνο το καλοκαίρι δε φτάσαμε τα 200 που ήταν ο στόχος!!!!

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

ΓΙΑΤΙ ΑΓΑΠΩ ΤΟ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΚΑΜΠΙΝΓΚ




Ήμουν δώδεκα χρόνων. Θυμάμαι μια παραλία ερημική, καθαρή, στο τέρμα του κόσμου. Τρεις οικογένειες με πολλά παιδιά, πολύ κέφι και τσιγγάνικο εξοπλισμό. Οι σκηνές ήταν είδος πολυτελείας τη δεκαετία του ογδόντα και ο υπνόσακος άγνωστη αβάντα. Μόνο οι τουρίστες διέθεταν τέτοια κομφόρ. Παλαίκαστρο Σητείας 1986. 

Ένα αγροτικό και δύο κλούβες. Τη δικιά μας την φανταζόμασταν σα πούλμαν με καθίσματα. Βάζαμε 4 πλαστικές καρέκλες, δύο μπροστά, δύο πίσω, τις δέναμε με σκοινί για να μη φύγουν στις στροφές και ξεκινούσαμε. Τρεις ώρες δρόμος. Ατελείωτος δρόμος. Τρεις φορές ακούγαμε και την εξηντάρα κασέτα με την «ανωγειανή παρέα». Μέχρι να φτάσουμε είχαμε μάθει όλα τα τραγούδια. 

«πέρδικα πρόσεξε γιατί

Καμιά φορά τυχαίνει

Ένας πρωτάρης κυνηγός 

Το στόχο πετυχαίνει»

Μόνο αυτό θυμάμαι πια. Ίσως γιατί σ’ αυτό το τραγούδι συμμετείχε όλη η οικογένεια, ακόμα και η μάνα μου που προτιμούσε τον Καζαντζίδη από την κρητική παράδοση.

Αρχηγός ο θείος Μαγκάιβερ. Εξασφαλισμένη η επιτυχία της εκδρομής. Αφεθήκαμε στα χέρια του, στο ένστικτο του, στην εμπειρία του, στις ικανότητες και στη φαντασία του. Κι από αυτή είχε πάντα μπόλικη.

Τρία αυτοκίνητα και δέκα παιδιά αραγμένα κάτω από τρία αλμυρίκια. Ψησταριές, τάπερ, ντομάτες και αγγούρια, κεφτεδάκια, σεντόνια, κουβέρτες, γκαζάκια, καφές ελληνικός, μπρίκια, φωνές, γέλια, κρασί και ιστορίες. Ένα ψαροντούφεκο με ένα χταπόδι να κουνά τα πλοκάμια του και να προσπαθεί να βρει τρόπο διαφυγής. Μάταιος κόπος. Έγινε ένας λαχταριστός μεζές που όμως δεν καταδέχτηκα να φάω.

Κι ύστερα αργά το βράδυ ένα ζευγάρι Γερμανών που άραξε δίπλα μας και μοιράστηκε τον ίδιο ίσκιο, και ήπιε την ίδια ρακή και αγάπησε την ίδια παραλία. Ο πατέρας μου να προσπαθεί να συνεννοηθεί με τη γλώσσα του σώματος, το διεθνή κώδικα, και να μαραζώνει που δεν ήξερε αγγλικά για να τους τα πει όλα και να αγαπήσουν πιο πολύ τον τόπο μας. Μα νομίζω πως κι έτσι τα κατάφερε κι εκείνοι ένα μήνα αργότερα εμφανίστηκαν στο χωριό κι απόλαυσαν την κρητική φιλοξενία. Για πολλά χρόνια θυμάμαι κάτι κάρτες αναμνηστικές να φτάνουν με το ταχυδρομείο κι εμείς να ψάχνουμε μεταφραστή της γερμανικής για να ρουφήξουμε τις πληροφορίες των φίλων μας.

Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον ήλιο να βγαίνει από τη θάλασσα. Ήταν η πρώτη φορά που είδα το δρόμο του φεγγαριού να λαμπυρίζει στα καταγάλανα νερά. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τα χρώματα στην παλέτα του κόσμου. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι εκείνο που ζούσα ήταν η ελευθερία η γνήσια, η αληθινή, η μοναδική ελευθερία που μπορούν να αγγίξουν οι άνθρωποι.

Γι’ αυτό και μόνο το λόγο αγαπώ το κάμπινγκ. Ίσως αυτή να είναι και η αιτία της αδυναμίας μου να κλειστώ σε ένα πολυτελές δωμάτιο με σάουνα και κλιματιστικό. Ίσως γι’ αυτό να βολεύομαι ακόμα και πάνω στις πέτρες και να ξυπνώ με χαμόγελο.

Τώρα πια έχω σκηνή και υπνόσακο και υπόστρωμα και δεν είμαι πια δώδεκα. Όμως η αίσθηση είναι ίδια. Την ίδια μαγεία νιώθω ακόμα και τώρα. Όμως στο Παλαίκαστρο δεν ξαναπήγα ποτέ. Θέλω να το θυμάμαι όπως τότε. Κι αν πήγαινα θα ήθελα να βρεθώ με τους ίδιους ανθρώπους. Ακόμα και με τους φίλους μας τους Γερμανούς που καμιά φορά αναρωτιέμαι αν κι αυτοί θυμούνται εκείνες τις διακοπές όπως τις θυμάμαι κι εγώ: Με νοσταλγία, παιδικότητα και αγάπη.

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!