Translate

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

ENAΣ ΣΑΚΟΣ ΜΕ ΕΥΧΕΣ







Η προσμονή ήταν πάντα λύτρωση για τους ανθρώπους. Κι ας ήταν ψευδαίσθηση, ουτοπία, απάτη. Τις αγαπήσαμε τις άτιμες τις απάτες! Πόσο πολύ τις αγαπήσαμε, δε λέγεται! Ατέρμονοι οι παραλογισμοί τους. Λες και κοιτούσαμε τον κόσμο μέσα από ένα καλειδοσκόπιο. Χόρταινε η ψυχή χρώματα και σχέδια. Έτσι ξεκινούσαν οι χρονιές. Με ρόμβους πολύχρωμους, αστραφτερούς. Να μπαίνει το φως κι εσύ να βλέπεις μονάχα σχέδια. Να βλέπεις τη ζωή σου μέσα από μια τρύπα και να είσαι σίγουρος πως τη νέα χρονιά σίγουρα θα ξεστρατίσει κάποιος κομήτης αδέσποτος.

Άνοιγες μια βαλίτσα, έχωνες μέσα τις ρυτιδιασμένες στιγμές κι ύστερα την έχωνες στο πατάρι. Σχέδια απόδρασης για τη νέα χρονιά. Να φωνάζουν οι αιώνες πίσω σου κι εσύ θαρραλέος και σίγουρος να πορεύεσαι για το φως. Να επαναπροσδιορίζεις τα «θέλω» σου και να μιλάς για θριάμβους χωρίς ξέφτια και κουρέλια. Να ονειρεύεσαι χρόνια αληθινά με χνάρια και πατημασιές καθαρές. Τα ‘χει αυτά η ελπίδα. Από την ίδια στόφα φτιαγμένη και η προσμονή. Να κρατιούνται πάντα χέρι – χέρι. Να βγάζουν ζαχαρωτά από τις τσέπες και γλειφιτζούρια και να μοιράζουν απλόχερα για να είναι χορτάτες οι νύχτες σου.

Πάντα περιμέναμε ένα πλοίο, ένα τραίνο, καμιά φορά κι ένα αερόστατο. Κάποιοι συμβιβαζόμασταν και με ένα μπαλόνι. Κρεμούσαμε τα όνειρα με μανταλάκια στην απλώστρα σαν ασπρόρουχα που πλύθηκαν και άστραψαν μέσα στη νύχτα. Πόσα σεντόνια άπλωσα! Έχασα το μέτρημα. Πόσο σεντόνια μάζεψα! Έχασα το μέτρημα. Τα ‘χει αυτά η ελπίδα. Τα ‘χει αυτά η προσμονή. 

Στέκομαι εδώ στο μετερίζι, στον προμαχώνα του χρόνου. Μη με ρωτάτε τι φυλάω. Ποτέ δεν ήξερα τι ήταν αυτό που ουσιαστικά ήθελα. Απροσδιόριστες ήταν πάντα οι ανάγκες μου. Ανικανοποίητος ο άλλος μου εαυτός. Εκείνος ο κρυφός, που ερχόταν τις νύχτες να με ξυπνήσει από το λήθαργο και να με αναγκάσει να μη βολεύομαι πουθενά. Μόνο που μεγαλώνοντας έμαθα τι είναι εκείνα που δε θέλω να γίνω, να αποκτήσω, να αγκαλιάσω, να ασπαστώ, να ακολουθήσω. Δεν είμαι πάντα θαρραλέα κι ας δίνω υπόσχεση κάθε χρόνο. Δε φτάνει να ονειρεύεσαι μόνο, πρέπει να βουτάς κιόλας. Και τόσα σχέδια στράφι! 

Δε θα σας το χαλάσω. Τουλάχιστον θα προσπαθήσω. Τα όνειρα μου όλα στοιβαγμένα στα χαρτιά. Είναι εκεί και με περιμένουν να προσπαθήσω. Κι όσο περιμένουν γίνονται βαρίδια και σακιά. Είμαι καταθληπτικά αισιόδοξη μα πάντα έχω σχέδια απόδρασης. Και τα καταφέρνω. Θα σας ευχηθώ ένα μεγάλο έρωτα, απόκοσμο. Να σας αποπροσανατολίσει, να ξεγελάσει την πυξίδα σας, να σβήσει το χάρτη σας, να τα κάνει όλα από την αρχή, να σας βγάλει από τα καλούπια και τα στεγανά, να σβήσει το χρόνο και ό,τι σας πόνεσε. Να σας κάνει να πείτε όλα τα «σ’ αγαπώ» που δεν προλάβατε, να σας κάνει να υποκλιθείτε στη ζωή, να ξεγελάσετε το θάνατο, να χαμογελάσετε στο άγνωστο.



Και τώρα σας αφήνω. Έχω να απλώσω τα άσπρα μου σεντόνια. Μη με βρει απροετοίμαστη η νέα χρονιά. Τα λέμε πάλι του χρόνου!

Κυριακή, 28 Δεκεμβρίου 2014

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ




Ρολόι δε φόρεσα ποτέ στο χέρι. Μαρτύριο ο χρόνος. Νόμιζα πως άκουγα το τικ τακ της σιωπής και θόλωνε το μυαλό μου από την αναμονή. Μα πάντα ήμουν στην ώρα μου. Λες και οσφριζόμουν τη μυρωδιά του χρόνου. Λες και είχα ένα ρολόι αμπαρωμένο στα κατάβαθα της ψυχής μου. 
Άβυσσος η διαίσθηση του ανθρώπου! Κι ομπρέλα δεν κράτησα ποτέ. Ακόμα και τώρα. Μούσκεμα γίνομαι μα προστασία δε θέλω. Σηκώνω το βλέμμα ψηλά και πασχίζω να ξεδιψάσω. Κι όταν συνειδητοποιώ πως είναι μάταιος ο κόπος,μπαίνω μέσα στο σπίτι και κοιτώ τη βροχή από το παράθυρο με θυμό και ματαιότητα. 
Τώρα που άρχισε και το τέλος του φθινοπώρου ελπίζω σε μια βροχή καθαρή κι ένα χρόνο άηχο, χωρίς τικ τακ και μάταιες αναμονές. Την ομπρέλα μου τη χαρίζω σε εκείνους που φοβούνται να βραχούν και να χάσουν τα ψιμύθια. Το χρόνο τον ξορκίζω με ένα χορό και μια στροφή με βήματα κυκλικά κι ατέλειωτα. Σαν την αέναη ελπίδα μας....



Να περνά μισή ζωή και να κοιμάσαι πάντα με ένα μάτι κλειστό και το άλλο ορθάνοιχτο. Να ψάχνεις φεγγίτες σαν αστροταξιδιώτης. Να ξημερώνεις και να νυχτώνεις χωρίς να προλάβεις να χαρείς μήτε το φως μήτε το σκοτάδι. Είναι που εναλλάσσονταν τούτα τα δυο με τέτοια ταχύτητα ιλιγγιώδη που σκοτείνιαζε και άστραφτε με ένα φλεφάρισμα. Κι ανάμεσα τους να αναρωτιέσαι τι υπάρχει που δεν το βλέπεις. Άραγε το βλέπουν οι άλλοι; Όλοι εκείνοι που χαμογελούν; Χαμογελούν ή δείχνουν δόντια; 
Βαραίνει το νου μου η ευθύνη να χαμογελώ κι εγώ. Βαραίνει και η ψευδαίσθηση πως ο ουρανός είναι κάτω και η γη ψηλά. Αλήθεια, πώς τα καταφέρνετε όλοι εσείς οι ευτυχισμένοι; Πώς βρήκατε το μονοπάτι μέσα σε τόσο σκοτάδι;



Κάθε φορά, εδώ στην άκρη του χρόνου, στην πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου, πάντα τα ίδια. Να κλείνεις συρτάρια. Να ανοίγεις νέα. Υποσχέσεις. Μονάχα υποσχέσεις. Να τις κλειδαμπαρώνεις μέσα σου μην τύχει και λοξοδρομήσουν και σε ξεχάσουν και τις ξεχάσεις και ξεχαστείτε.Κι όταν ανταμώσετε πάλι να κοιταχτείτε και να μην πείτε τίποτα ουσιαστικό κι ελπιδοφόρο. 
Στην άκρη του χρόνου να ανοίγεις συρτάρια. Να κλείνεις συρτάρια. Σα λογαριασμοί που πλήρωσες ή που ακόμα χρωστάς. 
Και αναρωτιέμαι τι μερτικό αναλογεί στον καθένα όταν φεύγει με άδειες βαλίτσες...



Αλυσίδες έχουν οι άνθρωποι. Αλυσίδες και βαρίδια. Και οι λέξεις τους χαράζονται με ξυράφια. Άνισος αγώνας. Πώς να τα βάλεις με τους δαφνοστεφανωμένους; Εκείνοι είχαν πάντα δίκιο. Μα καμιά φορά αναρωτιέμαι που είναι εκείνα τα παραθύρια που βλέπεις όλη την ομορφιά. Ούτε ένας φεγγίτης δε λοξοδρόμησε από το κάλπικο; 
Πονάνε τα σκοτάδια. Μα πιο πολύ το φως που καμιά φορά ονειρεύεσαι τα βράδια. Είναι η περιέργεια πώς θα ήταν η ζωή αν δεν ήταν έτσι...



Κάθε φορά που βρέχει αναρωτιέμαι πως καταφέρνουν και παραμένουν στεγνές όλες οι αλήθειες. Δε ζηλεύουν να βγουν μια βόλτα σ' αυτό το τρελό πανηγύρι; Στη γωνία υπάρχει πάντα ένα καρουζέλ....



Κάθε μεσημέρι, την ίδια πάντα ώρα ένα ζευγαράκι κάθεται στην είσοδο της πολυκατοικίας απέναντι από το σπίτι μου. Είναι η ώρα που επιστρέφουν από το σχολείο και πριν πάρει ο καθένας το δρόμο για το δικό του σπίτι, ανταλλάσσουν φιλιά και χάδια. Εδώ και 2 μήνες τους χαζεύω. Κάθε μεσημέρι. Την ίδια πάντα ώρα.
Σήμερα όμως η κοπέλα κλαίει. Εκείνος προσπαθεί να την αγκαλιάσει αλλά τα χέρια του ακουμπούν πάνω της αμήχανα. Παραμένει απαρηγόρητη. Τον ακούω να ζητά συγνώμη ξανά και ξανά. Αυτή δεν τον κοιτά. Κάθεται στο σκαλοπάτι, στηρίζει το κεφάλι της με τα χέρια και κλαίει. Της δίνει ένα φιλί στο κεφάλι και φεύγει. 
Εκείνη μένει μόνη και απαρηγόρητη. Θα πάει στο σπίτι, θα κλειστεί στο παιδικό της δωμάτιο και θα συνειδητοποιήσει, ίσως για πρώτη φορά, ότι κάπως έτσι μπαίνεις στον κόσμο των μεγάλων: βίαια, ανυποψίαστα και ξαφνικά....



Mην τους αγγίζετε τους νεκρούς. Μην τους ακουμπάτε γιατί αν ξυπνήσουν θα μας πνίξουν με το αίμα τους που κάποτε πίστεψαν πως χύθηκε δίκαια και συνετά. Κλείστε τα στόματα και μαζέψτε την έπαρση σας. Δε δικαιούστε να μιλάτε. Κι αν πόθησαν δικαίωση κάποτε είναι γιατί δεν γνώριζαν πως οι θυσίες δεν έχουν πάντα αντίκρυσμα. Δεν ήξεραν ότι όσοι απέμειναν θα κάθονταν πάνω στους τάφους τους να παίζουν ζάρια και να μιλούν με στόματα μπουκωμένα από φαμφάρες και αερολογίες. 
Μην τους αγγίζετε τους νεκρούς. Έχετε βρώμικα χέρια. Κρατάτε σπαθιά και τα λόγια σας τους πονούν σα φαλτσέτες. Σα δικαστές φαντάσματα θα έρθουν τις νύχτες στα όνειρα σας να σας επιστρέψουν όλα τα γαρίφαλα που εναποθέσατε στη μνήμη τους. Μόνο που τώρα θα στάζουν αίμα και θα μυρίζουν τη συσωδία της σάπιας εξουσίας σας. 
Μην τους ξυπνάτε τους νεκρούς. Αφήστε τους να μην ξέρουν. Μακάριοι και μοναχικοί ταξιδιώτες της μνήμης...



Οι άνθρωποι θρηνούν για έρωτα και για θάνατο. Για όλα τα άλλα απλά βρέχουν τα μάγουλα για να δροσιστούν. Τα μάτια πυρακτώνονται μονάχα με το απόλυτο!



Είναι όμορφο να είσαι υπερήφανος για τους προγόνους σου και για όλα τα ηχηρά "ΟΧΙ" που ξεστόμισαν. Ένας λαός που όρθωσε ανάστημα κι απέδειξε πως όλα είναι δυνατά. Μα εμένα η καρδιά μου ονειρεύεται μια υπερηφάνεια για το σήμερα. Ένα "όχι" πιο ηχηρό και μεγαλόπρεπο. Μια μάχη για τα καθημερινά τρωτά. Μια υπεράσπιση για τους ανθρώπους που στερούνται τα αυτονόητα. Μια ευγένεια για όλους και για όλα. Ένα φως να φωτίσει τις ανάγκες και τα "θέλω" του κόσμου. Μια ελπίδα πως μπορούμε να πούμε κι άλλα ΟΧΙ στην εκμετάλλευση του συνανθρώπου μας. Μια πίστη στους νεοέλληνες. Μια σιγουριά πως πάλι θα τα καταφέρουμε. Έναν ήλιο να φωτίσει τα σκοτάδια μας, να ημερέψει το μέσα μας, να βρει δρόμους που οδηγούν στις καρδιές..
Καλές επαναστάσεις, σύντροφοι!

Φαντάσου ένα χειμώνα με καρδιές γεμάτες καλοκαίρι. Και να σωπαίνουν όταν πρέπει και να μιλούν όποτε θέλουν. Αβοήθητες οντότητες στη μέση του χειμώνα να προσδοκούν την αλλαγή μια μέρα συντροφική και άοπλη χωρίς φαρέτρα και βέλη. Με ένα δισάκι γεμάτο ψωμί και νερό και αγάπη. Τι να θέλει μωρέ ο άνθρωπος; Ένα πρωινό κι έναν ήλιο!

Όταν αργείς γίνεται ξέφραγο αμπέλι η καρδιά. Όλα τα ζιζάνια τρυπώνουν και πολεμούν μεταξύ τους. Μάχεται η αμφιβολία με τη ζήλεια και η ανάγκη με την ελευθερία. Κάθε φορά που αργείς οι δείχτες του ρολογιού χορεύουν ανυπόμονα και ξαφνικά ακινητοποιούνται στα δευτερόλεπτα του παρά λίγο. 
Μην αργείς γιατί όσο μεγαλώνω εγώ τόσο μικραίνει η ανυπομονησία και γίνεται φυγή και απομάκρυνση από εκείνο που είμαι και από τούτο εδώ που ψάχνω. Μην αργείς γιατί ξέχασα να φτιάχνω φράχτες και να μαντρώνω την αγωνία μου για το χτες και το αύριο. Ξέχασα πώς μετράς τις ανάγκες του άλλου και βλέπω μόνο τις δικές μου. Και γίνομαι εγωκεντρική πάλι σα παιδί και με μαλώνω για τις μεγάλες αναμονές και όταν θα 'ρθεις θα είναι αργά και θα 'χω φύγει από το "θα 'ρθω" και θα είμαι πια στο "έφυγα"....

Σκεφτόμουν πως τελειώνει κι αυτό το καλοκαίρι και μου φάνηκε λίγο και του φάνηκα λίγη. Κάλλιο να μη φαντάζεσαι τα πράγματα, να μη σχεδιάζεις. Κι ύστερα παραμερίζω το ανικανοποίητο που με χαρακτηρίζει και παραδέχομαι πως όλα ήταν έντονα. Είδα φεγγαροβραδιές, πήγα σε συναυλίες, παρακολούθησα παραστάσεις, συνάντησα παλιούς και νέους φίλους, πρόσωπα αγαπημένα, γνώρισα ανθρώπους ενδιαφέροντες, ξεκαθάρισα σχέσεις, έβγαλα από τη ζωή μου τοξικούς ανθρώπους, κοιμήθηκα δίπλα στη θάλασσα ακούγοντας το κύμα, έκανα πάλι κατακόρυφο και ρόδα μετά από πολλά χρόνια, ήπια ρακές ένα ζεστό μεσημέρι με το φίλο μου το Χειρακάκη, πήγα στην ορκωμοσία του αγαπημένου μου Γιάννη, έπαιξα με τις λέξεις, αποθήκευσα στιγμές, σκάναρα και κράτησα κομμάτια του χτες, ανακάλυψα νέους δρόμους, καινούριες σπηλιές, μυστικά περάσματα. Έφτασα πιο κοντά σε εμένα! Είδα λάθη, αδυναμίες, τρωτά και άτρωτα σημεία, βρήκα την "αχίλλειο πτέρνα", με κανάκεψα, με χάιδεψα και μου υποσχέθηκα καλύτερες μέρες. Έζησα χωρίς ασπίδες και κράνη, ανέτοιμη για πόλεμο μα τα κατάφερα. Κι όλα τα κρατώ φυλαγμένα στο σεντούκι μου. Για το χειμώνα που θα ρθει! να είμαστε καλά και του χρόνου να ξανανταμώσουμε!!!!!

Οι πιο μεγάλες μέρες είναι εκείνες που σέρνεις τη μοναξιά από το ένα δωμάτιο στο άλλο, που κουβαλάς το κορμί σου σαν άδειο κουφάρι, σα δέντρο διψασμένο που ψάχνει απεγνωσμένα τις ρίζες του, που κοιτάς από τις γρίλιες και ονειρεύεσαι έναν ήλιο να σπάσει τα δεσμά σου και να σε ταξιδέψει. Και είναι και κάτι νύχτες που ακούς τα σκυλιά να αλυχτούν και λουφάζεις σα τρομαγμένο αγρίμι που έχει ματώσει και γλύφει τις πληγές. Οι πιο μεγάλες νύχτες είναι αυτές που γελάς για να περάσουν και οι πιο μεγάλες μέρες αυτές που ξεχνάς να τις ζήσεις....

Και ο Αύγουστος προχωρά. Ο μήνας των σταφυλιών, ελπίζω όχι της οργής, ο μήνας των έρημων πόλεων και των χαρούμενων χωριών, ο μήνας της ραστώνης και της τεμπελιάς, ο μήνας της ανεμελιάς αλλά και της θλίψης. Εκείνης της γλυκιάς μελαγχολίας για κάτι που τελειώνει πάλι τόσο γρήγορα. Και είναι κρίμα που κι αυτό το καλοκαίρι δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες των ένθερμων υποστηρικτών του κι αφήνει μια γεύση ανικανοποίητου και απραγματοποίητου ονείρου ίσα για να κουβαλάς πάλι το σακί μέχρι του χρόνου που θα εύχεσαι κάπου να το ξεφορτώσεις και να απαλλαχθείς. Άχθος αρούρης.... Μεγάλο βάσανο η βαρύτητα. Σε αναγκάζει να πατάς στη γη...

Τους φίλους μου τους αφήνω ξεκλείδωτους. Να φαίνονται. Να φεύγουν και να έρχονται όποτε θέλουν. Να τους κάνουν και οι άλλοι φίλους. Οι σημαντικοί μου. Οι λατρεμένοι μου. Οι συνοδοιπόροι μου....

Ο Καζαντζάκης που τρίζουν τα κόκκαλα του από τους σωτήρες του, ο Βαγγέλης ο ψήστης που σκοτώνει αδέσποτα, ακρωτηριασμένα παιδιά που δεν ονειρεύονται πια, επιβάτες σε ένα αεροπλάνο σε ανύπαρκτη πτήση, ένας τυφλός,άριστος μαθητής που βρίσκει κλειστές τις πόρτες του πανεπιστημίου, μια παραλία που απαγορεύει την πρόσβαση σε άτομα με ειδικές ανάγκες, κι ένα καλοκαίρι που παραμένει αμέτοχο στην αμετροέπεια των οπαδών του. Άραγε έχουμε ακόμα ελπίδα;;





ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ! ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ…



Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

ΑΓΑΠΑ ΜΩΡΕ ΜΠΑΣΤΑΡΔΕ




Φαντάσου μια ζωή να ‘χεις προξενητάδες. Να θέλουν να σε σμίγουν με φόβους. Να σε ζευγαρώνουν με θυμούς. Χεράκι κρατιούνται αυτά τα δυο. Σα ζευγαράκι που ερωτεύτηκε μέσα στο χειμώνα. Δυνατοί οι έρωτες του χιονιού. Δένουν γερά σπρωγμένοι από εξωτερικές συνθήκες. Φόβος και θυμός. Θυμός και φόβος. Ο ένας προέκταση του άλλου, συνέχεια στο χωροχρόνο, δεκανίκι, αποκούμπι. 

Μέρες τώρα κονταροχτυπιούνται μέσα μου. Σφίγγω τα δόντια, μπήγω τα νύχια στη σάρκα μου. Φοβούμαι μήπως διαιρεθώ κι εγώ σε κομμάτια ανόμοια και χάσω τη συνοχή μου. Αδηφάγα βλέμματα από παντού έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Τραύματα που εμφανίζονται σε ανύποπτο χρόνο. 

Μούδιασαν τα μάτια από τις εικόνες. Παρέλυσε το μυαλό από τις σκέψεις. Μια τρικλοποδιά και άλλη μια, κι ένα σκύψιμο στη γη κι ύστερα πάλι όρθιος να αναρωτιέσαι, να ψάχνεις, να ελπίζεις, να ονειρεύεσαι. Άνθρωποι που πέφτουν και άνθρωποι που σηκώνονται. Ίδια εικόνα. Πάντα ίδια. 

Τι μέρα έχουμε; Ποια χρονιά διανύουμε; Ποια εποχή θρονιάστηκε στο κατώφλι μου; Ποιος αιώνας μαγάρισε τη ζωή μου; Πονάει η παραίτηση. Πονάει και η αντίσταση. Σα να ‘χω να διαλέξω δυο δρόμους και να μην παίρνω κανένα. Στέκομαι εδώ στη μέση του χρόνου, στο μετερίζι του καιρού και μονάχα αναρωτιέμαι. Διαμελισμένες στιγμές σε ένα ραγισμένο καθρέφτη. 

Πόσες φορές στάθηκα πάλι εδώ και αναρωτήθηκα τι πήρα. Λάθος! Τι έδωσα έπρεπε να μετρήσω. Τι χάρισα απλόχερα, με την καρδιά μου, με τη σκέψη μου, χωρίς παράπονο και γκρίνια. Παλιομοδίτικες οι αξίες μου. Παλιομοδίτικες σαν τα ρούχα μου.

Μια δρασκελιά η ζωή. Μέχρι να κάνεις το γύρω του τετραγώνου τέλειωσε. Μα πώς να το καταλάβεις κακομοίρη; Ξεχνιέται το «εγώ»; Πάντα εκεί να διεκδικεί την πρωτιά! Να διαλαλεί περίτρανα απαιτήσεις και «θέλω». Και η αγάπη; Η δυνατή, η μάχιμη, η παιδική, η δοτική; Όχι η άλλη, η γλυκανάλατη! Πόσο δύσκολο να αγαπάς; Δύσκολο. Ακατόρθωτο; Ακατόρθωτο για ανθρωπάκια. 

Και ο άνθρωπος να πέφτει. Ο γδούπος της ανθρώπινης συντριβής. Σα να πέφτεις από πολυκατοικία δέκα ορόφων. Πολύτιμη η ζωή. Όχι και ο θάνατος. Να ζεις το ζητούμενο. Να πεθαίνεις το τέλος αφού πρώτα ζήσεις. 

Αγάπα, μπάσταρδε! Πονάει η αγάπη. Το ξέρω! Μα δε γίνεται αλλιώς. Η αδιαφορία θα πονέσει πιο πολύ. Αργότερα θα έρθει ένας δικαστής και θα σε δικάσει για όλα. Συνείδηση λέγεται. Και θα ζητάς βοήθεια από τους θεούς σου μα κι εκείνοι θα σου κλείσουν πόρτες και παράθυρα. 

Αγάπα, μπάσταρδε! Περαστικοί είμαστε κι αν δεν πιστέψουμε στην αγάπη θα φύγουμε με άδεια χέρια και πληγές από καρφιά. 



Συμπάθαμε άνθρωπε, μα όλα αυτά που συμβαίνουν μας αφορούν κι όμως σιωπούμε!

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΑΣΤΡΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ






Λαμπιόνια που αναβοσβήνουν, γιρλάντες στα χρώματα του ουράνιου τόξου, «τρίγωνα κάλαντα»(που ποτέ δεν έμαθα γιατί δεν είναι κυκλικά μιας και αγαπώ τους κύκλους), έλατα ζωντανά ή νεκρά κοντά στο τζάκι και δώρα τοποθετημένα από κάτω στολισμένα με κορδέλες και φιόγκους. Ένας τρομακτικός Άγιος Βασίλης ανεβαίνει μια φωτεινή σκάλα (η καμινάδα δεν τον χωράει φέτος) κουβαλώντας ένα σάκο – μάλλον άδειο. Κι ύστερα ευχές και φιλιά για να ξεχάσουμε τη φτώχεια μας πάλι φέτος, όχι εκείνη της τσέπης μα την άλλη της καρδιάς μας.

Δεν ταίριαξα ποτέ με τις γιορτές. Δεν κουμπώσαμε. Πάντα κάτι περίσσευε ή πάντα κάτι έλειπε. Δεν τα βρήκα ούτε εγώ μαζί τους ούτε εκείνες μαζί μου. Μπορεί επειδή δεν τα βρήκα και με το Θεό ποτέ. Τον εγκατέλειψα και με εγκατέλειψε πολύ νωρίς. Το νταραβέρι μας σταμάτησε. Δε θυμάμαι πότε…

«Ω έλατο! Ω έλατο!». Αυτή η επιβεβλημένη χαρά πάντα με ζόριζε! Περπατούσα στο δρόμο και αναρωτιόμουνα, κοιτούσα, έψαχνα να βρω την πηγή της, να πιω κι εγώ το κρασί της και να μεθύσω με τη χαρά. Ποτέ δεν την βρήκα! Κλωτσούσα στην προσποίηση, όπως κλωτσάω ακόμα! Αφοπλιστικά ειλικρινής δε μου ταίριαζε το θέατρο της γλυκανάλατης αγάπης. Δε ζέσταινε την καρδιά μου μωρέ! Την πάγωνε! Δεν άφηνε τις ρυτίδες μου να γελάσουν.

Δεν ταίριαξα ποτέ με τις γιορτές. Δεν κουμπώσαμε. Και δεν πρόκειται! Είναι κάποια πράγματα που αν συμβούν το καταλαβαίνεις από την αρχή. Μοιάζουν με τους ανθρώπους. Εκείνους τους δικούς σου ανθρώπους που δε θες να τους κάνεις κτήμα σου μα τους φοράς σα πανωφόρι στο νούμερο σου, στο νούμερο τους! Και τους κουβαλάς για πάντα μέσα σου χωρίς να δυσανασχετείς με το βάρος. 

Μέσα μου κρυφά εύχομαι να αλλάξω κάποτε γνώμη. Να ξυπνήσω ένα πρωί κι ένα «άστρο φωτεινό» να με περιμένει για να μου ξεφυλλίσει μνήμες. Να ανοίξω το παράθυρο και να είναι όλα λευκά μέσα μου. Να αντιληφθώ το νόημα της νέας χρονιάς , να ξετυλίξω το κουβάρι και όπου με πάει.

Φέτος μου υποσχέθηκα ότι θα μαγειρέψω ένα γιορτινό φαγητό, θα γεμίσω ένα ποτήρι κόκκινο κρασί , θα ανάψω ένα κερί και θα δω Βreakfast at Tiffany’s! Κι αν υπάρχει κάποιος από εσάς που αγαπά αυτή την ταινία ας έρθει να τη δούμε παρέα. Θα προσποιηθούμε ότι είμαστε κι εμείς σαν εκείνους που αγαπούν το γιορτινό κλίμα και θα κάνουμε μαζί σχέδια για τη νέα χρονιά. Κι αν δεν τα καταφέρουμε θα χορέψουμε ένα βαλς καθώς έξω θα βρέχει αγάπη!

Καλές γιορτές! 



Στο Δημήτρη και στην Εύα που είναι πάντα εδώ. Που είναι πάντα δίπλα. Ποτέ απέναντι…

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Η ΦΛΥΑΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ







Την κοιτάζω από το πρωί. Λουρί και θήκη δερμάτινη σαν εκείνες που κρατούσαν οι τουρίστες όταν περνούσαν τα καλοκαίρια από το χωριό. Nikon του ’84. Κειμήλιο που αναπαύεται στο ραφάκι με τα αναμνηστικά. Καταδικασμένη σε μια ατέρμονη ραστώνη. 

Την κοιτάζω από το πρωί. Προσπαθώ να θυμηθώ τι προσάναμμα μου έδωσε κάποτε για να πάω παρακάτω. Πόσες φορές έγινε κλέφτης στιγμών κι έκλεψε το χρόνο μας και τον φυλάκισε σε ένα χαρτί.

Ανοίγω το κουτί. Χρόνια έχω να ανατρέξω στο χθες. Βρήκα κι εγώ τη μέρα! Αν δε φτάσεις στα όρια του μαζοχισμού δεν έχει αξία. Ξεχασμένα πρόσωπα, κάποτε αγαπημένα. Πολύ αγαπημένα. Σμίγανε τα μάτια μας, αγγίζαμε στους ώμους, στολίζαμε το πρόσωπο με το καλό μας χαμόγελο και τότε ακουγόταν το μαγικό «κλικ». Πόσα κλικ ακούστηκαν! Πόσες ματιές σμίξανε! Πόσοι τόποι μας υποδέχτηκαν! Η Nikon του ’84. Κλέφτης στιγμών δικών μας. Φυλακισμένος χρόνος. 

Παρατηρώ τα φαγωμένα μου νύχια. Άσχημα χέρια. Τώρα μετανιώνω. Τι συνήθεια κι αυτή! Είχα όμορφα δάχτυλα και ποτέ δεν το κατάλαβα. Τα έκοβα με μανία, σα ναρκομανής που έψαχνε τη δόση του. Έπρεπε να πονέσω για να σταματήσω. Τώρα καμαρώνω. Τα στολίζω και με χρώματα να φαίνονται, τα δείχνω με υπερηφάνεια και σιγουριά , κοκορεύομαι για τον άθλο μου. Τόσες άσχημες όμως φωτογραφίες!

Κοίτα πόσα στασίδια απλώθηκαν μπροστά μου! Δρόμοι που περπάτησα, αναθεμάτισα, λάτρεψα, ερωτεύτηκα, μίσησα. Άνθρωποι και δρόμοι. Δρόμοι και στασίδια. Σαν άλογα κούρσας που βρήκαν άλλο τερματισμό. Φαγωμένα νύχια και χαμόγελα. Σκουφιά στα μαλλιά και πανωφόρια να κρύβεις ό,τι δεν ήθελες να φανεί, ό,τι δεν ήθελες να δούνε οι άλλοι. Πόσο πρόσωπα! Κάποτε αγαπημένα! Πού πήγαν άραγε; Πιανόμαστε πάντα από τους άλλους ανθρώπους. Τη μετράμε τη ρημάδα τη ζωή με εκείνους τους συνοδοιπόρους, του συνταξιδιώτες μας, τους συμπαίχτες, τους επαίτες, τους ψεύτες, τους δυνατούς, τους αδύνατους. Κι ύστερα όλοι χάνονται σε ένα σούρουπο, σε ένα βλεφάρισμα του χρόνου, σε ένα ποτήρι κρασί που ήπιες ερήμην τους, σε ένα αναθεματισμένο συγνώμη που άκουσες χρόνια αργότερα, που όμως άργησε και δεν είχε πια νόημα κανένα. Φίλοι, εραστές, έρωτες, παρέες, συμμαθητές, συμφοιτητές, συνάδελφοι, σύντροφοι, συν, συν, συν…. συν , πόσα συν να αντέξει και η ζωή; Όλα! Κι άλλα τόσα που θα έρθουν, θα φύγουν, θα ταξιδέψουν, θα μαγέψουν, θα θυμώσουν, θα αγαπήσουν. Τη μετράμε τη ρημάδα τη ζωή! Μια πιθαμή, κι άλλη μια, και μια σπίθα, και μια φωτιά, κι ένα «γειά» σου, κι ένα «αντίο», κι ένα «για πάντα». Να μη γεράσουν τα μάτια. Να μπορούν να βλέπουν την ανατολή και το ηλιοβασίλεμα μιας φωτογραφίας με ένα «κλικ» και δύο και τρία και άπειρα…

Τώρα που είναι χειμώνας είπα να μαλακώσω τις λέξεις μου. Να τις λειάνω. Να στρογγυλέψω τις γωνίες. Να ισιώσω τις ευθείες μου. Πολλές στροφές και ζαλίστηκα. 



Σχολική φωτογραφία. Αρκαλοχώρι. Έτος αποφοίτησης 1992. Είχε ζέστη. Τέλειωνε ο Ιούνιος. Είμαστε όλοι βρεγμένοι. Είμαστε όλοι άγουροι μα φορτωμένοι με όνειρα. Σπύρος, Μαρία, Αντώνης, Άρης, Μενέλαος, Βαγγέλης, Νεκτάριος, Φαίδρα, Ειρήνη, Έφη, Μαρία, Βαγγέλης, Κατερίνα, Στέλιος, Ελένη, Μαριάνθη, Χρήστος… και άλλοι πολλοί. 1992! Κάποιους δεν τους είδα ποτέ ξανά. Κάποιους δεν τους αναζήτησα ποτέ. Κάποιους δεν τους θυμάμαι καν. Μα κάποιους άλλους τους ονειρεύτηκα και τους άγγιξα στα κρυφά. Γιατί η ζωή είναι απρόβλεπτα μυστήρια…..

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

«ΜΑΝΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ»




Δευτέρα. Αργά. Ξημερώματα. Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ στις 7 το απόγευμα; Να μου ράψεις τα βλέφαρα πάλι θα βρουν τρόπο να ξηλωθούν. Είναι Δευτέρα ή Τρίτη; Είναι ό,τι υπάρχει ανάμεσα τους. Θα βγω έξω. Βγαίνω καμιά φορά τέτοια ώρα. Μόνο αδέσποτα κυκλοφορούν και «κάγκουρες». 

Κατεβαίνω την Ακαδημίας. Παραδόξως δεν έχει υγρασία αν και τελειώνει και ο Νοέμβρης. Δεν έχω κι ένα σκύλο να προσποιηθώ ότι τον βγάζω βόλτα. Ξαπλωμένοι άνθρωποι πάνω σε χαρτόκουτες εδώ κι εκεί. Κάποιον τον αναγνωρίζω. Ράστα μαλλιά από την απλυσιά. Σκέφτομαι πως και αυτούς κάπου, κάπως, κάποτε, κάποιος θα τους αγάπησε. Θα έχουν να πουν κι αυτοί μια ιστορία. 

Στέκομαι στη μέση του δρόμου. Κάπως έτσι σου βγαίνει το όνομα. «Αυτή την έχει σπάσει τη φτερούγα». (Το άκουσα κάποτε για μια κοπέλα που καθόταν σε ένα παγκάκι και κοιτούσε για πολύ ώρα ψηλά). Ψυχή ζώσα πουθενά. Βάζω σε λειτουργία τη μύτη μου. Δε μπορεί! Από κάπου θα έρθει μυρωδιά καμένου ξύλου. Ατύχησα. Ο Νοέμβρης στο νησί είναι ακόμα ζεστός. Δε βγήκαν τα πανωφόρια και τα γούνινα παλτό από τις ντουλάπες. Θα φορεθούν όμως πολύ φέτος οι μπότες πάνω από το γόνατο με το δωδεκάποντο τακούνι. Πάλι δε θα ντυθώ γυναίκα. Θα με δει η μάνα μου με τα αρβιλάκια και θα έχει εκείνο το βλέμμα του φονιά που θα θέλει να ρίξει οινόπνευμα, να τα κάψει κι ύστερα να χορέψει πάνω στα αποκαϊδια. 

Ακόμα να κουραστώ. Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ; Αύριο θα είμαι με μαύρους κύκλους και πρησμένα μάτια. Ένας άνθρωπος, μωρέ, να μου πει μια ιστορία! Θα πάω λίγο παρακάτω. Στην ανάγκη θα φτάσω και μέχρι τη θάλασσα. Δε μπορεί! Στο τέλος θα κουραστώ! Με τέτοια σιγουριά την πατάω πάντα. Αλλιώτικη φαίνεται τούτη η πόλη τη νύχτα. Δεν έχει ανθρώπους με «κρανιοεγκεφαλικές» κακώσεις. Κοιμούνται αυτή την ώρα και ονειρεύονται εκδίκηση και αίμα. Μα την Κυριακή θα εμφανιστούν στην εκκλησία να ανάψουν ένα κεράκι και να προσευχηθούν για να σώσουν την ψυχή τους. Έχουν δικό τους θεό. Πλακάκια τα κάνουν μαζί του.

Ένα 4 Χ 4 με ιλιγγιώδη ταχύτητα με προσπερνάει. Νομίζω πως κάνει σεισμό. «Σου λέω πάλι ο αφελής σκούπισε τα πόδια σου και πέρασε
και πέρασε…» αναφωνεί ο μέγας αοιδός! Καμία ελπίδα… Πού πάμε με φιμέ τζάμια και Παντελίδη; Τρέχουμε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και δεν ξέρουμε και τη διαδρομή. Τι θέλεις κι εσύ και τα αναλύεις όλα; Να είδες τώρα που νιώθεις ουρανοκατέβατη; Αν σε δει κανένας γνωστός τέτοια ώρα στους δρόμους αύριο θα σου στείλει συνταγή για Xanax! Κι αυτά τα παιδιά που πήγαν; Ονειρεύονται πως θα αλλάξουν τον κόσμο. Με ένα ποίημα, ένα πινέλο, μια κιθάρα κι ένα φιλί. 

Ψάχνω ένα σημάδι. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια! Τι τον ήθελα τον αναθεματισμένο καφέ! Ψάχνω μια ελπίδα. Κι αυτή κοιμάται; Έχω κι αυτό το κρύωμα που με ταλαιπωρεί. Τι την ήθελες την ξεροκεφαλιά και το ασυμβίβαστο; Δε βλέπεις που νιώθεις ουρανοκατέβατη; 

Μια παρέα παιδιών ακούγονται από μακριά. Συνθήματα μέσα στη νύχτα; Μοναχική πορεία; Τραγουδούν ρυθμικά: «ΜΑΝΑ ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ. ΘΑ ΠΑΩ. ΘΑ ΠΑΩ. ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΥΣ ΑΝΤΙΦΑ». Ο Μίλτος μου του έμαθε κάποτε. Τώρα σπουδάζει. 



Αποφάσισα. Δε θα φορέσω μπότα πάνω από το γόνατο. Δε θα συμβιβαστώ με το εύκολο. Δε θα κάνω εκπτώσεις στα όνειρα. Και αύριο την ίδια ώρα θα πιω πάλι ένα δυνατό καφέ! Υπάρχει ελπίδα στους ΑΝΤΙΦΑ! Καλή σου ώρα, ρε Μίλτο!

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

ΗΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ…




Κάθε χρόνο η ίδια αίσθηση…Το ίδιο όνειρο τις λιγοστές ώρες που κοιμάμαι. Ξυπνώ πάντα την κατάλληλη στιγμή, την ώρα που μη μπορώντας να σηκώσω τα πόδια και να τρέξω ένα χέρι ακουμπά στον ώμο προκαλώντας μου τρόμο.

Εγώ γεννήθηκα λίγους μήνες αργότερα αν και πάντα κρυφή επιθυμία είχα να είχε γνωρίσει ο πατέρας μου τη μάνα μου 18 χρόνια νωρίτερα και εγώ – ο καρπός του έρωτα τους- να βρισκόμουν πάνω στη σιδερένια πόρτα. Παιδική αφέλεια. Άγνοια κινδύνου. Σύνδρομο του ήρωα. 

«Πότε θα κάνει ξαστεριά». Μ’ αυτό μεγάλωσα. Πολύ αργότερα κατάλαβα πως η ξαστεριά δε θα έρθει ποτέ κι εμείς δε θα πάρουμε κανένα τουφέκι να πολεμήσουμε. Εξάλλου τα δικά μας όπλα ήταν ξύλινα.

Κάθε χρόνο η ίδια αίσθηση… Και ένα βάρος που δε βρήκα ποτέ το θάρρος να πάρω μέρος σε καμιά γιορτή του σχολείου. Πόσο μάλλον να ανέβω στη σιδερένια πόρτα. Καθισμένη σε μια άκρη έκλαιγα σιωπηλά για το μεγαλείο κάποιον ανθρώπων. Μεγαλείο ψυχής!

Όσο περνούν τα χρόνια συνειδητοποιώ πως οι άνθρωποι μεγαλώνοντας λησμονούν. 

Ορέστη απ’ το Βόλο

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

γυρεύω το γιο μου

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

Ορέστη απ’ το Βόλο

την κόρη μου θέλω.

Τον Ορέστη και τη Μαρία θα τους θυμούνται ακόμα δυο χαροκαμένες μανάδες –αν ζουν κι αυτές- κι εμείς οι υπόλοιποι που κάποτε ονειρευτήκαμε ένα νέο ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ για να ζητήσουμε «ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ» δε θα το ζήσουμε ποτέ. Ίσως γιατί μέχρι τώρα είχαμε ψωμί, δε μας ενδιέφερε η παιδεία και η ελευθερία ήταν κάτι πιο βαθύ που δε μπορούσε η σκέψη να φτάσει μέχρι εκεί.

Δεν έζησα ποτέ την περίοδο της δικτατορίας. Δε θα ήθελα να είχα γεννηθεί τότε. Δεν ήταν τα πράγματα ονειρικά. Γι’ αυτό σας παρακαλώ! Όλοι εσείς που πλησιάζεται τα 40 σταματήστε να πιστεύετε και να διατυμπανίζετε ότι μια χούντα θα μας σώσει! Εκείνο που μπορεί να σώσει την ανθρωπότητα είναι μονάχα ο σεβασμός, η ευγένεια, η προσφορά και το όνειρο… 

Τελικά εγώ δεν ήμουν ποτέ εκεί….

Σε όλους αυτούς που ακόμα αγωνίζονται και ονειρεύονται….







Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

MONAXA ΠΩΣ ΞΕΘΩΡΙΑΣΑ




Νωρίς το κατάλαβα. Δεν είχε δίχτυ ασφαλείας. Μα μια εσώτερη δύναμη με έσπρωχνε να ριχτώ στο κενό λες και ήμουν σίγουρη πως στη διαδρομή θα έβλεπα αγριοκρινάκια. Κι έπεφτα, έπεφτα, όλο έπεφτα κατακόρυφα κι ατσούμπαλα. Και πριν προλάβω να ανέβω έδινα πάλι βουτιά κι έσπαγα τις αντοχές μου και δοκίμαζα τα όρια κι ακουμπούσα τα απάτητα κι έμπηγα το δάχτυλο στην πληγή. 

Αναρωτήθηκα πολλές φορές αν ο άνθρωπος γεννιέται ή γίνεται. Αν όλα τα κουτσουρεμένα τα κουβαλάμε σημαδεμένα πάνω μας μέσα από μια αρχέγονη μήτρα. Αν κάποιος μας καταράστηκε ή μας ευλόγησε, αν μας έρανε με ροδόνερο ή το βρήκαμε μόνοι μας και βουτήξαμε να ξεπλύνουμε τα κρίματα μα φορτωθήκαμε κι άλλες αμαρτίες.

Είναι μέρες που σκάβεις λαγούμι να κρυφτείς. Μη σε δει κανείς και σε ρωτήσει. Παραστρατημένη ύπαρξη με απύθμενη υπομονή που έπιασε πάτο. Μα τώρα, τουλάχιστον, γνωρίζεις που βρίσκεσαι. Έχεις μια σταθερή βάση. Κι ας δαγκώνεις τα χείλια κι ας σφίγγεις τις γροθιές. 

Μεγάλωσα μα δε γέρασα. Μονάχα ξεθώριασα σαν τις παλιές φωτογραφίες. Εκείνες τις ασπρόμαυρες που αγαπούσαμε να κοροϊδεύουμε σαν είμασταν παιδιά. Άνθρωποι που ήρθαν, έφυγαν κρατώντας ομπρέλες και βαλίτσες με πραμάτεια. Κι άλλοι που ήθελαν να βραχούν και δε φοβήθηκαν μήτε το νερό, μήτε τα ζόρια. Πού πήγαν κι αυτοί άραγε; Όπου ταξίδεψαν κι άλλοι. 

Κοιτώ την κλειστή πόρτα. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που άνοιξε. Τυχαία βρέθηκα σήμερα εκεί. Πάντα έμπαινα και καθόμουν μέσα στο τζάκι. Άναβε η φουφού κι εσύ χάιδευες τα γατιά και τα τάιζες κρυφά κάτω από το τραπέζι. Σε παρατηρούσα και γέλαγα. Έλεγα πως θα γίνω σαν κι εσένα. Θα ρθω και θα φύγω αθόρυβα ταϊζοντας γατιά κρυφά κάτω από το τραπέζι. 

Ρημάδι το σπίτι πια. Το τζάκι δεν άναψε. Οι τοίχοι μαρτυρούν εγκατάλειψη. Κάθομαι απέναντι και το κοιτώ. Ανοίγω την πόρτα δειλά. Νομίζω πως θα σε δω να κάθεσαι και θα διαβάζεις τα βιβλία μου. Είχες πάντα άγνωστες λέξεις. Με ρωτούσες. Σου απαντούσα. Είχα ξεχάσει πως σου άρεσε να διαβάζεις. Τόσα κι άλλα τόσα που ξέχασα. 

Είχα χρόνια να κάτσω σε εκείνη την αυλή. Η κληματαριά ξεράθηκε. Αν ήσουν εδώ θα είχες φυτέψει μιαν άλλη. Θα περίμενες να μεγαλώσει για να της δώσεις πάλι ύψος και να δώσει σκιά. Πόσα κομμάτια της διαδρομής μας ξέχασα!

Κι εγώ τι κάνω; Γράφω και περιγράφω σκόρπιες εικόνες μιας διαδρομής. Ένα ρημαγμένο σπίτι ασβεστωμένο ακόμα. Μια κασέλα που έκρυβες τη σύνταξη. Ένα τζάκι που έκαιγες τα κούτσουρα. Είχα χρόνια να κάτσω σε εκείνη την αυλή. Δεν ήθελα να σε θυμηθώ. Μα σήμερα μου είπαν ότι σου μοιάζω.



Μεγάλωσα μα δε γέρασα. Ξεθώριασα κι εγώ σαν τη φωτογραφία σου. Ξεθώριασε και η μέρα που σε αποχαιρέτησα. Η θεία είπε πως έφυγες πριν δεκαπέντε χρόνια…

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

ΕΙΜΑΙ Η ΛΥΔΙΑ ΚΙ ΕΧΩ ΣΥΝΔΡΟΜΟ DOWN




Γεννήθηκα πριν από 22 χρόνια αλλά φαίνομαι μικρότερη. Οι γιατροί είπαν πως θα παραμείνω για πάντα παιδί. Είμαι από τους τυχερούς και ας λένε τη μάνα μου άτυχη. Ο πατέρας μου μας εγκατέλειψε λίγο μετά τη γέννηση μου. Θα είχε τους λόγους του. Κάποτε τον συνάντησα στο δρόμο. Τον αναγνώρισα από μια φωτογραφία που είδα κάποτε σε ένα άλμπουμ που ανακάλυψα κρυμμένο στην κασέλα της γιαγιάς. Ήταν ντυμένος γαμπρός και στεκόταν δίπλα στη μάνα μου χαρούμενος, ευτυχισμένος με ένα πελώριο χαμόγελο. Όταν βρέθηκε στο δρόμο μου τον χαιρέτησα αλλά μάλλον θα ήταν αφηρημένος και δε με άκουσε ούτε με είδε.

Όταν πηγαίνω βόλτες οι άνθρωποι με κοιτούν με θλίψη κι εγώ αναρωτιέμαι μήπως η κορδέλα που φοράω στα μαλλιά δεν τους αρέσει και τους προκαλεί μελαγχολία. Τότε τους χαρίζω το πιο μεγάλο μου χαμόγελο για να μην στεναχωριούνται που εκείνοι μεγαλώνουν κι εγώ παραμένω ακόμα παιδί. 

Κάθε μέρα μαζεύω κι ένα αδέσποτο στο σπίτι. Έχω πέντε γατιά και τρία σκυλιά. Τα βλέπω να γυρνάνε μόνα τους, να κρυώνουν και δε μου κάνει καρδιά να τα αφήσω αβοήθητα. Το βράδυ έρχονται να χουχουλιάσουν όλα μαζί δίπλα μου και να μοιραστούμε τα όνειρα μας. Κι εγώ δεν τους χαλώ το χατίρι. Τα αγκαλιάζω και ακούω τα παραμύθια τους μέχρι να με πάρει ο ύπνος. 

Μου αρέσουν τα παραμύθια και οι ιστορίες. Η γιαγιά μου είναι σπουδαία παραμυθατζού. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και μου λέει τα πιο όμορφα παραμύθια μα καμιά φορά νιώθω τα δάκρυα της να βρέχουν το κεφάλι μου και μπερδεύομαι αφού όλα έχουν ευτυχισμένο τέλος. Θα έχει κι αυτή τους λόγους της. 

Μου αρέσουν πολύ τα γλυκά και οι σοκολάτες. Γλυκαίνετε ο ουρανίσκος μου και νιώθω απέραντη ευτυχία. Η μαμά όμως γκρινιάζει και λέει ότι δεν πρέπει να τρώγω πολλά. Μα πώς γίνεται να βάζουν απαγορεύσεις οι μεγάλοι για πράγματα τόσο σπουδαία που σε γεμίζουν χαρά; Είμαι πολύ τυχερή που δε θα γίνω ποτέ μεγάλη! 

Μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω. Σχεδιάζω πουλιά και λουλούδια και σπίτια με κήπους και χαμογελαστούς ανθρώπους. Όλες τις ζωγραφιές μου τις χαρίζω σε εκείνους που μου χαϊδεύουν το κεφάλι και μου χαμογελούν. Μου αρέσουν οι χαμογελαστοί και οι ευγενικοί άνθρωποι. Με κάνουν να μη φοβάμαι. 

Το χειμώνα φοβάμαι πολύ τις αστραπές και τις βροντές. Μου θυμίζουν ανθρώπους θυμωμένους που αστράφτουν και βροντούν με τις φωνές τους. Βάζω τα χέρια και κλείνω τα αυτιά και τραγουδώ δυνατά για να ακούω την απόλυτη σιωπή. Ίσως γι’ αυτό να λέει και η μαμά πως κάποιοι άνθρωποι είναι κακοί σαν τις αστραπές. 

Κάποτε θα γίνω ουράνιο τόξο. Θα γεμίσω τον κόσμο χρώματα και φως. Θα βρω τον τρόπο. Εξάλλου έχω παιδική καρδιά και τα παιδιά ξέρουν καλύτερα πράγματα από τους λυπημένους μεγάλους. 

Με λένε Λυδία κι έχω σύνδρομο down. Δεν είμαι μογγολάκι. Μπορώ και αγαπώ αυτά που εσείς δεν βλέπετε και ακούω μονάχα αυτά που εγώ θέλω. Τα υπόλοιπα τα απομονώνω και είμαι ευτυχισμένη. Τα όνειρα μου είναι έγχρωμα και οι ιστορίες μου έχουν ευτυχισμένο τέλος. Μου αρέσει να αγκαλιάζω τους ανθρώπους και να τους χαρίζω φιλιά και χαμόγελα. 



Αχ! πόσο πολύ μου αρέσει η ζωή!!!!!!!!!!!!

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

MIA ANAΣΚΑΦΗ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ



Φαντάσου μια σκαπάνη να πληγώνει το χώμα. Χώμα αγιασμένο από τους αιώνες, μακάριο και ανυποψίαστο στο διηνεκές. Να το πληγώνει απαλά σα να το χαϊδεύει με το βλέμμα, να το αγγίζει κι εκείνο να παραμερίζει για να δεις εσύ το παρελθόν σου μεγαλόπρεπο κι επιβλητικό σαν ιστορία.

Φαντάσου να αξιωθείς μια ανασκαφή! Να σκάψεις και να δεις ποιος είσαι, από πού ήρθες, ποιες πόρτες άνοιξες και ποιες έκλεισες για να φτάσεις εδώ αγέρωχος, αλώβητος και αγρίως επηρμένος. Κι ύστερα χέρια που ακουμπούν και θωπεύουν το χθες σα να αγκαλιάζουν παιδιά που γέννησαν οι αιώνες. Αγάλματα που άστραψαν στο φως και κατοικίες θεών που πέρασαν στην παρακμή αφού τους αρνηθήκαμε τη συνέχεια, την αιώνια λατρεία. Πλήρωσαν την σιγουριά τους κι αυτοί σαν κοινοί θνητοί που τιμωρήθηκαν για την έπαρση και το ναρκισσισμό τους.

Άδικο, αλήθεια, να χάνεται ο άνθρωπος, να φθείρεται από το χρόνο και τα δημιουργήματα του να μένουν αιώνια παρακαταθήκη! Κι έπειτα να θάβονται και να κρύβονται από τα αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων. Φαντάσου μια σκαπάνη! Να τους δίνει πάλι την ξεχασμένη τους αίγλη, την αλήθεια τους που γίνεται σωτήρια σανίδα για σένα. Μια σκαπάνη που τους δίνει πάλι ζωή και χρόνο και θέση και υπόσταση και ευκαιρία!

Αυτό είναι η αρχαιολογία! Μια ευκαιρία με μια μηχανή του χρόνου. Ένα πισωγύρισμα στο εντός σου, μια σιγουριά της παρουσίας σου στο τώρα, μια ελπίδα για αθανασία στα δημιουργήματα σου, ένα ταξίδι στο χωροχρόνο αφημένος στα σίγουρα χέρια των προγόνων σου με τα λάθη και τα σωστά τους, μια πλάνη για σωτηρία! 



Κι αν με ρωτήσετε τι προσδοκώ θα σας πω για όλα τα παραπάνω! Περιμένω να δω κι ύστερα να σκύψω μέσα μου και να ανασκάψω το μέσα μου. Να δώσω μια εξήγηση για τους χαρακτήρες των ανθρώπων, να μάθω τι ξέχασα και τι θυμήθηκα, να λυπηθώ για όλους τους θεούς που έγιναν θνητοί κι έχασαν την αθανασία, να θαυμάσω τους ανθρώπους που άνοιξαν δρόμο και δημιούργησαν ιδέες. Σπουδαίες ιδέες και πατήματα! Να δω τα χνάρια της ανθρωπότητας που έφτασαν ως εδώ περνώντας από λαβυρίνθους και κακοτράχαλα μονοπάτια. Να δω το χρόνο που φοβούνται και καλοπιάνουν οι άνθρωποι και να σιγουρευτώ ότι ο θάνατος υπάρχει μόνο στο σώμα και όχι στην ψυχή, στο μυαλό, στις ιδέες, στην έμπνευση. Να παρηγορηθώ που είμαι μικρός μα μπορώ να κάνω σπουδαία πράγματα. Κι εντέλει να υποκλιθώ στο μεγαλείο της φύσης και να ξορκίσω τη λήθη που φέρνει ο χρόνος!

Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

«ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΝΩΜΗΣ»




Τα περισσότερα τραγούδια ήταν γραμμένα για μια Μαρία, μια Κατερίνα, μια Άννα. Μοιραίες γυναίκες που ποδοπατούσαν τις καρδιές των αρσενικών και επιβεβαίωναν ότι η ομορφιά είναι μεγάλο όπλο κι ας την υποτιμούσαν όλες οι κουλτουριάρες. Όλες μοναδικές και ανεπανάληπτες που περνούσαν τη σιδερένια πόρτα του σχολείου και όλα τα βλέμματα ακουμπούσαν και ξεκουράζονταν. Τίναζαν το μαλλί με χάρη και περπατούσαν στην πασαρέλα της αυλής σίγουρες ότι όλοι οι θαυμαστές το μεσημέρι θα ξάπλωναν στο κρεβάτι και θα τις ονειρεύονταν. Άλλο πράμα, βρε παιδί μου, η σιγουριά της αποδοχής και του θαυμασμού! Σου δίνει μεγάλα φτερά και βήμα σίγουρο. Όλοι οι επιθετικοί προσδιορισμοί συνοδεύουν την πορεία. Οι ωραίες του σχολείου! Μεγάλο κεφάλαιο! 

Στην άλλη όχθη κρύβονταν τα άλλα κορίτσια. Πέρασαν και χάθηκαν και κανείς ποτέ δεν τις θυμήθηκε. Χοντρούλες, με γυαλιά και σιδεράκια, αόρατες σχεδόν. Κι ας χαμογελούσαν πάντα, κι ας ήταν ευγενικές και καλοπροαίρετες, κι ας έβαζαν κι εκείνες το κόκκινο κραγιόν και το φιόγκο στα μαλλιά. Δεν τις ερωτεύτηκαν και δεν τις ονειρεύτηκαν ποτέ. Ποιος να ερωτευτεί φοβισμένους και μαγκωμένους ανθρώπους; Ποιος να προσέξει κορίτσια που περνούσαν βιαστικά και έτρεχαν να κρυφτούν στην τάξη; Να λουφάξουν πίσω από το βιβλίο κουβαλώντας μια σάκα ανασφάλειες και γιατί και κουρασμένα όνειρα πριγκηπικά αφού ποτέ δεν θα ήταν πριγκίπισσες κανενός;

Το 1985 ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας κυκλοφόρησαν το τραγούδι «κορίτσια της συγνώμης». Μια συγνώμη που ακούστηκε πρώτη φορά και ίσως και τελευταία. Τα κορίτσια έστω και προσωρινά άκουσαν μια συγνώμη για όλη την «καζούρα» και το χλευασμό που συνόδευσε τα μαθητικά χρόνια. Για όλη την απόρριψη που στοίχειωνε τα βράδια τα όνειρα τους και γέμιζε εφιάλτες τη ζωή τους. 

Δεν ξέρω αν ένιωθα κι εγώ έτσι. Δε θυμάμαι πια. Οι μνήμες απωθούνται όταν πονάνε. Αλλά σίγουρα μου οφείλει μια συγνώμη ο «όμορφος» του σχολείου για το χλευασμό του όταν τόλμησα να του στείλω μια ανθοδέσμη κέρινα τριαντάφυλλα με ένα πολύ τρυφερό σημείωμα. Απάντηση δεν πήρα ποτέ. Όλο το σχολείο όμως είχε μάθει για τη χειρονομία μου και για αρκετό καιρό κρυβόμουν μέσα στην τάξη και δεν τολμούσα να βγω στην αυλή. 

Τον συνάντησα αρκετά χρόνια αργότερα παντρεμένο με παιδί. Ακόμα αναρωτιέμαι που βρήκα το θάρρος να του εκφράσω τον έρωτα μου με το δικό μου τρόπο. Κι ακόμα τον μισώ που δε σεβάστηκε τίποτα και κοκορεύτηκε επειδή τόλμησα να τον ερωτευτώ. Η εκδίκηση είναι όμως πιάτο που τρώγεται κρύο. Δε θυμίζει σε τίποτα το γόη του σχολείου. Με λιγότερα μαλλιά, κοιλιά που θυμίζει βαρέλι και μιζέρια δημόσιου υπαλλήλου διορισμένο στα κάτεργα. 

Τον είδα να περνά από μπροστά μου φορτωμένο με πολλές έννοιες και οικογενειακά βάρη. Με κοίταξε, τον κοίταξα και συνέχισα το δρόμο μου ενώ στα αυτιά μου ακουγόταν η φωνή του Χάρη: 

Κορίτσια της συγγνώμης μες στα μάτια σας
είναι μια λύπη που δεν έχω εγώ ξεχάσει
Κορίτσια, γκρίζα, νεράιδες της αγάπης
ό,τι ήτανε να χάσω το έχω χάσει.



Η ζωή συνεχίζεται όμορφη, λαμπερή, γκρίζα, με συγνώμες, με λάθη. Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που συγχωρείς τα παιδικά αμαρτήματα. Όσο για τα κέρινα τριαντάφυλλα κάποιο ντουλαπάκι της μνήμης θα ανάβουν….

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ένα φρενάρισμα του χρόνου




Κάθε πρωί σε συναντούσα να κοιτάς τη θάλασσα σα να περίμενες νέα. Ανείπωτα και χιλιοειπωμένα συνάμα όλα. Κι ο χρόνος να σε ανταμώνει με κάθε κύμα που έσκαγε στα πόδια σου. Ερχόταν, χάιδευε τις πληγές, τις πότιζε αλμύρα κι ύστερα έφευγε προς τα πίσω βαστώντας τις δυνάμεις για αργότερα. 

Δε θυμάσαι πια πως βρέθηκες εδώ. Πάνε χρόνια. Η μνήμη ακαθόριστη. Συγγενής της ανάγκης. Ένα κύμα και τότε… Σε ξέβρασε εδώ και ρίζωσες στην άκρη του βράχου να περιμένεις τις ψυχές που σουλατσάρουν και κρατούν στα χέρια ρόγδια. Πάντα σου άρεσαν. Γλύκαιναν την προσμονή στη μέση του φθινοπώρου καρτερώντας την πρώτη σταγόνα βροχής να σου ξεπλύνει το μέτωπο. 

Στον κήπο σου είχες πάντα ροδιές! Σα μπάλες χριστουγεννιάτικες κρέμονταν από το δέντρο. Έκοβες ένα, το καθάριζες σε ένα πιάτο, έβαζες μια ρακή κι ευχόσουν: «Να είμαστε καλά να ανταμώνουμε και να τραγουδούμε». Κι αγκάλιαζες την κυρά Μυρσίνη και την τάιζες στο στόμα. Κι εκείνη ντροπαλή καθώς ήταν κοκκίνιζε σαν παπαρούνα μα μέσα της φεγγοβολούσε από αγάπη. Έσκυβε και σου χάιδευε τα μαλλιά κι ύστερα σου βαζε την τραγιάσκα μη σε κάψει ο ήλιος και χάσεις τη φρεσκάδα σου. 

Όταν φύτρωναν τα μανουσάκια όργωνες όλο τον τόπο μέχρι να τα βρεις και να της τα πας πεσκέσι να της στολίσεις τα μαλλιά τραγουδώντας : «άσε με να σε μυριστώ άσπρο μου μανουσάκι, φτερά να βγάλω να πετώ σαν το χελιδονάκι». Αποζητώντας άλλοθι για τη χειρονομία της καρδιάς! 

Πόσα τραγούδια είπες, ευλογημένε; Έχασες το μέτρημα, έχασες και τα τραγούδια. Η κυρά Μυρσίνη δεν το ήθελε. Δεν ξέρει πως έγινε. Εκείνον τον γνώρισε ένα βράδυ που βγήκε με τις φίλες της. Γυναικοπαρέες με βαμμένα νύχια και ροδαλά μάγουλα. Σπίθες έβγαλαν τα μάτια της μόλις τον είδε. Πυρετός άρχισε να την καίει και να βασανίζει το σώμα της. Κι εκείνος όμως δε μπόρεσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Στασίδι της έστρωσε στην καρδιά για να καθήσει. 

Τρεις μήνες κράτησε το κρυφτό. Κι έπειτα είδε πως δεν άντεχε άλλο να ζει στην παρανομία. Ένα πρωί που εκείνος έτρεχε πάλι να της βρει μανουσάκια, έφτιαξε μια βαλίτσα με τα απαραίτητα, έγραψε κι ένα σημείωμα βιαστικό κι έφυγε σαν αερικό για την καινούρια ζωή. 

Εκείνη να ζήσει κι ο κυρ- Αντώνης να κοιτάζει το βράχο και το χρόνο που φρέναρε και σταμάτησε εκείνη τη μέρα. 

Ο κήπος δεν έχει πια ροδιές. Ερήμωσε ο κήπος, ερήμωσε και η καρδιά του. Μόνο «γιατί» γέμισε η ψυχή και παράπονο. Αλυσοδέθηκε στο βράχο να περιμένει τις απαντήσεις. Σώπασαν και τα τραγούδια. Δεν ήξερε άλλο τρόπο να ζει. Δεν είχε φανταστεί τη ζωή χωρίς τη Μυρσίνη. Εύκολα φαντάζεσαι το μαζί χώρια; 



Κάθε τέτοια εποχή κοιτώ τα ρόδια στο τραπέζι του σπιτιού μου και φαντάζομαι ένα κήπο με ροδιές και τον Αντώνη να ταϊζει τη Μυρσίνη. Φαντάζομαι το μάγουλο της να ακουμπάει το δικό του κι εκείνον να χαμογελά. Κι ο βράχος εξαφανίζεται και ο κήπος γεμίζει μανουσάκια και χρώματα και αρώματα και μοσχοβολά ο κόσμος αγάπη.

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΙΑ ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ




Είναι κάποιες μορφές που μοιάζουν με αγιογραφίες. Λες και δραπέτευσαν μια νύχτα με μπουνάτσα από το εκκλησάκι του Άι – Λια στην κορφή του βουνού και κατηφόρισαν για τον κάμπο. Κι έχουν εκείνη την απόκοσμη αχερόντια αύρα και τις νύχτες γίνονται αετοί και πετούν πάνω από την Κρήτη.

Έπρεπε να φύγω από το νησί, να μεγαλώσω, να ανοίξω τα μάτια και τα αυτιά ορθάνοιχτα για να τους δω και να τους αφουγκραστώ. Όταν τα πράγματα είναι δίπλα σου τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως έχεις χρόνο να τα δεις. Είσαι και μικρός και άμυαλος, ανυποψίαστος για το θησαυρό που υπάρχει φανερός και διαθέσιμος. Εσύ ψάχνεις για τους άλλους τους κρυμμένους, τους καταχωνιασμένους στα έγκατα της γης. Τους άλλους, τους ανήλιαγους. Θαρρείς πως η σοφία κρύβεται στα μεγάλα, στα ξενόφερτα, στα άπιαστα και αθώρητα, κι αυτή είναι δυο βήματα από το δικό σου κέντρο, μια ανάσα από τη δική σου ανάσα, ένα βλέμμα από τη δική σου θωριά.

Όμορφο που είναι να μπορείς να πλέκεις τις λέξεις! Να κάνεις ρίμα και με ένα τετράστιχο να ανασταίνεις τη ζωή, να καταπατείς το θάνατο, να καλωσορίζεις τον έρωτα, να αποχαιρετάς τις αγάπες σου, να αγκαλιάζεις με τα αχ! του αναστεναγμού το μυστήριο της πεθυμιάς των ανθρώπων! Σε ένα τετράστιχο! Εκεί μετράς τις ανάσες της μνήμης και την απεραντοσύνη της θλίψης.

Οι ριμαδόροι ζουν ανάμεσα μας. Οι μαντιναδολόγοι του έρωτα και της αγάπης μυριόχρωμοι και αυτόφωτοι έχουν την πένα της μνήμης. Καταγράφουν όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πορείας από το κλάμα μέχρι το γέλιο, από τον έρωτα μέχρι το χωρισμό, από το τίποτα μέχρι το ουσιαστικό, από τη ζωή μέχρι το θάνατο, από τη θλίψη μέχρι τη χαρά. Σαν την παλέτα του ζωγράφου, σαν το ουράνιο τόξο, σαν τη λύτρωση που φέρνει ο ήλιος, σαν ανεμώνα στη μέση του χειμωνιάτικου κάμπου. Έχουν χιονισμένα μαλλιά, βλέμμα ακέραιο και βαθύ, ματιά ήρεμη και σίγουρη, σοφία ζωής που περιπλανήθηκε στα επουράνια κι άγγιξε τα εγκόσμια για να μεταφέρει το μήνυμα του χρόνου.

Ο Μήτσος Σταυρακάκης αφήνεται στη μοίρα του καιρού και γράφει:

Γυρνά του χρόνου ο καιρός

Σαν το δαιμονισμένο

Κι εγώ κεράκι αφτούμενο

Στη δίνη των ανέμω.

Σε ένα άλλο γύρισμα ζωής ενός κύκλου που κλείνει κι εσύ καλείσαι να το δεχτείς λέει:

Εσύ που με δασκάλεψες

Ήντα θα πει αγάπη

Στου χωρισμού σου μάθε με

Να ζω τον εφιάλτη.

Εγώ μεγάλωσα με ένα μεγάλο ποιητή. Μειλίχιο και ήρεμο. Ένα πράο άνθρωπο που ποτέ δεν έλεγε πολλές κουβέντες. Μιλούσε με τετράστιχα και πάντα χαμογελούσε. Αν είχε κλέψει και κανένα γλυκό παραπάνω από το ντουλάπι, κρυφά από τη γυναίκα του, κελαϊδούσε. Ο θείος Γιώργης. Γιώργης Αεράκης. Μας μάζευε πιτσιρίκια μας έβαζε να καθήσουμε γύρω από τη ξυλόσομπα και άρχιζε τον αυτοσχεδιασμό. Είχε πάντα να πει μια καλή μαντινάδα μα τις καλύτερες τις κρατούσε για τη γυναίκα του. Κοντά σαράντα χρόνια μαζί αγαπούν βαθιά ο ένας τον άλλο και ανησυχούν. Γιατί εντέλει, αυτό είναι αγάπη: Ανησυχία. Για τη Σοφία του έχει πάντα την πιο όμορφη μαντινάδα. Ο θείος Γιώργης με τα γελαστά μάτια. Κι ας μην ξέρει καλή ορθογραφία, κι ας μην έγινε ποτέ διάσημος ριμαδόρος στην Κρήτη, κι ας παλεύει ακόμα με τα χώματα και ξεχνά να ζήσει. Για όλους εμάς που τον ξέρουμε είναι ο δικός μας ποιητής, ο ποιητής της καρδιά μας, ο δικός μας τεχνίτης του λόγου. Κάποτε κοιτώντας τη Σοφία στα μάτια της είπε:

Όντε ποθάνω στην καρδιά

Να κάμεις νεκροψία

Σ’ όλα τα φύλλα θα βρεθεί

«αγάπη μου Σοφία».

Και σε κάποια άλλη ανύποπτη στιγμή μας είπε:

Τέσσερα φύλλα έχει η καρδιά

Όμως δεντρό δεν έναι

Κι αν την πληγώσεις φαίνεται

Στα μάτια μου που κλαίνε.

Ένας φίλος μου έλεγε κάποτε πως πριν πεθάνει ο άνθρωπος πρέπει να φυτέψει ένα δέντρο, να κάνει ένα παιδί και να γράψει ένα ποίημα. Εγώ θα προσθέσω πως πριν αφήσουμε αυτό τον κόσμο πρέπει να αξιωθούμε μια σπουδαία μαντινάδα που θα πει μόνο για εμάς ένας μεγάλος έρωτας. Κι ύστερα μπορούμε να αναχωρήσουμε χορτασμένοι από αγάπη και ποίηση!

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΙΧΑ ΚΑΡΚΙΝΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ





Είναι κάποιες μέρες που δεν έχει αντοχή να σηκωθείς από το κρεβάτι. Λες και παραδόθηκες στην επανάληψη του μάταιου. Έτσι νιώθεις. Κι ας μη σε βασανίζει τίποτα ουσιαστικό και χειροπιαστό. Το λες και ανικανοποίητο. Το λες και φύση σου. Το λες και αγνωμοσύνη. Καμιά φορά και παραίτηση.

Έχουμε όμως το δικαίωμα αυτό; Αναρωτιέμαι. Κι ύστερα πάλι απαντώ: Κάποιοι τυχεροί έχουμε την πολυτέλεια. Αν τύχει όμως και συναντήσεις κάποιον από τους άλλους, εκείνους τους «άτυχους», μαζεύεις το αχάριστο «εγώ» σου, το κάνεις στην άκρη και υποκλίνεσαι στο μεγαλείο. Και τότε η ζωή πρέπει να δώσει μπόνους.

Τους συνάντησα έξω από το μηχανολογικό. Πρώτα εκείνη. Κρατούσε δυο σκυλιά και ακουμπούσε σ’ ένα τοίχο ψάχνοντας λίγη σκιά. Όμορφη. Μαγικά όμορφη. Μα ποιος είπε πως η ζωή χτίζεται με περιγράμματα; Άμα δεν έχει χρώματα ευγενικά τι να το κάνεις το κάρβουνο; Χαμόγελα γνήσια, αληθινά. Χαμόγελα αντίστασης. Πείσμα και θέληση.

Η Ιωάννα είχε κινητικά προβλήματα. Κρατούσε τα σκυλιά και περίμενε το Λευτέρη να κατέβει τα σκαλιά της υπηρεσίας. Εκείνος όμως της έφερε άσχημα νέα. Έπρεπε να παρουσιαστεί η ίδια και να καταθέσει τα δικαιολογητικά για το δίπλωμα γιατί ο υπάλληλος είχε πολύ δουλειά και δε μπορούσε να εγκαταλείψει το πόστο του. Τριάντα σκαλιά. Κι εκείνη αγόγγυστα άρχισε τον αγώνα δρόμου. Μπήκε στο στίβο, πήρε θέση και ξεκίνησε τον ανηφορικό δρόμο.

Ο Λευτέρης έμεινε μαζί μου και μοιραστήκαμε την ίδια σκιά. Ένα πεζούλι πίσω από ένα παρατημένο αυτοκίνητο και δυο σκυλιά να γρατζουνάνε την αμηχανία δυο ανθρώπων που δε γνωρίζονται μα τελικά έχουν πολλά να πουν. Ένας επίδεσμος στόλιζε το μπράτσο ενός χεριού που με δυσκολία υπάκουε στις εντολές του εγκεφάλου. «Ξέρεις πριν λίγες μέρες έκανα μια επέμβαση στο χέρι και δυσκολεύομαι πολύ. Αφαίρεσα ένα όγκο.» «Είσαι καλά τώρα;» «Νομίζω ότι θα είμαι καλύτερα. Εξάλλου έχω συνηθίσει τις επεμβάσεις. Ο καρκίνος ξεκίνησε από τον εγκέφαλο, έκανε μετάσταση στο μηρό και στη συνέχεια στο χέρι. Αν είχα μείνει εδώ θα είχα πεθάνει. Όλοι ζητούσαν φακελάκι.»

Θυμάμαι τη γιαγιά μου να μη χρησιμοποιεί ποτέ τη λέξη καρκίνος. Έλεγε ο «ξορκισμένος». Και τώρα σκέφτομαι πως για να ξορκίσεις το κακό πρέπει να το λες με το όνομα του. Σαν το Λευτέρη που έχει κάνει εγχειρήσεις, χημιοθεραπείες, ακτινοβολίες και πολεμά με ένα σταυρό στους ώμους πιο μεγάλο από το μπόι και την ηλικία του.

Δεν ήξερα τι να πω. Ευχήθηκα μόνο να πάνε όλα καλά. Κι εκείνος με μια απόλυτη σιγουριά και βεβαιότητα απάντησε: «Θα πάνε. Έχω και την Ιωάννα κι εκείνη έχει εμένα. Πρέπει να ολοκληρώσουμε και τις σπουδές μας. Έχουμε πολλά πράγματα ακόμα να κάνουμε. Είμαστε μόνο 30 χρόνων και θέλουμε να ζήσουμε.»

Ναι! Δε φτιάχνετε η ζωή με περιγράμματα. Ούτε με όνειρα σε έκπτωση. Ούτε και με φουρτουνιασμένους θυμούς. Άνθρωποι να σου ανάβουν φωτιές στην καρδιά, να σε φέρνουν αντιμέτωπο με το όλα, να ενώνουν τους δρόμους μέσα σου, να σε παρακινούν να ζήσεις, να μετακινούν βουνά για χάρη σου, να σε δένουν με ομφάλιο λώρο και να σου δίνουν οξυγόνο.

Η Ιωάννα και ο Λευτέρης έχουν το ίδιο τατουάζ στο χέρι: μια νότα! Στο ίδιο σημείο. Το είχαν από πριν. Προτού συναντηθούν στο τρίστρατο. Προτού κοιτάξουν μαζί το φως. Και μοιράζουν χαμόγελα και αλήθειες. Με αυτά με καλημέρισαν και με αποχαιρέτησαν. Ο Λευτέρης και η Ιωάννα που αγαπούν τα ζώα, μάχονται κάθε μέρα για τα αυτονόητα, δεν κάνουν έκπτωση στα όνειρα τους και σχεδιάζουν να παντρευτούν.

Γιατί είναι και κάποιοι άνθρωποι που ξέρουν γιατί ήρθαν εδώ. Μονάχα για να παλέψουν και να ζήσουν. Το μαζί σηκώνει μισό βάρος και λειαίνει τα κακοτράχαλα μονοπάτια.

Έφυγαν αγκαλιά χαρίζοντας μου ένα όμορφο χαμόγελο….

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΖΥΓΟΣ ΜΕ ΩΡΟΣΚΟΠΟ ΛΕΩΝ







23 Σεπτεμβρίου 1974. Άλλοι παλεύανε για ελευθερία και άλλοι φέρνανε στον κόσμο παιδιά. Τρεις τα ξημερώματα ξετσούμισα και τους είπα καλό ξημέρωμα. Πιο μετά με περίμεναν γι’ αυτό και η μάνα μου το προηγούμενο βράδυ έφαγε μια κατσαρόλα σούπα μαζί με τη θεία Βαγγελιώ. Τους έκανα την έκπληξη! Από τότε μου έμεινε το χούι με τις εκπλήξεις.

Τρεις τα ξημερώματα. Κακή ώρα! Να έρχεσαι από τη νύχτα και πάλι νύχτα να αντικρύζεις. Ίσως γι’ αυτό φοβάμαι ακόμα τα σκοτάδια. Η μάνα μου με πήρε αγκαλιά και μου χαμογέλασε κουρασμένη. Το θυμάμαι εκείνο το χαμόγελο και πάντα αυτό αναζητώ. Ο πατέρας μου περίμενε το γιο και του ‘ρθε το κοριτσάκι με τα ξανθά μπουκλάκια (που πήγαν κι αυτά μεγαλώνοντας;). Αυτός είπε: καλότυχο! Αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί δεν έπιασε η ευχή. Κακή ώρα! Τρεις τα ξημερώματα κάποιος κοιμόταν και δεν άκουσε.

Καλά τα πήγαμε. Κάναμε μια συμμαχία οι τρεις μας. Καλά κρατεί ακόμα και τώρα που μεγαλώνουμε μαζί όπως και τότε. Τα στραβά μάλλον τα ισιώσαμε κι εγώ δεν κάνω πια «κουτουράδες» μπροστά τους. Μόνο καμιά φορά κάνω πως λιποθυμώ για να ξαφνιάσω τη μάνα μου και να μην καταλάβει ότι μεγάλωσα και στεναχωρηθεί.

Από παιδί βιαζόμουν να μεγαλώσω. Κι ύστερα σταμάτησα στα 17 για να ‘χω πάντα να περιμένω δώρα και βιβλία και ευχές. Τη Μαίρη Πόπινς την έκανα τατουάζ για να μην ξεχάσω ποτέ εκείνη την ομπρέλα που άρπαξα από τον παππού και τόλμησα να ανοίξω φτερά. Μου τα κοψε η μάνα μου λίγο πριν το μεγάλο άλμα και μάλλον σώθηκα.

Δεν άλλαξε και κάτι τώρα. Ονειροπόλα παραμένω. Ονειροπόλα και πεισματάρα. Μοναχική κατά βάση. Τα όνειρα είναι ενικού αριθμού. Κάτι παραπάνω μπορεί να ξέρουν. Κι αυτό το ταξίδι καμιά φορά είναι όμορφο. Πολύ όμορφο. Και τότε λες πως θέλεις να ζήσεις για πάντα. Μα είναι και κάτι απογεύματα κυριακάτικα που κάνεις εκπτώσεις στα συναισθήματα την ώρα που σουρουπώνει.

Θα κρατήσω μονάχα αυτό! Με λένε Κλειώ. Γεννήθηκα σα σήμερα πριν από 40 χρόνια. Είμαι ζυγός με ωροσκόπο λέων. Την Κυριακή το βράδυ διαβάζω στα κρυφά τις αστρολογικές προβλέψεις του Πανόπουλου κι όταν με συμφέρουν τις κάνω οδηγό μου. Τα κόκαλα μου πονάνε όταν το νησί το δέρνει ο νοτιάς αλλά πάντα σεργιανώ μέσα στα στενά δρομάκια εκείνες τις μέρες. Αγαπώ το καλοκαίρι και τον ήλιο. Είμαι λάτρης των βουνών και των φαραγγιών. Ερωτεύομαι ακόμα με πάθος και μαγνητίζομαι από τους ανεκπλήρωτους έρωτες. Δένομαι με τους ανθρώπους με μια αόρατη κλωστή και τους κουβαλώ πάντα μέσα μου όπου κι αν πάω. Δεν έμαθα ποτέ να διεκδικώ. Σ’ εκείνα τα μαθήματα απουσίαζα. Δεν ξέρω τι με περιμένει αν και πολλές φορές με τρώει θανάσιμα το σαράκι της περιέργειας. Φοβάμαι πάντα για τα αγαπημένα μου πρόσωπα και απεχθάνομαι τους αποχαιρετισμούς. Λατρεύω τις συναντήσεις με φίλους και τις παρέες με κιθάρα. Όταν πονάω ξαπλώνω στο πάτωμα και μετράω τις κουκίδες στο ταβάνι. Δίνω πάντα ευχές μέσα από την ψυχή μου και συνήθως βγαίνουν. Το όπλο που με βγάζει στα ανοιχτά είναι ο αυτοσαρκασμός. Δε φοβάμαι να εκτεθώ. Εξάλλου δεν έχω κάτι να κρύψω.

Σήμερα θα σβήσω ένα κεράκι και θα ευχηθώ και του χρόνου να είμαστε πάλι μαζί. Να μη λείπεις κανένας. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι αναχωρήσεις και όσο μεγαλώνω δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο. Θέλω να είμαστε όλοι υγιείς και να μην αποχαιρετήσουμε ποτέ κανέναν. Ξέρω πως αυτό δε γίνεται αλλά θέλω να ελπίζω. Άλλωστε η ουτοπία ήταν και είναι η αγαπημένη μου λέξη.

Ευχαριστώ για το χρόνο που αφιέρωσε ο καθένας να μου στείλει μια ευχή. Ανταποδίδω με όλη μου την καρδιά. Το σεντούκι μου μεγαλώνει μαζί με μένα χάρη σε όλους εσάς. Η μέρα μου γέμισε πολύχρωμα μπαλόνια και τα χρώματα πάντα μου άρεσαν.

Σήμερα 23 Σεπτεμβρίου 2014 ξεκινά μια νέα δεκαετία. Αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου με λίγες ρυτίδες παραπάνω. Και είμαι ευγνώμων στη ζωή που έχω τη δυνατότητα να με κανακεύω και να μου γκρινιάζω για τα στραβά μου!!!!!!

Ευχαριστώ….


Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΩ





Πώς θα περάσει κι αυτή η νύχτα; Τέτοια αγωνία πώς να την αντέξει το εξάχρονο μυαλουδάκι μου; Πρωί – πρωί να με πάρει η μάνα μου από το χέρι και να με πάει σε εκείνο το μεγάλο κτήριο με την τεράστια αυλή και τις φωνές που άκουγα όταν περνούσα απέξω. Να με αφήσει στην αυλόπορτα, να με χαιρετήσει με ένα φιλί στα μαλλιά κι ύστερα να την κοιτώ να ξεμακραίνει και να χάνεται. Κι εγώ να σταθώ εκεί στη μέση του πουθενά χωρίς ελπίδα πως εκείνη μπορεί να ξαναγυρίσει να πάρει το κοριτσάκι της από το χέρι και να γυρίσουμε μαζί στα σίγουρα, στα βέβαια, στα γνωστά, στα δικά μας.

Θα προχωρήσω αργά, με βήματα αργόσυρτα, θα περάσω τη σιδερένια αυλόπορτα με τα κάγκελα και θα μπω στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Η μυρωδιά από το καινούριο αλέκιαστο μπλε τετραδιάκι, το πενηντάφυλλο με το κενό για την ημερήσια ζωγραφιά της αντιγραφής, τα ανέπαφα βιβλία με τις κολλημένες σελίδες που πρώτα πρέπει να κόψω κι ύστερα να τα ντύσω για να διατηρηθούν όλη τη χρονιά, τα καινούρια μου ρούχα, τα κολαριστά, η σάκα φορτωμένη στην πλάτη γεμάτη με υποσχέσεις και μπλοκ ζωγραφικής, να ζωγραφίζω πουλιά την ώρα που ο δάσκαλος θα γράφει στον πίνακα για να εξηγήσει πρόσθεση και διαίρεση. Οι άλλες πράξεις είναι περιττές!

Πάντα πουλιά ζωγράφιζα. Γλάρους με φτερούγες ανοιγμένες που έκαναν βουτιά και ακουμπούσαν το ράμφος στη θάλασσα. Σιγά και το δύσκολο. Δύο κομμάτια διαφορετικού κύκλου που έβρισκαν τρόπο να ενωθούν. Και η σάκα βαριά. Ασήκωτη για τα μικροσκοπικά ποδαράκια μου που λαχταρούσαν μονάχα παιχνίδι. Πάντα μια σάκα με βάραινε. Κι ακόμα με βαραίνει. Φορτωμένη βιβλία και τετράδια πενηντάφυλλα με γραμμούλες αραδιασμένες.

Κι έμαθα ένα κύκλο, κι ένα άλλο κύκλο με ένα κατσουνάκι κολλητά, κι ένα κατσουνάκι μόνο του. Κι έπειτα έμαθα να προσθέτω και να διαιρώ και αρνιόμουν πεισματικά να πολλαπλασιάζω κι ακόμα προσπαθώ να μην το μάθω γιατί μετά θα γίνω κάτι άλλο και θα χαθώ και θα με χάσω κι άντε πάλι να με ξαναβρώ σ’ εκείνη την τεράστια αυλή με τη μεγάλη σιδερένια σκάλα και τα κάγκελα που με φυλάκιζαν.

Κι έκατσα σε ένα ξύλινο θρανίο με παταράκι για τα πόδια και μια γραμμή βαθουλωτή κατά μήκος για να βάζω τη γόμα και την ξύστρα και το στυλό και το μολύβι με τη μικρή γομίτσα. Το διορθωτικό δεν το καταδέχτηκα. Μια μουτζούρα το τετράδιο, μια μουτζούρα και η ζωή. Να θυμάμαι τα λάθη μου να ‘χω να κάνω τα σωστά από πάνω, να φαίνονται και να χαίρομαι που τράβηξα μια γραμμή πάνω τους και πάτησα γερά και ήρθα και στάθηκα ίσια.

Και τι τα θέλω, αλήθεια, τα σωστά; Εγώ θα γίνω θεατρίνα! Ποιος θα μου κάνει έξωση από τις μνήμες μου; Να μη χρωστώ σε κανένα ασκήσεις και γραμματικές και πολλαπλασιασμούς. Να κάνω τις διαιρέσεις μου σωστά και μετρημένα. Και να μην είναι ποτέ ατελείς με κόμματα και συνέχειες. Τίμιες παρτίδες. Τίμιες μοιρασιές.

Κι αυτή η ζωή ένα «Σκέφτομαι και γράφω». Μα πάντα χωρίς πρόλογο και κυρίως θέμα και επίλογο. Όλα «κουλουβάχατα» και συγκεχυμένα. Ευτυχώς που έμαθα να κάνω παραγράφους και να χωρίζω την ήρα από το στάρι, τα ουσιαστικά χωριστά και τα άλλα καταχωνιασμένα σε μια μικρή παραγραφούλα.

Όταν μεγαλώσω θα γίνω θεατρίνα. Και κάθε 11 Σεπτέμβρη θα περνώ πάντα μπροστά από μια τεράστια σιδερένια πόρτα να ακούω το κουδούνι του διαλείμματος και να μυρίζω το χαρτί από τα καινούρια βιβλία. Κι αν δεν καταφέρω να γίνω θεατρίνα θα γίνω παραμυθάς και θα πετώ σαν τον αγαπημένο παραμυθά των παιδικών μου χρόνων….

Καλή χρονιά!!!!!!!!