Translate

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

ΑΥΡΙΟ ΓΡΑΦΩ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ






Σαν χθες μου φαίνεται που με κρατούσε η μάνα μου από το χέρι και με πήγε στο νηπιαγωγείο. Πώς πέρασαν τόσα χρόνια ασυνόδευτα χωρίς κράτημα χεριού και φιλί για καλημέρα; Πώς έφτασε το πλήρωμα του χρόνου και ίσα που πρόλαβα να ανοιγοκλείσω τα βλέφαρα; Πώς θα περάσω τόσο βιαστικά και γρήγορα από τον κόσμο των μικρών και αδύναμων στον κόσμο των μεγάλων και δυνατών;

Αύριο γράφω. Ανταριασμένες οι φυλλάδες μπροστά μου. Ανταριασμένη και η ματιά μου βολοδέρνει πότε στο χθες και πότε στο σήμερα. Σαν το μουντό καιρό που κρύβει τον ήλιο μα ξέρεις πως είναι πίσω από τα σύννεφα καλά κρυμμένος, προστατευμένος από τα αδιάκριτα βλέμματα των ανθρώπων. Πώς πέρασαν τόσα χρόνια! Κι ας είχα πάντα την αίσθηση του προσωρινού – παντοτινού! Να μην υποψιαστώ τίποτα; Ανυποψίαστα αθώος άνθρωπος, αφελής και πείσμων με σιγουριά για αυτό που αργεί.

Αύριο πάλι θα γράψω. Όλα που ξέρω κι άλλα τόσα άγνωστα που άργησα να μάθω ή δεν καταδέχτηκα ποτέ να ασπαστώ γιατί ήταν βαρετά και ανούσια κι έξω από τη δική μου σφαίρα. Κάθε χρόνο τα ίδια. Σα μέρα της Μαρμότας μοιάζει. Να παγώνει ο χρόνος στα ίδια λεπτά, με άλλα πρόσωπα, σε ίδιο σκηνικό. 

Κοιτάζω τα παιδιά: Τη Μαρίνα, την Έφη, την Ελευθερία, τον Ιάσονα, το Μάνο, το «Χαρούλη», την Ελένη, τη Νάνση! Αθώες ψυχές με τσαγανό και ελπίδες! Πως να μη σκύψω! Πως να μην υποκλιθώ στα νιάτα! Πως να μην κάνω τα στραβά μάτια στα αψεγάδιαστα πρόσωπα με την παρόρμηση της εφηβείας! Πως να μην τα συγχωρέσω που κάποιες φορές αγνόησαν τις οδηγίες μου και ήρθαν με λευκό χαρτί σα λευκό πανί σε βάρκα που ξέφυγε και αφέθηκε στο ρεύμα! Πώς να θυμώσω για την ξεχασμένη άσκηση όταν κινδύνεψε ο αιώνιος έρωτας, ο παντοτινός και μοναδικός, ο ένας και ανεπανάληπτος κι έφυγε η καρδιά από τη θέση της! Πώς να τα μαλώσω που ήρθε η Άνοιξη κι άπλωσαν τα φτερά, και ξάπλωσαν στην άμμο κι ονειρεύτηκαν το Καλοκαίρι σα μια φέτα καρπούζι, σα φέτα φεγγαριού που κρεμάστηκε σα πόστερ στον ουρανό! 

Κάθε χρόνο τα ίδια. Άγχος και αγωνία και τρέμουλο. Αύριο πάλι θα γράψω. Θα σας κάνω παρέα, θα σας σκέφτομαι, θα σας νοιάζομαι σα να είστε δικά μου παιδιά. Είστε οι νέοι μου φίλοι! Και υπόσχομαι να είμαι εκεί όταν θα με χρειαστείτε. Χωρίς ανταπόδοση. Γιατί σας χρωστάω, δε μου χρωστάτε! 

Καλή τύχη! Καλές πτήσεις! Να μη φοβηθείτε τίποτα! Η ζωή σας ανήκει! Και θα έρθουν όλα στην ώρα τους!



Ήταν τιμή μου που σας γνώρισα!!!!!!

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014



ΓΡΑΜΜΑ ΕΝΟΣ ΕΦΗΒΟΥ


Είπα να σου γράψω τώρα που ακόμα προλαβαίνω γιατί την επόμενη εβδομάδα έρχεται η κόλαση. Έτσι λένε τουλάχιστον και δεν ξέρω μήπως τελικά είναι υπερβολικοί πάλι. Όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος μάλλον κάτι παθαίνει στα μάτια και όλα του φαίνονται τεράστια. Λες, ρε φίλε, να πάθουμε κι εμείς τα ίδια; 

Εδώ όλα καλά! Τα ίδια δηλαδή. Στο σχολείο φωνάζουν οι «φωστήρες» ότι δε διαβάζουμε, ότι είμαστε αδιάφοροι, ότι το έχουμε κάψει από την αδράνεια. Και σιγά, ρε μεγάλε, να μην τους κάνω τη χάρη να μπω σε διάλογο μαζί τους κιόλας! Αν θέλεις, κύριε, να πιστεύεις αυτό για μένα εντάξει! Μη σου χαλάσω και την παραμύθα! Κάποτε όμως θα ‘ρθει η ώρα που θα τρίβεις τα μάτια σου και θα μου ζητάς συγνώμη. Έχω τα σχέδια μου και τότε τα like θα πέφτουν βροχή.

Έχουμε όμως και κάτι τυπάκια ξηγημένα, αδερφέ! Αυτοί δε σου λένε φαμφάρες και μαλακίες. Εκείνοι πιο πολύ σε ακούνε, σου ρίχνουνε και κανένα μπινελίκι κι ύστερα σε χτυπάνε στον ώμο και σου κλείνουν το μάτι. Αλλά θα σε ακούσουν όταν χρειαστεί. Θα σε κατατοπίσουν και μπορεί να σου πουν και καμιά αλήθεια για το τι είναι τελικά αυτή η σκατοζωή! Μπήκε προχθές και ο θεολόγος κι έλεγε κάτι φιλοσοφίες για το Θεό. Καλά τα έλεγε ή τουλάχιστον καλά ακουγόταν αλλά και πάλι ανακρίβειες μου φάνηκαν, μισές κουβέντες. Σηκώθηκα λοιπόν όρθιος και του είπα για τον άλλο θεό, το Τζιμ Μόρισον, ότι δεν άντεξε τόσους θεούς μαζεμένους και την κοπάνησε για τα ουράνια. Σπουδαίοι στίχοι, ρε φίλε! Κρίμα που το παλικάρι ξηγήθηκε έτσι και μας άφησε με απορίες.

Έχω και τη μάνα μου που όλο γκρινιάζει. Αυτοί οι γονείς με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένοι. Την κοιτώ καμιά φορά και αναρωτιέμαι μήπως γεννήθηκε κατευθείαν μεγάλη. Ή αυτό συνέβη ή ήταν πάντα άψογη σε όλα! Όταν ακούω μουσική μπαίνει μέσα και χαλάει τον κόσμο από τις φωνές. Είναι λέει τέρμα και θα κουφαθώ από την ένταση. Και τώρα που ακούω ακόμα δηλαδή τι τρέχει; Θα στρώσουνε τα πράγματα με την ακοή; Λες, ρε φίλε, γι’ αυτό να μη με καταλαβαίνει; Λες να μην ακούει και να μην έχουμε πάρει πρέφα;

Είχαμε και εκλογές προχθές. Με συνάντησαν κάτι τύποι στο κέντρο και με στρίμωξαν άσχημα. Ήταν φουκωτοί με μαύρα ρούχα και αγκυλωτούς σταυρούς στα μπράτσα. Ήμουν με το Αλία από το σχολείο. Η μάνα του είναι από τη Νιγηρία και είναι μελαμψός. Μαζί από το νηπιαγωγείο. Λέμε να περάσουμε και στην ίδια πόλη και να συγκατοικήσουμε. Τα απογεύματα παίζουμε μαζί και κιθάρα. Τι τους έφταιξε ρε ο Αλία και τον έκαναν τόπι στο ξύλο; Ευτυχώς περνούσε ένα περιπολικό και τη γλιτώσαμε με κάτι ψιλές. Αυτοί μόνο δύναμη έχουν από τα πολλά αναβολικά γιατί το μυαλό έχει φυράξει. Άκου να δείρουν τον Αλία που δεν έχει πειράξει ούτε κουνούπι! Επειδή έχει σκούρο δέρμα δηλαδή; Ε και; Το καλοκαίρι κοντεύουμε να πάθουμε καρκίνο στο δέρμα για να καταφέρουμε να γίνουμε σαν κι αυτόν!

Κολλητέ, θα φύγω μια μέρα. Δε βλέπω να ‘χω προκοπή στην Ελλάδα. Θα πάω στο εξωτερικό να δω μήπως ζούνε καλύτερα. Θα χω και το κιθαρόνι και άμα πεινάσω θα στρώνω τη θήκη κάτω και θα παίζω. Θα σπουδάσω όμως πρώτα στην Ελλάδα. Και μετά θα την κάνω. Θα αλλάζω χώρες και θα μαθαίνω τις μουσικές κάθε τόπου. Και κάποτε θα γυρίσω στην πατρίδα να διηγηθώ αυτά που έζησα και έμαθα και είδα. Ελπίζω μέχρι τότε να έχουν αλλάξει τα πράγματα και να μην ντρέπομαι για τον τόπο μου. Και οι Έλληνες να μην είναι, ρε φίλε, τόσο φοβισμένοι! Τους πηδάνε και κάθονται με σκυμμένο κεφάλι! Δίνουν τη συγκατάθεση τους για το ξεπούλημα και το βράδυ κοιμούνται ήσυχοι και ήρεμοι και λένε και «δόξα τω θεώ»! Α!ρε κορόιδα, άμα σας βλέπει ο θεός θα σας μουντζώνει με χέρια και με πόδια που γίνατε ανδρείκελα και δειλοί! Έγραψα ανδρείκελα και θυμήθηκα τον Καρυωτάκη! Θυμάσαι ρε που προσπαθήσαμε να μελοποιήσουμε αυτό το ποίημα; Πάταγο είχαμε κάνει στη γιορτή του σχολείου! Αυτοί περίμεναν το «γελαστό παιδί» κι εμείς τζαμάραμε και χαλάσαμε τον κόσμο με τα «ανδρείκελα»!

Την Κυριακή θα ξαναψηφίσω. Για τον Αλία, ρε αδερφέ! Για να συνεχίσουμε να τζαμάρουμε τα βράδια κάτω στο λιμάνι. Για να μπορεί να σπουδάσει κι αυτός εδώ. Για να ζει χωρίς φόβο και τρομοκρατία. Τον θέλω φίλο, ρε! Θέλω να γεράσουμε μαζί και να πεθάνουμε χορτάτοι. Με χορτάτα μάτια και χορτάτα αυτιά! Εμείς θα τον φτιάξουμε τον κόσμο. Με τις μουσικές μας! Να έρθεις μαζί μας να γίνουμε πολλοί, να ενώσουμε τις φωνές μας, αδερφέ! Για τον Αλία και τον κάθε Αλία! Για τον άνθρωπο μωρέ! Να αποδείξουμε ότι αυτό που είπε ο Χριστός τους για την αγάπη εμείς το κάναμε πράξη κι ας μην ξέραμε καλά εκείνο το κεφάλαιο κι ας φάγαμε απουσία. Να μπολιάσουμε τους στίχους του Μόρισον και να τους μεταφράσουμε. Να παίξεις εσύ ντραμς, ο Αλία κι εγώ κιθάρα και να ακούγεται σε όλη την πόλη το “THE WALL” των pink Floyd. 



Να ‘ρθει κι εσύ πριν μεγαλώσουμε και χάσουμε την ελπίδα…

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΚΕΡΑΣΕ ΤΟΝ











Σε κοιτάζω να μεγαλώνεις και αναρωτιέμαι πως κουβάλησες τόσα χρόνια τα σακιά στην πλάτη και πως άσπρισαν τόσο γρήγορα τα μαλλιά σου. Βαμβάκι κατάλευκο έγιναν κι ας μην γνώρισαν ποτέ τη θεσσαλική γη που τόσες φορές θαύμαζες όταν έβλεπες στο χαζοκούτι τις απέραντες πεδιάδες και τα τεράστια τρακτέρ.

Σε ακούω να μιλάς για τις νεανικές καντάδες σας με μαντινάδες και τραγούδια φορτωμένοι σε ένα τρίκικλο σαράβαλο που κλέψατε από το δικό σου πατέρα για να κάνετε τη μόστρα σας και να κατακτήσετε καρδιές. Κι ύστερα σε θυμάμαι να αγωνιάς όταν έφηβη πια έπαιρνα με την άδεια σου το αμάξι για να βολτάρω κι εγώ λίγο πιο πέρα με τις δικές μου καντάδες και τις «κουζουλάδες» της νιότης.

Σε παρατηρώ να χαμογελάς κουρασμένα, μα ακόμα επαναστάτης είσαι. Επαναστάτης μέσα σου! Χωρίς παντιέρες και λάβαρα πια γιατί κι αυτά σε ξεγέλασαν και σε απογοήτευσαν κι εσύ ήσουν μικρός για να τα βάλεις με τους λεφτάδες και τα θηρία. Κι αναρωτιέμαι αν έζησες καλά, αν σε κέρασε ποτέ κανείς απλόχερα χάδια και ανάσες ή αν πάντα χαρίστηκες στη γη και πήγαινες με το σταυρό στο χέρι.

Θέλω κάποια στιγμή, τώρα, σύντομα δηλαδή, να αποκωδικοποιήσω το βλέμμα σου και να νιώσω το παράπονο σου. Θα έφτιαχνες κι εσύ τότε ένα κόσμο καλύτερο κι έτρεχες στα συλλαλητήρια να διεκδικήσεις τα δίκια σου και να υψώσεις το μπόι.

Σε βλέπω να κουβαλάς τα σακιά στην πλάτη και θέλω πολλές φορές να σε ρωτήσω αν κλαις από χαρά ή απογοήτευση. Αλλά φοβάμαι την απάντηση και σωπαίνω γιατί καμιά φορά η σιωπή σε βοηθάει να φαντάζεσαι τα καλύτερα και να κλείνεις τα μάτια στα χειρότερα. Κι εγώ θέλω να σκέφτομαι πως όταν φτάνουμε στο τέρμα είμαστε χορτάτοι. Από το πολύ «φαγοπότι» βαραίνει κανείς στα γεράματα γι’ αυτό δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του.

Μη νομίζεις πως ξέχασα ποτέ τα τρύπια παπούτσια. Αυτή την εικόνα σέβομαι και προσκυνώ γι’ αυτό ακόμα δεν παραδόθηκα στους καιρούς και αντιστέκομαι με νύχια και με δόντια στο εύκολο. Μου μαθες τα δύσκολα γιατί μόνο αυτά ήξερες. Τα άλλα τα άφηνες για τους δοσίλογους και τα λαμόγια που μας κατέστρεψαν. Απατεώνες, πατέρα, γέμισε ο κόσμος! Απατεώνες πλούσιους και ανθρώπους φτωχούς! Πόσο δίκιο είχες τότε…

Σε θυμάμαι να κλαις σαν παιδί όταν έφευγες από το φοιτητικό μου σπίτι. Ήρθες τα τακτοποίησες όλα κι έπρεπε να φύγεις. Κι έκλαιγες γοερά κι έκλεισες την πόρτα βιαστικά γιατί οι άντρες δεν κλαίνε, σφίγγουν την καρδιά και προχωρούν. 

Κοιτώ τα χαρακωμένα χέρια σου. Ιστορίες γραμμένες πάνω στην παλάμη σου, χαραγμένες βαθιά, σκαμμένες σα χωράφι άνυδρο που θες να το αναστήσεις. Έμεινε κάτι που ονειρεύεσαι ακόμα για σένα; Μόνο για σένα. Ένα ταξίδι ας πούμε; Ή είναι γεμάτη ενοχή κι αυτή η επιθυμία σαν τον ύπνο που σε έμαθαν ότι πρέπει πάντα να είναι λιγοστός για να ζουν καλά οι άλλοι;

Αχ! ρε πατέρα, μίλησες ποτέ για σένα , για τα όνειρα σου, το «θέλω» σου, τα «γαμώτο» σου ή στριμώχτηκες στα πρέπει κι έχασες τη ξενοιασιά και την πρώτη, αναλλοίωτη και βαθύτερη αλήθεια; Ποιος σου έμαθες να θυσιάζεσαι, να μην κρατάς τίποτα και το δίδαξες και σε εμάς; Και τώρα πού πάμε; Κάνε κουπιά τα χέρια και θα σπρώξουμε κι εμείς…



Μπαίνεις μέσα στο σπίτι. Βαμβάκι τα μαλλιά από τις έγνοιες που φορτώθηκες, από τις ενοχές που κουβάλησες. Σε κοιτώ να σηκώνεις τα σακιά, τραβάω την καρέκλα να καθήσεις και φωνάζω δυνατά με φωνή που με πνίγει: « Κέρασε τον μια ρακή! Κέρασε τον ηρεμία και ευτυχία! Κέρασε τον την σιγουριά πως τα έχει όλα καταφέρει! Και χάρισε του ακόμα πολλά χρόνια να προλάβει και τα υπόλοιπα μη φύγει με παράπονο».

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΣΟΥ ΜΑΝΑ!







Η μάνα μου είναι σαν και τη δική σου. Έχει χέρια κλαράκια και είναι δέντρο. Κάποτε ήθελε να είναι πουλί. Απλώνουμε πάνω στα κλαδιά της τις πίκρες μας κι αυτή τις στεγνώνει και τις φυσά μαζί με τον αέρα. Είναι σε ένα κλουβί σα θηρίο ανήμερο και μετρά, όλο μετρά κι ύστερα παραδίνεται στη ζωή με τρόπο για να τη μαλακώσει και να την κουμαντάρει.

Η μάνα μου είναι σαν και τη δική σου. Αγαπάει, ανησυχεί, δίνεται, κανακεύει, χαρίζεται, παραμερίζει το «είναι» της για να περάσεις, αγκαλιάζει και παίρνει μονάχα ό,τι περισσέψει. Σε τόσα ρήματα προστάτης! Ακούραστος φύλακας και κουβαλητής! Μάχιμος στρατιώτης μέχρι τέλους! 

Η μάνα μου είναι σαν και τη δική σου. Μαντάρει κάλτσες και μπαλώνει ρούχα και πληγές. Πληγές καλά μπαλωμένες μην τύχει και σκιστούν πάλι και τρυπήσουν και πάρουν κρύο και τις δουν δράκοι και σε παιδέψουν όπως παίδεψαν κι εκείνη κάποτε. Λιάζει τα σεντόνια τα πρωινά να μυρίσουν ήλιο το βράδυ που θα ξαπλώσεις και θα ξεκουράσεις το μυαλό.

Η μάνα μου είναι σαν και τη δική σου. Άλλοτε μιλάει πολύ κι άλλοτε ξεχνά να μιλήσει. Και τραγουδάει σα μένει μόνη της και προσεύχεται να γίνει ο κόσμος κάμπος και θάλασσα και να βουτήξει για να ξεπλύνει τη σκόνη του χρόνου. Η «μαμαδίστικη» μαμά μου! Η «μαμαδίστικη» μαμά σου. Ξέρεις! Εκείνη η μαμά που όσο κι αν μεγάλωσες σε βάζει ακόμα στα γόνατα και σε νανουρίζει: 

«Ύπνε, που παίρνεις τα μικρά,

Έλα, πάρε και τούτο.

Μικρό μικρό σου το ‘δωκα,

Μεγάλο φέρε μου το.

Μεγάλο σαν ψηλό βουνό,

Ίσιο σαν κυπαρίσσι,

Κι οι κλώνοι του ν' απλώνονται

Σ' ανατολή και δύση».

Κι ας μην έγινες ποτέ κυπαρίσσι ίσιο και ψηλό, κι ας κουμπάριασες κι εσύ από όλα αυτά που ποτέ δεν τόλμησες να της πεις κι εκείνη όμως τα κατάλαβε και πόνεσε πιο πολύ, κι έκλαψε κάτι βράδια δίπλα σου χωρίς να βγάλει ούτε ένα δάκρυ.

Η μάνα μου είναι σαν και τη δική σου. Έχει όμορφα μάτια και ρυτίδες βαθιές. Κι εγώ τις καμαρώνω κι εκείνη καμαρώνει για όλους τους σταυρούς που σήκωσε κι έφτασε μέχρι το τέρμα. Έχει τα πιο μελαγχολικά μάτια του κόσμου κι ας ήθελα πάντα να είναι χαρούμενα, μα που χρόνος για τέτοια!

Θέλω να τις πω πολλά και πάντα το αναβάλλω έχοντας τη σιγουριά του παντοτινού! Θέλω να τις χαρίσω ένα καθρέφτη, που όλο τον αποφεύγει, να δει πόσο όμορφη και θαρραλέα είναι! Να καταλάβει πως όσο μεγαλώνω τις μοιάζω και χαίρομαι γι’ αυτό γιατί η μάνα μου είναι καλή και θέλω κι εγώ να γίνω καλύτερη! Θέλω να την πάω μια βόλτα στο βουνό και να την αφήσω μόνη της να ουρλιάξει και να βγάλει από μέσα της ό,τι κράτησε καλά κρυμμένο για 56 χρόνια. Κι ύστερα να τη σεργιανίσω στη ζωή όπως έκανε κι αυτή κάποτε για μένα.

Η μάνα μου ήταν πάντα αετός κι ας ένιωθε εκείνη πάντα σπουργίτι! Τα γυμνά της πόδια έχουν ρίζες για να μπορεί να στέκεται. Το σώμα της είναι κορμός για να μπορεί να αντέχει. Η μάνα μου είναι και δική σου. Πονάει, αγαπάει, αγκαλιάζει, μεγαλώνει. Και μεγαλώνει όμορφα κι εγώ κι εσύ και όλοι καθρεπτιζόμαστε στα μάτια της! Η «μαμαδίστικη» μαμά μας λουλούδι στο μέρος της καρδιάς! Παρηγοριά στα ανείπωτα, στα άγρια, στα ξένα! Βλέμμα καθάριο στο βρώμικο λασπωμένο μας δρόμο!

Είναι και κάποιες μανάδες που δεν πρόφτασαν να μεγαλώσουν ποτέ τα παιδιά τους κι ας το ήθελαν γιατί έφυγαν νωρίς. Κι εκείνα δεν είχαν ποτέ μια μαμά σαν τη δική σου, τη δική μου, τη δική μας. 



Για όλες τις μαμάδες! Κι αυτές που πρόφτασαν και τις άλλες που σαλπάρισαν για το μπαλκόνι του ουρανού! Στη υγειά σας!!!!!!!!

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙ




Γνωριστήκαμε σε μια εποχή με κλειστά παράθυρα και μαύρες πλερέζες. Κι εγώ ναυαγός εκεί προσπαθούσα να περισώσω ό,τι απέμεινε από το ναυάγιο, ελπίζοντας ότι κάπου θα βρω ένα καινούριο πανωφόρι να στολιστώ, να ζεσταθώ , να βρω σινιάλα και να είμαι όμορφη.

Δε σου έδειξα ποτέ τα λιμάνια που ζωγράφισα, τα ταξίδια που σχεδίασα στην υδρόγειο του μυαλού μου. Στράγγιζαν και οι λέξεις από κουράγιο σε αφιλόξενα μυαλά.

Κοιτούσες τη θάλασσα κάθε πρωί που ξυπνούσες. Εχθρική και αφιλόξενη κάποια πρωινά. Βουτιά και άφεση, ανάσα και λύτρωση! Κι ύστερα με αργόσυρτα βήματα κυνηγούσες τη χαρά σαν παιδί που δεν κατάφερε ποτέ να μεγαλώσει. Που δεν ήθελε ποτέ να μπει στον κόσμο των ενηλίκων μην τύχει και χάσει την αθωότητα γιατί : « η φαντασία είναι πιο δυνατή από τη γνώση. Η παιδική ηλικία μετριέται σε ήχους, οσμές και εικόνες, πριν φτάσει η σκοτεινή ώρα της λογικής...». Έτσι έγραφες. Έτσι πίστευες.

Ο άνεμος δε φέρνει πια κανένα μήνυμα. Κι εγώ πάντα ήθελα να προλάβω για να μυρίσει ο κόσμος καιρούς νοσταλγικά αλαφιασμένους, να προλάβω να παραβγώ με τη σκιά μου, να ανέβω εκείνη τη σχιζοφρενική ανηφόρα στοιχηματίζοντας μαζί σου.

Είναι μέρες που τα μαλλιά μακραίνουν γρήγορα. Τα πόδια μου δεν ακολουθούν τις επιθυμίες μου. Είναι εκείνες οι μέρες που αναρωτιέμαι και κουβαλώ πολλά «γιατί». Κανείς δεν απαντά. Η αυταπάτη της ελευθερίας. Και ο λαβύρινθος μπροστά χωρίς έξοδο. Ταξίδια κυκλικά και ομόκεντρα. Πίστωση χρόνου στις πιθανότητες και τις συμπτώσεις.

Πλανόδιο τσίρκο η ζωή; Κι εσύ ακροβάτης κι εγώ παραμυθάς. Συνεταιρισμός για παλαιοπωλείο αναμνήσεων. Εσύ να ξυπνάς αναμνήσεις κι εγώ να δημιουργώ τις προϋποθέσεις.

Σε ψάχνω στην αρχή. Πάντα στην αρχή γιατί τότε είναι Άνοιξη και μυρίζει ο κόσμος πασχαλιά και αγιόκλημα. Και οι γειτονιές ξεκουράζονται, ηρεμούν, μακαρίζουν την ευτυχία. Η αρχή που είναι πάντα όμορφη και ανυποψίαστη. Δεν υπήρξε ποτέ αρχή.

Μπερδεύομαι. Πάνω κάτω οι ίδιοι δρόμοι και πουθενά το τέρμα. Ατέλειωτοι δρόμοι, ίδιοι. Πάνω κάτω πάντα ίδιοι. Η άνυδρη ερημιά των δρόμων κι εσύ κάπου εκεί. 

Στάζει η ψυχή μας παράπονο κι ύστερα επιστρέφει και καταχωνιάζει, δεν ξεχνά. Χάρτινα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα. «Αυτούς που ονειρεύονται τους αναγνωρίζεις. Έχουν ένα πέπλο θλίψης στα μάτια». Θυμάσαι; Κυνηγούσαμε ανέμους για να στήσουμε παραπήγματα, να κρύψουμε τα μυστικά και τα φανερά.

Κοιτώ τη θάλασσα κι αναρωτιέμαι αν θα σου φέρει το μήνυμα. Κραυγή μιας παιδικής ανάμνησης. Ανολοκλήρωτοι πόθοι και πάθη ασυντρόφευτα. Ένα ημερολόγιο που άρχισα να γράφω κάποτε για σένα και άφησα στη μέση με ανυπόστατες εικόνες. 

Μεγάλη απάτη η φαντασία. Και δε βρήκα και ποτέ τον τρόπο να σε θεραπεύσω από την αλλοτρίωση κι ας μου το ζήτησες με παράπονο. Κι αυτοί οι καιροί πάντα λάθος. Λάθος κι ο χρόνος που δεν σπαταλήθηκε ανώφελα. Και δε μεγάλωσα αρκετά για να ξεχνώ.

Ντυμένοι με ενοχές. Διαφορετικές ενοχές. Αντιλαλεί το κενό. Κι εσύ άραξες σε στάσιμα νερά. Και το μπουκάλι ταξιδεύει…





Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

«ΣΟΡΟΚΟ ΛΕΒΑΝΤΕΣ»*



Είχα ένα ποίημα του πάντα στο πινακάκι μου με τα αναμνηστικά. Το κουβαλούσα σε όλες τις μετακομίσεις και το στόλιζα σε περίοπτη θέση. Αγαπούσε πολύ την ποίηση. Έλεγε ότι δεν είναι για όλους γι’ αυτό και ποτέ δεν ανεβαίνει στο βάθρο όπως της αξίζει. Αγκομαχά στις ανηφοριές και κανείς δε βρίσκεται κοντά να τη συνδράμει. Κι ύστερα σκεφτόμουν πως ό,τι δεν είναι του συρμού χάνεται στο χρόνο κι εμείς αναμασάμε λόγια παλιών ποιητών που ευνοήθηκαν από τις εποχές χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την ουσία. Γιατί η ποίηση είναι συναίσθημα κι όποιοι νιώθουν πια είναι γραφικοί. Τέτοια γράμματα μαθαίνουμε οι άνθρωποι.

Έμαθα ότι τα κατάφερε κι έβγαλε ένα βιβλίο. Μάζεψε τα σκόρπια κομμάτια των σκέψεων του και τα βαλε σε τάξη. Όμορφη είναι η τακτοποίηση καμιά φορά. Όχι τα κλειστά κουτάκια και τα ανήλιαγα δωμάτια, μα η μυρωδιά του χαρτιού, το εξώφυλλο και ο τίτλος! Να καταφέρνεις να δίνεις τίτλο στη ζωή σου! Δύσκολο εγχείρημα! Και να τα κλείνει όλα! Και το μάτι σου να περιπλανιέται στις αράδες και στα αραδιασμένα στρατιωτάκια, τις λέξεις.

Χαίρομαι όταν οι ψυχές των ανθρώπων δε χάνονται. Χαίρομαι όταν μαθαίνω ότι γίνονται κιτάπια φανερά και μεταφέρουν ένα μήνυμα στον κόσμο. Η ποίηση εξάλλου βοηθά να αντέχουμε περισσότερο ό,τι ποιούμε ή ό,τι δεν ποιούμε γιατί ή μετανιώνουμε για αυτά που κάναμε ή θρηνούμε για όσα παραλείψαμε.

Ανυπομονώ να διαβάσω το βιβλίο. Του υποσχέθηκα και μια κριτική. Κι ύστερα αντιλαμβάνομαι ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κριτικάρει το συναίσθημα του άλλου, πόσο μάλλον εγώ. Θα κρατήσω όμως το λόγο μου κι όταν το βιβλίο πέσει στα χέρια μου θα προσπαθήσω να καταθέσω το δικό μου συναίσθημα από την ανάγνωση του. Γιατί η τέχνη μόνο αυτό γεννά: Συναίσθημα. Κι αν η εποχή μας υστερεί στο χέρι μας είναι η αναδιαπραγμάτευση και η ευαισθησία.

Να διαβάζετε τους ποιητές. Μην απομονώνετε στιχάκια αλλά να τους μελετάτε. Οι ιστορίες τους έχουν ενδιαφέρον μιας και μπορούν να κάνουν την καρδιά να χορέψει. Γιατί:

«Τρεμάμενη στα χείλη σου υπάρχει η αμαρτία

Δεν την προφέρει η γλώσσα σου μα ακούγεται ως τα βάθη

Είναι του χρόνου αντίλαλος

Είναι της ζωής ανάγκη.

Μετράς συχνά τα λόγια σου, στραγγίζεις τη χαρά σου

Και για το δάκρυ σου μου λες πως φταίει ο χειμώνας.

Παλιός κασάνδριος χρησμός φωλιάζει στην καρδιά σου

Λέει «φοβού τους Δαναούς, φοβού τον έρωτα τους»

Μα με το φόβο μη θαρρείς πως σταματούν πολέμοι.

Η Άνοιξη κι η άλωση στον έρωτα συζούνε κι απ’ το χειμώνα θες δε θες πάντα οι χαρές περνούνε».

Το ποίημα ακόμα στολίζει το πινακάκι μου. Κι εύχομαι να καταφέρεις να το ταξιδέψεις το βιβλίο και να ακουστεί το μήνυμα σα τραγούδι με ήχο μιας φυσαρμόνικας. Γιατί η ποίηση είναι μελαγχολική για να σε ξυπνάει από το λήθαργο.





* Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Λευτέρη Μιχελάκη

Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

ΔΙΚΟΣ ΜΑΣ ΜΑΓΚΑΪΒΕΡ




Η ιδιωτική τηλεόραση δεν υπήρχε. Η κρατική (που αργότερα έγινε δημόσια, κι αυτό ήταν το σωστό) διέθετε μονάχα δύο κανάλια: την ΕΡΤ και την ΥΕΝΕΔ. Κι αν τύχαινε να υποφέρεις από αϋπνίες (δεν είχαν γίνει ακόμα ευρέως γνωστά τα XANAX που σου φτιάχνουν κεφάλι και βλέπεις πεταλουδίτσες όταν ανοιγοκλείνεις τα μάτια) η τηλεόραση μπορούσε να σου κρατήσει συντροφιά μονάχα μέχρι τις 12.00. Μετά η εικόνα με την ελληνική σημαία να κυματίζει με μουσική υπόκρουση τον εθνικό ύμνο σε συντρόφευαν μέχρι το πρωί, όπου εμφανιζόταν η ξανθιά Κέλυ Σακάκου για να ανακοινώσει το πρόγραμμα της ημέρας.
Ευλογημένη ημέρα ήταν η Παρασκευή! Όχι μόνο γιατί ακολουθούσε το σαββατοκύριακο, αλλά κυρίως γιατί στις 17.30 ακριβώς, μετά την εκπομπή «τρεις στον αέρα», έκανε την εμφάνιση του ο ξανθός, εναλλακτικός, ροκ, τυχοδιώκτης, πολυμήχανος ΜΑΓΚΑΪΒΕΡ. Ο κόσμος να χαλούσε και η γη να τρανταζόταν συθέμελα κανείς δεν κουνιόταν από τη θέση του. Γριές, γέροι, νέοι, νέες και παιδιά παρακολουθούσαν με αμείωτο ενδιαφέρον τις παγίδες που έστηνε με απλά υλικά για να ξεφύγει από τους κακούς. Το αγαπημένο μας μάθημα ξαφνικά έγινε η φυσική! Ευτυχώς δεν διαθέταμε ποτέ τα ίδια υλικά για να κάνουμε μικρές αυτοσχέδιες βόμβες! Πηδούσαμε όμως συχνά από ταράτσες με θεαματικά «μπλοζόν» και πολλές φορές βρισκόμασταν κρεμασμένοι από την απλώστρα που υπήρχε ακριβώς από κάτω. Κι όταν ερχόταν κάποιος μεγάλος να μας ξεκρεμάσει –αφού τα ποδάρια μας δεν έφταναν μέχρι κάτω και οι συνεργάτες μας κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια – «βάζαμε ξύλο και στις τσέπες μας». Η τιμωρία ήταν τότε πολύ σκληρή: το επόμενο επεισόδιο του Μαγκάιβερ ήταν χαμένη υπόθεση!
Ο τρίτος κύκλος δεν προβλήθηκε ποτέ από την ελληνική τηλεόραση. Κι ας στέλναμε επιστολές απελπισίας, δακρύβρεκτες και συγκινητικές παρακαλώντας τους υπεύθυνους να πραγματοποιήσουν την επιθυμία μας. Μέχρι και στο «κάνε μια ευχή» δηλώσαμε συμμετοχή αλλά δυστυχώς ήταν χαμένη υπόθεση. 
Η υπόθεση Μαγκάιβερ πέρασε στο χρονοντούλαπο. Ώσπου εμφανίστηκε από το πουθενά ο θείος Αγρονόμος (στο χωριό όλοι είναι θείοι μας άσχετα αν με τους περισσότερους δεν υπάρχει καμία συγγένεια). Μετά από μια περιπλάνηση λόγω μεταθέσεων από το Σπήλι μέχρι το Κολυμπάρι κατάφερε να μετατεθεί στο Αρκαλοχώρι. Ο άνθρωπος φυσικός ήθελε να γίνει αλλά ήρθαν λίγο περίεργα τα πράγματα και δεν πέτυχε εκείνο το πείραμα. Το ευτύχημα ήταν ότι εγκαταστάθηκε δίπλα στο σπίτι μας με τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Από την αρχή φαινόταν ότι ήταν ιδιαίτερος με δική του «λόξα» που έμοιαζε όμως πολύ με τη δική μας. Η αποθήκη του ήταν ένα μαγικό εργαστήριο με εργαλεία, ηλεκτροκολλήσεις, μεγεθυντικούς φακούς και ένα σωρό χρήσιμα και άγνωστα εξαρτήματα. Ό,τι χαλούσε ή ο,τι δεν έφτιαχνε εκείνος είχε πάντα τη λύση. Ο θείος Μαγκάιβερ!
Αρχικά οδηγούσε ένα παλιό simca. Φαίνεται όμως ότι δεν είχε πια πολύ πλάκα κι έτσι από το πουθενά εμφανίστηκε με ένα παλιό αυτοκίνητο pony. Τα περισσότερα απογεύματα μας φόρτωνε στην καρότσα, που δεν είχε και καμιά τρελή έκταση, και μας έκανε βόλτες. Όλα τα έκανε να μοιάζουν γιορτή. Έγινε ο Άγιος Βασίλης, ο διοργανωτής των εκδρομών, ο ιδρυτής και πρόεδρος του πολιτιστικού συλλόγου, ο μεγάλος που έπαιζε με τα παιδιά, ο λογιστής του πατέρα μου, μα κυρίως ο αγαπημένος μας φωτογράφος! Αιχμαλώτιζε τις στιγμές σε μικρά σλάιτς και ανά τακτά χρονικά διαστήματα γινόταν προβολή στον κήπο του δίπλα στο συντριβάνι. 
Ο θείος Αγρονόμος κάποτε έγινε και διοικητής αλλά ο τίτλος αυτός δεν ακούστηκε ποτέ! Κάθε χρόνο τα χριστούγεννα έχει την ονοματική του γιορτή για τους άλλους. Για εμάς γιορτάζει πάντα του Αγίου Μαγκάιβερ, δηλαδή κάθε φορά που τον συναντάμε..

Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, να μεγαλώσαμε, να κάναμε δικά μας παιδιά, αυτός να έγινε παππούς αλλά παραμένει το ίδιο γλυκός και ανθρώπινος. Πάντα διακριτικός, οραματιστής, αισιόδοξος με μια τεράστια παιδική καρδιά….
Σε ευχαριστούμε για όλα θείε Μαγκάιβερ…..

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Ο ΝΤΕΛΟΝ ΚΑΙ Η ΝΤΕΝΕΒ







Μου αρέσουν τα ζευγαράκια. Ειδικά τώρα την Άνοιξη ξεφυτρώνουν σα μανιτάρια. Λιάζουν την αγάπη και δε γέρνουν τους ώμους γιατί είναι απαλλαγμένοι από το βάρος της γης. Λες και θέλει και τίποτα άλλο η αγάπη! Μόνο να λιαστεί, να στεγνώσει από το ξέπλυμα της βροχερής ζωής. Κι ύστερα να μείνει στη σιωπή, μακριά από τη βουερή ανάγκη του κάθε μέρα, να μιλήσει με ματιές που δίνουν υποσχέσεις «για πάντα». Και δίνοντας τα χέρια να χαϊδέψουν τη στιγμή, να την παγώσουν και να αγκαλιάσουν τη μοναξιά τους μαζί.

Μου αρέσουν οι κινηματογραφικοί έρωτες. Εκείνοι που έχουν πάντα ευτυχισμένο τέλος. Και πραγματικά ποτέ δε με ένοιαζε το μετά. Το ύστερα από δέκα χρόνια αν τους ξαναβλέπαμε. Έμενα πάντα στο τέλος. Έμενα πάντα στη σκηνή που οι δυο ήρωες τα κατάφερναν κι έμεναν μαζί. Η αυλαία έπεφτε και είχα γεμάτη καρδιά. Προίκα για τον ήσυχο ύπνο μου και αποκούμπι για το πρωινό της επόμενης μέρας.

Εκείνος είναι ωραίος. Συνεπής, ειλικρινής και ονειροπόλος. Θα φτιάξει τον κόσμο. Θα αφυπνίσει συνειδήσεις, θα ξυπνήσει το χαμένο σκοπό του καθενός. Λιγομίλητος και ευθύς, αλτρουιστής και ιδεολόγος. Μαχαιριές οι απόψεις του. Βαράνε στο ψαχνό και χτυπάνε φλέβα. Ο Ντελόν είναι ωραίος άνθρωπος. Άγουρο παλικάρι μα ώριμο και ξεκάθαρο.

Εκείνη χαμογελά και φωτίζεται ο κόσμος. Χαριτωμένη, αστεία, πεισματάρα, ανασφαλής, τσαούσα με τσαγανό. Το λέει η καρδούλα της. Γήινη δηλαδή και ανθρώπινη. Έχει τρόπο χωρίς κόπο. Σε ακούει και σε προσέχει. Κι όταν τελειώσεις, αν θες, έχει κάτι να σου πει. Κάτι μικρό μα ικανό να σε κάνει να πιστέψεις πως όλα θα βρουν το δρόμο τους.

Ο Ντελόν και η Ντενέβ συναντήθηκαν στο μετερίζι της μακαριότητας και της νεανικής ανεμελιάς. Και ερωτεύτηκαν παράφορα, δυνατά, με υποσχέσεις και προσδοκίες. Ομορφιά απαράμιλλη! Η απόλυτη ομορφιά! Πολύχρωμε βεγγέρες στο μπαλκόνι του έρωτα! Στη βεράντα του παντοτινού! Να έχεις κάποιον να σε περιμένει όταν γυρνάς στο σπίτι. Και να αγωνιάς όταν αργεί! Και να χτυπά η καρδιά γρήγορα, να φτερουγίζει όταν ακούς το κλειδί στην πόρτα! Γιατί μονάχα αυτό θέλει η αγάπη: Μια αγωνία και ένα πήχη ψηλό κι ένα χέρι να σου κάνει «παταράκι» και να σου λέει: «Ανέβα! Μαζί θα τα καταφέρουμε!»

Μου αρέσει να τους συναντώ. Τρελαίνομαι να βλέπω χαμογέλα ευτυχίας, ανεμελιάς. Χαριτωμένοι άνθρωποι! Κινηματογραφικό ζευγάρι. Κι εδώ πραγματικά θα υποκλιθώ στην αγάπη την άδολη, την ξεκάθαρη, την καθαρή. Θα υποκλιθώ στα νιάτα που ξέρουν να ερωτεύονται, να διεκδικούν, να ελπίζουν. Θα υποκλιθώ στο δόσιμο, στο ξόδεμα, στο απόλυτο, στο ουσιαστικό. Θα υποκλιθώ στους φίλους μου! Στο Ντελόν και στη Ντενέβ! Που ξέρουν να αντέχουν και να παλεύουν και να υπερασπίζονται την αγάπη τους που θα είναι για πάντα.

«Ηράκλειο Καλαμάτα και βύσσινο γλυκό
να με ρωτάς σταμάτα τι ψάχνω για να βρω
τι ψάχνω για να βρω...»



Για το Ντελόν που όταν το άκουγε έπινε κούπες επειδή η Ντενέβ ήταν ακόμα μακριά….

Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

H ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ

Έχω πια τη βεβαιότητα ότι ο «αλαφροϊσκιωτος» γεννιέται, δε γίνεται. Κάτι τα γονίδια από τους μακρινούς προγόνους, κάτι και το περιβάλλον όλα συναινούν κι έρχεται το γλυκό και δένει. Από τότε που με θυμάμαι διάβαζα. Κι από τότε που δε με θυμάμαι έγραφα. Θαρρώ πως πρώτα συνέβη το δεύτερο κι ύστερα το πρώτο. Είναι ο «διάολος» που μπήκε στο κεφάλι μου από πολύ νωρίς και να τα αποτελέσματα. Και το περίεργο είναι ότι μπήκε μόνος του. Αυθάδης και αγενής ήρθε και θρονιάστηκε ακάλεστος και άντε να τον ξορίσεις. 
Η κυρία Κούλα λέει ότι εκείνοι που γράφουν είναι καταθλιπτικοί. Και να το δεχτώ! Δεν έχω λόγο να την αμφισβητήσω. Κι αν όντως είναι έτσι αυτό δεν αλλάζει. Γιατί και να θες να το καμουφλάρεις αυτό πάλι δεν κρύβεται. Κι αν μεγάλωσες και με τον Καρυωτάκη στο μαξιλάρι σου τότε δεν υπάρχει σωτηρία. 
Θυμάμαι την πρώτη μου συγγραφική απόπειρα. Ήμουν δώδεκα χρόνων. Καθόμουν στο πλατύσκαλο του σπιτιού μου κι έγραφα. Ένα απόγευμα ολόκληρο μου πήρε. Κι όταν τέλειωσα είπα να του δώσω τίτλο. Το πιο δύσκολο από όλα. Ακόμα δυσκολεύομαι. Το ονόμασα «ΜΑΙΡΗ ΝΤΑΛΚΑΝ» από το όνομα της κατατρεγμένης ηρωίδας που δε βρήκε ποτέ σωτηρία και αυτοκτόνησε αφού πρώτα πέθανα και όλους τους συγγενείς της και έσβησα το γενεαλογικό της δέντρο από το χάρτη της ανθρωπότητας. Περήφανη για το κατόρθωμα μου έραψα με κόκκινη κλωστή τις άκρες από τις λευκές σελίδες και το αυτοσχέδιο, χειροποίητο βιβλιαράκι μου τοποθετήθηκε στο μπαούλο με τα αναμνηστικά. 
Το διήγημα όμως γρήγορα το βαρέθηκα κι είπα να δοκιμάσω την τύχη μου στην ποίηση. Άμετρος λόγος, χωρίς ρίμα και μέτρο. Έκλεινα τα μάτια, σκεφτόμουν λέξεις κι έγραφα. Αυτόματη γραφή. Γέμιζα τετράδια με ιδέες επαναστατικές, αισιόδοξες εικόνες, συμβουλές για ένα καλύτερο κόσμο, βαρύγδουπα συναισθήματα, προτάσεις με στόμφο που είμαι σίγουρη ότι αν με είχε ανακαλύψει το ΚΚΕ τότε θα με είχαν στην πρώτη γραμμή να πουλάω το ριζοσπάστη.
Ποτέ δεν τόλμησα να δείξω σε κανέναν άνθρωπο τα μπλε τετραδιάκια μου. Κρυμμένα παρέμεναν στο μπαούλο, κλειδωμένα με λουκέτο από φόβο μήπως κάποιος παραβιάσει τα μυστικά μου και μάθει τις σκέψεις μου. Όταν μετακόμισα στο Αρκαλοχώρι όπου θα πήγαινα στο λύκειο, το πρώτο που φορτώθηκε στο αυτοκίνητο ήταν «το σεντούκι της σκέψης», το οποίο τοποθετήθηκε και σε περίοπτη θέση μέσα στο σπίτι.
Η συγγραφική μου προσπάθεια συνεχιζόταν με περισσότερο ζήλο ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο που ζούσα μόνη μου οπότε και τίποτα δε με αποσπούσε από το λογοτεχνικό μου οίστρο. Στο σχολείο για πρώτη φορά μας ανέλαβε άντρας φιλόλογος. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που είχα αυτή την τιμή. Και ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ακόμα και τώρα απεχθάνομαι τους άντρες φιλολόγους (ας με συγχωρέσουν οι συνάδελφοι). Τυπικός, αγέλαστος, με λίγα λόγια και πιστός στο πρόγραμμα του υπουργείου δεν είχε τη δυνατότητα αλλά ούτε και τη διάθεση να πει κάτι παραπάνω ή κάτι εκτός προγράμματος. Συναισθηματική νοημοσύνη μηδέν! Και πως γίνεται ένας άνθρωπος να μην έχει συναισθηματική νοημοσύνη και να σου μιλάει για τον Ελύτη ή το Ρίτσο ή να αναλύει τους «Μοιραίους» του Βάρναλη; Τι να κάνουμε όμως! Αυτόν μας έστειλαν και με αυτόν θα πορευόμασταν μέχρι το τέλος του σχολικού έτους. 
Κάποια στιγμή μας μίλησε για ένα σχολικό διαγωνισμό ποίησης που θα γινόταν και μας ζήτησε, αν θέλαμε, να στείλουμε δυο ποιήματα αν βέβαια γνωρίζουμε τι είναι η ποίηση, όπως τόνισε με ειρωνεία. Κανένας δεν απάντησε. Το διάλειμμα τον πλησίασα δειλά και με τρεμάμενη φωνή και χαμηλόφωνα για να μη με ακούσουν και τα άλλα παιδιά του είπα ότι θα ήθελα να δηλώσω συμμετοχή. Συμφωνήσαμε την επόμενη μέρα να του παραδώσω τα δυο ποιήματα καθαρογραμμένα και ευανάγνωστα σε κόλλες Α4 μαζί με ένα σύντομο βιογραφικό με τα στοιχεία μου. 
Όταν πήγα στο σπίτι έγραφα κι έσκιζα όλο το απόγευμα κόλλες μέχρι να πετύχω τον καλύτερο μου γραφικό χαρακτήρα. Στο τέλος τα κατάφερα. Πιο στρογγυλά και όμορφα γράμματα δεν πρέπει να έχω κάνει ποτέ. Τα έβαλα σε ένα φάκελο, έγραψα τα στοιχεία μου και το σφράγισα. Την επόμενη μέρα του τον παρέδωσα με μεγάλη αγωνία. Εκείνος με ενημέρωσε ότι την επόμενη της Πρωτομαγιάς (σαν αύριο δηλαδή) θα ξέραμε τους νικητές. Έπρεπε να περιμένω 4 μήνες. 
Ήμουν παιδί και ήθελα να κερδίζω. Και δεν είχα κερδίσει ποτέ γιατί ποτέ δεν είχα τολμήσει να παίξω. Θα ήμουν όμως ικανοποιημένη και μονάχα με τον αναμνηστικό έπαινο για τη συμμετοχή μου. Μόνο να έχω να λέω ότι κάποτε πήρα μέρος σε ένα λογοτεχνικό διαγωνισμό. 
Ο χρόνος είχε παγώσει. Αυτοί οι 4 μήνες δεν έλεγαν να περάσουν. Μετρούσα τις μέρες, τις ώρες. Ζούσα μόνο για εκείνη τη στιγμή. Και επιτέλους έφτασε 2 Μαίου. Κρεμόμουν από τα χείλη του εκείνη τη μέρα στο μάθημα μα αυτός δεν έλεγε τίποτα. Δειλά πάλι τον πλησίασα το διάλειμμα και τον ρώτησα. Έδειξε να ξαφνιάζεται. Μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν καταλάβαινε για ποιο πράγμα του μιλούσα. Γρήγορα όμως το «μπάλωσε» και μου ανακοίνωσε ότι ακυρώθηκε ο διαγωνισμός γιατί δεν είχε μεγάλη συμμετοχή και αποχώρησε βιαστικά για το γραφείο.
Η λέξη «απογοήτευση» νομίζω ότι δεν είναι ικανή να περιγράψει το συναίσθημα μου. Για πολλές μέρες απλά προχωρούσα και έσερνα τη ματαίωση μου. Ήμουν παιδί και ήθελα να «κερδίσω». Να κερδίσω τη χαρά της συμμετοχής, ένα χάρτινο ενθύμιο ή ακόμα και την ψευδαίσθηση ότι ήμουν θαρραλέα και τόλμησα να ανοίξω τα κιτάπια μου και να δείξω την ψυχή μου.
Ευτυχώς τα παιδιά ξεχνούν γρήγορα κι όσο κι αν απογοητεύονται βρίσκουν τρόπο να επιβιώσουν χρησιμοποιώντας τη λήθη. Η χρονιά πέρασε, ήρθε το Καλοκαίρι, τέλειωσε κι αυτό και μια νέα σχολική χρονιά ξεκινούσε με τους καλύτερους οιωνούς. Έτσι νόμιζα τουλάχιστον λόγω εφηβικής αφέλειας και αθωότητας.
Ετοιμαζόμουν να μπω στην τάξη. Φορούσα τα καινούρια μου σχολικά ρούχα, καθαρά και καλοσιδερωμένα και το καλύτερο μου χαμόγελο. Και καθώς κατευθυνόμουν για το Β1 το μάτι μου έπεσε σε μια στοίβα από έγραφα πεταμένα σε ένα κάδο έξω από την αίθουσα. Ένας λευκός σκισμένος φάκελος με ολοστρόγγυλα γράμματα βρισκόταν στην κορυφή του βουνού με τα έγγραφα. Δε θα την ξεχάσω ποτέ εκείνη τη στιγμή. Πλησίασα, πήρα στα χέρια μου το λευκό φάκελο και τα μάτια μου θόλωσαν. Ήταν ο φάκελος με τα ποιήματα μου που ποτέ δε βρήκε τον παραλήπτη του γιατί ποτέ δεν εστάλη. Η ποίηση μου στα σκουπίδια.
Εκείνος ο καθηγητής δεν εμφανίστηκε ξανά στο σχολείο. Είχε πάρει μετάθεση στο Ηράκλειο. Τον συνάντησα κάποτε σε μια διάλεξη για τον Καβάφη. Ήταν από τους βασικότερους ομιλητές. Και θυμάμαι να λέει ότι πρέπει να ενθαρρύνουμε τους ποιητές και όταν μπαίνουμε σε μια τάξη να μπορούμε να οσφριζόμαστε τα παιδιά που μπορεί να γράφουν και να τους δίνουμε ένα χέρι να προχωρήσουν. 
Σηκώθηκα από τη θέση μου και αποχώρησα κοιτώντας τον με ένα ειρωνικό μειδίαμα αυτή τη φορά. Το καλό μου χαμόγελο το κράτησα για όλους εκείνους που τα λόγια τους συνάδουν με τα έργα τους. Και πέταξα στα σκουπίδια το βιβλίο για τον Καβάφη που η επιμέλεια ήταν δική του