Translate

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Η ΑΘΟΚΟΥΤΑΛΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΣΤΑΧΤΟΠΟΥΤΑ




Μου άρεσε κι εμένα να ανακατεύω τη στάχτη. Εκεί στο τζάκι της γιαγιάς. Κι εκείνη με φώναζε «Αθοκουτάλα». Κι ύστερα μου έλεγε εκείνο το παραμύθι που ήταν τρομακτικό για την παιδική ψυχή μου. Στο τέλος άλλαζε τη φωνή της κι έλεγε: «Τις τιμώρησε ο θεός που φάγανε τη μάνα τους.» Κι εγώ σκεφτόμουν πάντα εκείνη τη θεία τιμωρία που προβάλλουν τα παραμύθια και περιμένουμε όλοι στη ζωή μας όταν οι άνθρωποι μας πληγώνουν.

Όταν έμαθα ότι ο Δημήτρης ανεβάζει το παραμύθι δεν ήμουν σίγουρη ότι ήθελα να δω την παράσταση. Μου ξυπνούσε μνήμες. Η γιαγιά έχει ταξιδέψει εδώ και πολλά χρόνια. Όλα έχουν αλλάξει. Εγώ δεν είμαι πια παιδί κι εκείνα που με τρομάζουν δεν έχουν σχέση με τα παραμύθια. Κι έπειτα κατάλαβα πια πως δεν υπάρχει θεία δίκη και εμείς θα πληγωνόμαστε και θα πληγώνουμε πάντα. 

Επέμενε η αδερφή μου. Και πήγα. Έκατσα στην πρώτη σειρά. Ένα τζάκι βρέθηκε ξαφνικά μπροστά μου και μια μεγάλη φωτιά φώτισε τις μνήμες μου. Άκουσα τη γιαγιά να αλλάζει πάλι τη φωνή της, να ανακατεύει τη στάχτη, να διηγείται την ιστορία με εκείνη τη ντοπιολαλιά που πάντα αγαπούσα. Κι έγινα παιδί και τρόμαξα και γέλασα και συγκινήθηκα και αξιώθηκα μια ανάμνηση δυνατή κι αγαπημένη! 



Να πάτε! Θα δείτε μια καταπληκτική παράσταση, θα ακούσετε απόκοσμες μελωδίες, θα θαυμάσετε μια εκπληκτική Αθοκουτάλα με πηγαίο ταλέντο, θα θελήσετε να γνωρίσετε τον ταλαντούχο σκηνοθέτη. Τον ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου για εκείνη την αναδρομή στο παρελθόν μου!

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ ΑΠΟ ΠΑΙΔΙ ΤΙΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΟΥΝΑ







Κυριακάτικο απόγευμα του Μάη. Κυριακάτικο! Όλα τα κλείνει τούτη η λέξη. Τα φασκιώνει σφιχτά, τα τρομάζει, τα σφάζει με το βαμβάκι. Από παιδί η ίδια αίσθηση. Σα να μην έχει αύριο. Βάλσαμο η προσμονή στους ανθρώπους! Αποκούμπι! Δεκανίκι! Σωσίβιο ενώ κολυμπάς στη μέση του ωκεανού και δεν έχεις καμιά σωτηρία. Μα το κυριακάτικο απόγευμα δεν έχει τίποτα από αυτά. 

Η μουσική λυτρώνει. Στρώνει την κακοτραχαλιά του απογευματινού δρόμου. Ο Nick cave τραγουδά “the mercy seat”. Γεμίζει το δωμάτιο μελωδίες. Το βιβλίο του Ρίτσου κρατώ στα χέρια και διαβάζω τη σονάτα. «Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου». 

Οι άνθρωποι αγαπούν. Ο καθένας με τον τρόπο του. Συνωμοτούν για την αγάπη, εγκληματούν στο όνομα της, αλλάζουν ρότα στη ζωή τους, ακρωτηριάζουν όνειρα για χάρη της, μα αγαπούν. Κι εκείνοι οι ανεκπλήρωτοι έρωτες πόσο επικίνδυνοι, Θεέ μου! Ναρκοπέδιο οι δρόμοι που περπατάς σε όλη σου τη ζωή. Κι όσο κι αν προσέχεις, η καρδιά είναι απρόσεκτη και η νάρκη καραδοκεί σε κάθε σου βήμα.

Ίδια η επανάληψη. Κάθε Κυριακή. Ίδιες σκέψεις, τα ίδια και απαράλλακτα συναισθήματα. Με σπασμένα φρένα πώς να κατέβεις την κατηφόρα και να μη γκρεμοτσακιστείς; Η λαχανιασμένη ανάσα στη γενναιόδωρη ζωή! Να κάνεις τάματα μην αλλάξει τίποτα. Να παραμείνουν ίδιες οι ανάσες και οι στιγμές κι ας πληρώσεις το τίμημα. Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες! Πόσο επικίνδυνοι! Να αγαπάς τους ποιητές και να τους βλέπεις μπροστά σου σα ξέφωτο στο δάσος! Να φλυαρούν ακατάπαυστα και να σε γυρνούν πίσω στη μακαριότητα της ανεμελιάς! Πόσο επικίνδυνοι!

Κι η ψυχή βουλιμική να μην αντέχει την ακαταστασία. Η αλτρουιστική σου αδυναμία που πάλι νίκησε και πίστεψε πως θα ζήσει. Κανακεμένη μου μνήμη! Φανατικός, ορκισμένος εχθρός της λήθης! Λες και είναι νόμος να τα θυμάσαι όλα.

Κι ύστερα η κεραζόζα, όπως έλεγε ο παππούς το ουράνιο τόξο, να σου απλώνει τα χρώματα της και να πιστεύεις πως πάντα βγαίνει μετά τη βροχή. Κι αυτός ο Μάης μαχαιριά. Κι ας μη φαίνεται σήμερα το αύριο. Κι ας κρύβεται στα ασύντακτα.

Θα φτιάξω ένα καινούριο βιογραφικό. Μια νέα ζωή ζώσα. Με λένε Μυρτώ και ονειρεύομαι. Μισώ της Κυριακής το απόγευμα και λαχανιάζω όταν φοβάμαι. Με τρομάζει το σκοτάδι και απεχθάνομαι τις φωτεινές λεζάντες. Αγαπώ τη μυρωδιά της κανέλας και του βασιλικού. Ερμηνεύω αυτούς που αγαπώ και τους αφιερώνω τραγούδια. Έχω καταλάβει πως στη ζωή έχουμε άνισες ευκαιρίες και το αποδέχομαι.



Να με συμπαθάτε μα είναι Κυριακής απόγευμα βροχερό…

Τρίτη, 6 Οκτωβρίου 2015

ΟΙ ΠΡΟΒΛΕΨΙΜΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ




Αθυρόστομη πάντα αλλά με μεγάλες αλήθειες. Την εμπιστευόμουν απόλυτα. Την ακολουθούσα τυφλά. Αφουγκραζόμουν κάθε λέξη, κάθε ανάσα της. Ξέπνοη πήγαινε πέρα – δώθε σα βαρκούλα που τη νανουρίζουν τα κύματα. Φωτισμένη φιγούρα που έζησε με σκοτεινιασμένους και φοβισμένους ανθρώπους. Δειλούς τους έλεγε. Κι εγώ διαφωνούσα γιατί στους φοβισμένους δεν έχεις να καταλογίσεις ευθύνες. Εκείνη σήκωνε και τις πέτρες από τις φωνές. «Οι φοβισμένοι είναι και δειλοί. Μην τους δικαιολογείς. Ανθρωπάκια που δεν έμαθαν να διεκδικούν ούτε ένα κομμάτι ζωής. Ούτε μια πρεμιέρα δεν ονειρεύτηκαν. Μια ζωή στα παρασκήνια να σπρώχνουν τους άλλους να καθαρίσουν γι’ αυτούς».

Δεν έφερνα αντίρρηση. Θα είχε τους λόγους της. Την έβλεπα έτσι ανταριασμένη και σεβόμουν το μέσα της, την ανάγκη της να κατακεραυνώσει τους δειλούς που πάντα την έβγαζαν καθαρή, που πάντα ήξεραν να ξεφεύγουν και να ρίχνουν τις ευθύνες στους άλλους. Άνθρωποι και ανθρωπάκια. 

Μου πήρε χρόνια να τους αναγνωρίσω. Κι ακόμα ξεγελιέμαι καμιά φορά. Είναι τα «θα» που λένε, μεγαλόστομα και ρητορικά. Είναι οι υποσχέσεις που δεν τηρούνται ποτέ, λες και παθαίνουν αμνησία μόλις ξεστομίσουν τις λέξεις. Είναι που χάνονται ύπουλα και μουλωχτά ενώ ήρθαν με τυμπανοκρουσίες και βεγγαλικά. Είναι που δε θα δώσουν ποτέ εξηγήσεις για το φευγιό και την εξαφάνιση τους. Είναι που δεν άκουσαν ποτέ τους δικούς σου φόβους, τις δικές σου ανάγκες, τα δικά σου θέλω. Προβλέψιμοι και βαρετοί. Να μην ξέρουν τι θα πει συναισθηματική ευθύνη, ενσυναίσθηση, συναισθηματική ωριμότητα. Να μπαίνουν και να βγαίνουν στη ζωή σου με αναίδεια και θράσος και να σε κάνουν να πιστεύεις ότι φταις. Να σου ρουφούν την ενέργεια και να σου παίρνουν την καλύτερη αναπνοή σου, την πιο βαθιά, την πιο δυνατή. Να θέλουν επιβεβαίωση και εσύ να τη δίνεις μαζί με το πιο όμορφο κομμάτι της ψυχής σου. Να την κάνεις δώρο κι εκείνοι να την απλώνουν χαλάκι στο πάτωμα και να σκουπίζουν τα βρώμικα παπούτσια τους. Να αρρωσταίνεις από τη δική τους παράνοια, το δικό τους εσωτερικό μπέρδεμα, την ανειλικρίνεια και το ναρκισσισμό τους. 

Πόσο δίκιο είχες καημένη Ιωάννα! Κομπάρσοι ήταν πάντα κι εμείς τους θεωρούσαμε πρωταγωνιστές. Προβλέψιμοι άνθρωποι! Ούτε μια φορά δε θα σε ξαφνιάσουν. Ούτε μια φορά δε θα βγουν μπροστά να σε υπερασπιστούν. Κι η ζωή τους όμορφα σκηνοθετημένη από τους αρχηγούς τους. Έχουν κι από αυτούς! Εκεί σκύβουν κεφάλι και τα τακτοποιούν όλα. 

Τη συνάντησα σήμερα. Αθυρόστομη πάντα. Έλεγε πάλι για όλους αυτούς. «Μια μέρα θα σου πω τις ιστορίες μου και θα καταλάβεις. Όλοι αυτοί με έκαναν θυμωμένο άνθρωπο.» Κι ήθελα να της πω ότι εγώ τώρα πια γελάω με όλους αυτούς. Δε θυμώνω. Έμαθα να μην τους πιστεύω. Μέσα σε ένα βράδυ άλλαξε το κεφάλι μου. Πήρε στροφή. Μόνο γελάω. Δε θλίβομαι. Κι αν έδωσαν και καμιά υπόσχεση, θα ήταν άνοιξη και νόμισαν πως θα γίνουν πιστευτοί. Κι ήταν από εκείνες τις υποσχέσεις που έκρυβαν μια υπόθεση, ένα «αν». Κι αυτό το αναθεματισμένο δεν οδηγεί ποτέ σε βέβαια συμπεράσματα…



Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΦΥΣΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ*




ΗΡΑΚΛΕΙΟ 11/9/2015

Είπα να σου γράψω τώρα που μίκρυναν οι μέρες σαν τις ζωές μας. Έτσι νιώθω κάθε φθινόπωρο και τα καλοκαίρια πάλι δίνω παράταση ζωής, αναβολές, νέες διορίες και ξεκούρδιστα ρολόγια. Ξέρεις πόσο μισώ το τικ τακ! Θα το θυμάσαι. Μου δημιουργούσε πάντα την αίσθηση του προσωρινού. Κι εγώ ήθελα να είσαι εκεί καθισμένος μόνιμα. Να μη μιλάμε. Να χανόμαστε στις σιωπές με εκείνη τη μακαριότητα του άχρονου χρόνου. Να χαμογελάμε μονάχα, σα παιδιά που κρύβονται κάτω από το τραπέζι κρατώντας το βάζο με το γλυκό.

Σου γράφω για να σου πω ότι στο μπάνιο έχω κρεμασμένες καθαρές πετσέτες και στο κομοδίνο από τη μεριά σου βάζω κάθε βράδυ ένα ποτήρι φρέσκο νερό. Έχει ο καθένας τη θέση του στη ζωή. Κάθε μεσημέρι στρώνω τραπέζι, βάζω δυο ποτήρια κοκκινέλι, ένα ματσάκι βασιλικό για να μοσχοβολά η μέρα αγάπη και σε περιμένω. Ο έρωτας είναι σαν τις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες μέρες που σε γεμίζουν χαρά. Τις εύχεσαι, τις επιθυμείς, τις αναζητάς. Ήθελα να σου πω ότι ξέμαθα να είμαι μονάχη και τώρα αποκαρδιώθηκα. Συνήθισα να με κουβαλάς στα χέρια κι εγώ να σου δείχνω τα χνάρια για χάρτη και οδηγό. Έβαζα ρόδες στην καρδιά κι εκείνη ξεκινούσε τη διαδρομή ατίθαση, ανυπότακτη και επαναστάτρια. Το φευγιό δε μαζεύεται όταν το μάθεις! Και τα χρώματα. Και αυτά όταν τα βάλεις στη ζωή σου πληθαίνουν οι ώρες και σταματά το τικ τακ! Τώρα η καρδιά μου έγινε σα κόκκινo πανί, παντιέρα επανάστασης και πορείας σε δρόμους με κόσμο που κυνηγούν όνειρα και ουτοπίες. Σάλεψε το βλέμμα μου και σε βλέπει κι εσένα μέσα σε όλους αυτούς. Είναι που βλέπω και το χρόνο μπροστά μου να εκρήγνυται και δεν ξέρω πια αν είναι χθες ή αν ήρθε το αύριο. 

Τώρα που σου γράφω σηκώθηκε αέρας. Έτσι ξαφνικά. Ανεμοστρόβιλος θα είναι. Θυμάσαι που σου έλεγα τότε πως αγαπώ τους αέρηδες; Έβγαινα έξω, άπλωνα τα χέρια κι έκανα ότι πετάω. Μεγάλο ζόρι το πέταγμα! Θέλει φτερά ζυγιασμένα. Τα δικά μου ήταν σπασμένα συνήθως. Μόνιμα στο γύψο. Δεν προλάβαιναν να γίνουν καλά και ήταν ξανά μπαταρισμένα. Φταίει που ήθελα να ανεβαίνω ψηλά κι ας με προειδοποιούσατε όλοι. Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι! Όπως τότε που αγαπούσα τους πειρατές κι έπινα ρούμι. Μόνο ρούμι! Μέχρι που μέθυσα σ’ εκείνο το μπαράκι το καταγώγιο και δεν το ξανάβαλα στο στόμα μου. Τους αγαπούσα τους κοκκινογένηδες χωρίς το ρούμι τους πια. Κι εσύ γελούσες. Πόσο γελούσες! Μόνο γελούσες! Και γελούσα κι εγώ με τα καμώματα και τις παιδιάστικες ανοησίες μου. 

Το ξέρω πως φυσάει κόντρα. Και τα σκοινιά λύθηκαν κι εμείς δεν είμαστε πια παιδιά κι οι πειρατές έμειναν άνεργοι και τα παραμύθια δεν έχουν αληθινά ευτυχισμένο τέλος. Και θα μεγαλώσουμε κι άλλο και τα πρέπει μας θα είναι κι αυτά πιο μεγάλα και θα κουμαντάρουν την καρδιά και θα γίνονται τεράστια και θα πνίγουν την ψευδαίσθηση. Κι εκείνη θα χαθεί για πάντα γιατί δε θα έχει ποτέ τις αντοχές να λογαριαστεί με τις ψυχές των ανθρώπων. 

Όλα τα ξέρω και όλα τα λογαριάζω, εγώ η ονειροπαρμένη. Δεν έχω άλλο εφόδιο. Την νιώθω την αλήθεια στο πετσί μου. Φτάνει μέχρι το μεδούλι. Και τη μισώ τη ζωή με τις αλήθειες της γιατί τις περισσότερες φορές είναι άδικη και μίζερη και ψεύτρα. Κάλπικη σαν τα νομίσματα που είχα κάποτε φυλαγμένα και κοκορευόμουνα πως ήταν αληθινά. 

Σου γράφω για να σου πω ότι στο κομοδίνο έχει ένα ποτήρι φρέσκο νερό αν διψάσεις. Μη σηκωθείς πάλι μέσα στη νύχτα και τρέξεις έξω στην αυλή για να ξεδιψάσεις με τη βροχή. Εκείνη είναι μονάχα για να ξεπλένει τις μνήμες και να καθαρίζει τις κακοφορμισμένες πληγές. Μόνο που δεν τα καταφέρνει πάντα….



*Ο τίτλος δανεικός από τους active member

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

MIA AΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΟΥ




Βρέθηκε εκεί ένα απόγευμα τη στιγμή της δύσης. Θυμήθηκε πως κάποτε πίστευε πως αυτό το χρώμα πρέπει να έχει ο θάνατος. Πορφυρό, άλικο, βαθύ σαν αίμα. Από εκείνο το βράχο έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη. Η μνήμη με τους μικρούς θανάτους. Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο». Γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Φαντάσου να είσαι 25 και να θες να πεθάνεις. Το λες και αχαριστία.

Τη βρήκα να κάθεται στα σκαλιά. Έμεινα εκεί να κοιτώ το ανέκφραστο πρόσωπο της. Κι ύστερα την είδα να κλαίει και να κραυγάζει με θυμό για όλα. Ένα ποτάμι μανιασμένο, εγκλωβισμένο στις όχθες. Έρχεται για όλους η στιγμή για το μπαμ! Τη φαντάστηκα παιδί να ονειρεύεται, να ελπίζει, να ερωτεύεται, να πιστεύει. Κι έπειτα την είδα νέα γυναίκα να απελπίζεται, να πορεύεται με προδοσίες, με πικραμένες κουβέντες, με ακαταλαβίστικες ιδέες, με μοναχικούς δρόμους. Άτιμη μοναξιά! Εκείνη της ψυχής που είσαι ομάδι και πάλι δεν έχεις νερό. Η άνυδρη μοναξιά. 

Φαντάσου να βλέπεις τη ζωή σου να προβάλλεται σε ένα βράχο. Και η δική σου περπατησιά να φαίνεται παράταιρη και λίγη. Να περνά η ζωή και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και να γλιστρά περήφανη και να σε αφήνει πίσω. Να φτάνει στο τέρμα κι εσύ να περιμένεις το σήμα ακόμα στην αφετηρία. Να μην προφταίνεις και να παραδίνεσαι. Να μην καταλαβαίνεις που έκανες λάθος κι έχασες τους σημαντικούς σου. Τους φίλους που λάκισαν, τους έρωτες που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, τα ταξίδια που δεν έκανες γιατί δεν ήξερες πια που να πας, όλα αυτά που κάποιοι σκέφτηκαν για σένα και ποτέ δεν ξεστόμισαν.

Την είδα να στέκει μπροστά στο βράχο, να κοιτά τη θάλασσα και νιώθει λίγη. Να ζει με το παράπονο για όλα όσα ονειρεύτηκε και ποτέ δεν ήρθαν. Να ματώνει για όσους δεν πίστεψαν ποτέ σ’ αυτήν. Και ήθελα να της φωνάξω πως πρώτα πρέπει να πιστέψεις εσύ στην καρδιά σου, στο μυαλό σου, στα χέρια σου για να πιστέψουν και οι άλλοι. 

Την είδα να αγκαλιάζει τον εαυτό της. Να ανοίγει τα χέρια της σα φτερούγες και να προστατεύει το στήθος της, το μέρος της καρδιάς. Και γύρω να σκάνε σα πυροτεχνήματα όλα τα όχι που άκουσε, τα αντίο, τα «τέλος». Την είδα να πέφτει στα γόνατα και να πονά για τις αναβολές, τις καθυστερήσεις, τις ανασφάλειες. Να φτύνει το θυμό, να τον κάνει κραυγή κι έπειτα να τραγουδά δυνατά κλείνοντας τα αυτιά για να μην ακούσει κι άλλα…



Δεν της είπα τίποτα. Tην άφησα εκεί μόνη ελπίζοντας να ξαναβρεί τον εαυτό της και να ξεχάσει το παράπονο για όλα τα χαμένα με μια ελπίδα πως όλα θέλουν το χρόνο τους να γίνουν κερδισμένα. Την άφησα εκεί να φτύσει το θυμό και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, να αγκαλιάσει τον εαυτό της και να του δώσει το πιο γλυκό, το πιο δυνατό, το πιο όμορφο φιλί. Γιατί η ζωή έχει τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες μα έχει και κάτι αγάπες σα πυροτεχνήματα…

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Η ΣΤΙΓΜΗ ΣΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΟΥ





Οι σκέψεις μου δεν έχουν αιτία. Γίνονται λέξεις κι ύστερα χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Κανείς δεν ακούει!

Έχεις δει τη θάλασσα να απλώνεται και να μην τελειώνει πουθενά; Έχεις δει το χρώμα που βάφονται τα συναισθήματα όταν πλαγιάζουν και σου ψιθυρίζουν ακατάλυπτες κουβέντες;

Μέσα στην ησυχία της νύχτας μοιράζομαι τις σκέψεις μου γιατί δεν τις αντέχω. Μου αλλάζουν τα σχέδια, τα σχεδιαγράμματα, τις φωτεινές επιγραφές μου. Άμαθη και ανήμπορη υποτάσσομαι στις στιγμές. Να νικήσουμε το χρόνο, να κερδίσουμε την ανηφοριά, να φτάσουμε μέχρι την κορυφή του βουνού να υποδεχτούμε….τί; Δε θυμάμαι. Η μνήμη χάνεται στο σούρουπο.

Έχει η ζωή κάτι αναλαμπές που κρατάνε λίγο! Σπίθες πετά και τραβά και ξεγελιόμαστε. Περπατάμε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά πως όλα αυτά που μαγεύουν αλλά και βασανίζουν τέλειωσαν για εμάς. Η βεβαιότητα της ασφάλειας ή η ασφάλεια της βεβαιότητας;;;; Κι ύστερα ο θεός γελά που κάναμε σχέδια!

Οι άνθρωποι χορεύουν επάνω στο λόγο, επάνω στις κουβέντες κι επάνω στις καρδιές με μια απελπισία ως την απελπισία, ως το χρόνο που δε λυπάται.

Δυο άνθρωποι μιλούν την ίδια γλώσσα. Σαν από θαύμα βγαίνουν οι λέξεις αβίαστα, κομψά και στημένα. Κι όμως καταλαβαίνουν διαφορετικά πράγματα. Κι ύστερα οι λέξεις γίνονται νεκρές εικόνες, αναποδογυρισμένες όψεις, κιτρινισμένα χρώματα, άγνωστες εικόνες που έχασε το μυαλό. Ο φόβος μας κυνηγά και μας αναγκάζει σε ένα ατέλειωτο τρέξιμο χωρίς σκοπό.

Ποιο είναι το όνομα σου; Γιατί να θέλω να σε γνωρίσω; Όλα εδώ ξανά: το πάντα, το τίποτα, το ποτέ, το μηδέν…. Είμαστε μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Περπατάμε αργά κουβαλώντας σκιές που νομίζαμε ξεχασμένες, αποτυπώματα του χθες, άγραφες συμφωνίες με τον εαυτό μας.

Πώς να κρατήσω το νου ήσυχο; Όλο φεύγει, όλο επιστρέφει κι όλο ρωτά! Ένα κράτημα η ψυχή μου. Κι η ανάσα αποσταμένη, απορημένη. Όλα τα δέχομαι! Κι ο νους παίρνει πάλι τους δρόμους! Αληταριό γίνεται και δε μαζεύεται.

Μια θλίψη σεργιανά με μια λουλουδιασμένη φορεσιά και σκοτεινιάζει κι ούτε μια ακτίδα δε στολίζει τις σκέψεις. Φεύγουμε κι οι δρόμοι είναι άδειοι. Κλειστά παράθυρα και σφραγισμένες πόρτες. Ασυνάρτητες εικόνες, λόγια, σκέψεις.

Οι σκέψεις μου δεν έχουν αιτία! Έχουν μόνο ανάγκη σαν και τις δικές σου. Χωρίς προσωπείο. Να βρεθούμε μαζί να ανηφορίσουμε και να μην πούμε τίποτα γιατί «πάντα πίστευα ότι η σιωπή κρύβει μια ανταποδοτική αγάπη
κι η συνεχής φλυαρία την αναζήτηση της»(Τέλλος Φίλης).



Υ.Γ «πάντα πίστευα ότι η σιωπή κρύβει μια ανταποδοτική αγάπη
κι η συνεχής φλυαρία την αναζήτηση της»(Τέλλος Φίλης). Με αφορμή το σχόλιο του που διάβασα σήμερα το πρωί…

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ





Εδώ και μια εβδομάδα κρατάω την αναπνοή μου. Είμαι φειδωλή στον αέρα που αναπνέω. Σκέφτομαι πως θα μου χρειαστεί αργότερα. Ξυπνάω και κοιμάμαι κρατώντας από το χέρι τις αγωνίες και τους φόβους μου. Μιλώ για ανθρώπους πεινασμένους, άρρωστους, απογοητευμένους, άνεργους και με αποκαλούν γραφική, συναισθηματική, ονειροπαρμένη. Κουσούρι που είχα από παιδί. Πορεύτηκα μέσα στη ζωή με ένα παράπονο και ένα αναπάντητο γιατί. Κι έφτασα τώρα εδώ, στη μέση της ζωής μου, κουβαλώντας πάλι μια αγωνία κι ένα σταυρό στο χέρι. Αυτό μου δίδαξαν.
Χθες το βράδυ γνώρισα μια κυρία που ετοιμάζεται να μεταναστεύσει για Αμερική. Άνεργος ο σύζυγος τα τελευταία χρόνια, δυο παιδιά που σπουδάζουν κι εκείνη να καθαρίζει σπίτια. "Μην παραιτηθείτε. Η ζωή έχει μόνο αγώνα. Ο Τσίπρας δεν είναι θεός αλλά είναι έντιμος. Και δεν υπάρχει πιο σημαντικό πράγμα από την εντιμότητα."
Χθες βράδυ πήρα μια ανάσα εγώ η γραφική, ρομαντική, συναισθηματική, ονειροπαρμένη. Και καταλάβα πως "Όλα είναι δρόμος. Δεν είσαι μόνος".
Έδωσα ραντεβού στη ζωή που 40 χρόνια ονειρεύομαι. Ήρθε η ώρα να τη συναντήσω!!!!!