Translate

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

MONAXA ΠΩΣ ΞΕΘΩΡΙΑΣΑ




Νωρίς το κατάλαβα. Δεν είχε δίχτυ ασφαλείας. Μα μια εσώτερη δύναμη με έσπρωχνε να ριχτώ στο κενό λες και ήμουν σίγουρη πως στη διαδρομή θα έβλεπα αγριοκρινάκια. Κι έπεφτα, έπεφτα, όλο έπεφτα κατακόρυφα κι ατσούμπαλα. Και πριν προλάβω να ανέβω έδινα πάλι βουτιά κι έσπαγα τις αντοχές μου και δοκίμαζα τα όρια κι ακουμπούσα τα απάτητα κι έμπηγα το δάχτυλο στην πληγή. 

Αναρωτήθηκα πολλές φορές αν ο άνθρωπος γεννιέται ή γίνεται. Αν όλα τα κουτσουρεμένα τα κουβαλάμε σημαδεμένα πάνω μας μέσα από μια αρχέγονη μήτρα. Αν κάποιος μας καταράστηκε ή μας ευλόγησε, αν μας έρανε με ροδόνερο ή το βρήκαμε μόνοι μας και βουτήξαμε να ξεπλύνουμε τα κρίματα μα φορτωθήκαμε κι άλλες αμαρτίες.

Είναι μέρες που σκάβεις λαγούμι να κρυφτείς. Μη σε δει κανείς και σε ρωτήσει. Παραστρατημένη ύπαρξη με απύθμενη υπομονή που έπιασε πάτο. Μα τώρα, τουλάχιστον, γνωρίζεις που βρίσκεσαι. Έχεις μια σταθερή βάση. Κι ας δαγκώνεις τα χείλια κι ας σφίγγεις τις γροθιές. 

Μεγάλωσα μα δε γέρασα. Μονάχα ξεθώριασα σαν τις παλιές φωτογραφίες. Εκείνες τις ασπρόμαυρες που αγαπούσαμε να κοροϊδεύουμε σαν είμασταν παιδιά. Άνθρωποι που ήρθαν, έφυγαν κρατώντας ομπρέλες και βαλίτσες με πραμάτεια. Κι άλλοι που ήθελαν να βραχούν και δε φοβήθηκαν μήτε το νερό, μήτε τα ζόρια. Πού πήγαν κι αυτοί άραγε; Όπου ταξίδεψαν κι άλλοι. 

Κοιτώ την κλειστή πόρτα. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που άνοιξε. Τυχαία βρέθηκα σήμερα εκεί. Πάντα έμπαινα και καθόμουν μέσα στο τζάκι. Άναβε η φουφού κι εσύ χάιδευες τα γατιά και τα τάιζες κρυφά κάτω από το τραπέζι. Σε παρατηρούσα και γέλαγα. Έλεγα πως θα γίνω σαν κι εσένα. Θα ρθω και θα φύγω αθόρυβα ταϊζοντας γατιά κρυφά κάτω από το τραπέζι. 

Ρημάδι το σπίτι πια. Το τζάκι δεν άναψε. Οι τοίχοι μαρτυρούν εγκατάλειψη. Κάθομαι απέναντι και το κοιτώ. Ανοίγω την πόρτα δειλά. Νομίζω πως θα σε δω να κάθεσαι και θα διαβάζεις τα βιβλία μου. Είχες πάντα άγνωστες λέξεις. Με ρωτούσες. Σου απαντούσα. Είχα ξεχάσει πως σου άρεσε να διαβάζεις. Τόσα κι άλλα τόσα που ξέχασα. 

Είχα χρόνια να κάτσω σε εκείνη την αυλή. Η κληματαριά ξεράθηκε. Αν ήσουν εδώ θα είχες φυτέψει μιαν άλλη. Θα περίμενες να μεγαλώσει για να της δώσεις πάλι ύψος και να δώσει σκιά. Πόσα κομμάτια της διαδρομής μας ξέχασα!

Κι εγώ τι κάνω; Γράφω και περιγράφω σκόρπιες εικόνες μιας διαδρομής. Ένα ρημαγμένο σπίτι ασβεστωμένο ακόμα. Μια κασέλα που έκρυβες τη σύνταξη. Ένα τζάκι που έκαιγες τα κούτσουρα. Είχα χρόνια να κάτσω σε εκείνη την αυλή. Δεν ήθελα να σε θυμηθώ. Μα σήμερα μου είπαν ότι σου μοιάζω.



Μεγάλωσα μα δε γέρασα. Ξεθώριασα κι εγώ σαν τη φωτογραφία σου. Ξεθώριασε και η μέρα που σε αποχαιρέτησα. Η θεία είπε πως έφυγες πριν δεκαπέντε χρόνια…