Translate

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

ΒΥΖΑΚΙΑ ΕΞΩ ΛΟΙΠΟΝ!







Όταν τη γνώρισα είχε στήθος. Δεν είχε μαλλιά. Ούτε φρύδια καλοσχηματισμένα. Είχε και θυμό. Πολύ θυμό! Ποτάμι που είχε φουσκώσει και σκέπαζε τις όχθες. Κύματα που υψώνονταν πελώρια κι έπνιγαν πρώτα την ίδια. Κι όμως ήταν όμορφη ακόμα και θυμωμένη. Κι ας είχε εκείνη την ανταριασμένη ματιά, τη γεμάτη απορίες και αναπάντητα «γιατί». Σκαρί γερό που χτυπούσαν επάνω του τα κύματα και άντεχε και πάλευε και αγωνιούσε να βρει στεριά να δέσει. Να βρει περηφάνεια κι ας ήταν λαβωμένη! Να βρει σώμα να παλέψει! Να κρατήσει την αξιοπρέπεια μπροστά στον πόνο, στην αρρώστια, στην εγκατάλειψη! Δεν το λες και λίγο να πληρώνεις διόδια στη ζωή κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό! Να πληρώνεις φόρους και χαράτσια στο δικαίωμα σου να ζήσεις! 

Κι ύστερα χάθηκε. Κι εγώ φοβόμουν να ρωτήσω. Τη φανταζόμουν με ήρεμη ματιά να πίνει καφέ στο μπαλκόνι και να χαϊδεύει τον κουφό γάτο της. Τη φανταζόμουν να χτενίζει τα μαλλιά της, να βάζει κραγιόν στα χείλη, να χαμογελά, να κερδίζει τη ζωή. Φοβόμουν να ρωτήσω. Έμενα στο να φαντάζομαι πως είναι ευτυχισμένη. Πως δεν είναι μόνη στις νυχτερινές της αγωνίες, στα αξημέρωτα βράδια που φοβόταν να κοιμηθεί. Πως νίκησε και χαμογελά. Πως δεν είναι ακόμα θυμωμένη. Δε μπορεί! Σε μια τέτοια γυναίκα κάποιος θα κρατούσε το χέρι καθισμένος δίπλα της στο κρεβάτι. Κάποιος θα χάιδευε την ψυχή της όταν εκείνη ξερνούσε το φαρμάκι από τη χημειοθεραπεία. Φοβόμουν να ρωτήσω. Ήθελα να φαντάζομαι πως όλα είναι σκεπασμένα με ροζ πάχνη, σαν παιδικά ανυποψίαστα όνειρα.

Πέρασε καιρός. Την είχα πάντα στο μυαλό μου. Ήταν η πρώτη γυναίκα που παραδεχόταν τόσο απροκάλυπτα και χωρίς μισόλογα την αρρώστια της. Έλεγε καρκίνος στο στήθος. Γυναικεία υπόθεση. Σύμβολο ζωής. Τι να ξέρουμε κι εμείς οι αρτιμελείς! Όλα δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα. Να προτάσσεις τα στήθη και να λιποθυμούν τα αρσενικά! Να περπατάς με το βαθύ ντεκολτέ και να υποκλίνεται η ζωή! 

Την είδα πάλι σήμερα. «Ζω. Τα κατάφερα. Είμαι η ίδια αλλά τόσο διαφορετική μέσα μου. Δεν έχω δικό μου στήθος. Αλλά το καινούριο είναι πιο στητό, πιο σφριγηλό. Σαν αυτό που έχουν τα κοριτσάκια όταν αγοράζουν το πρώτο σουτιέν. Είμαι έφηβη από την αριστερή μεριά. Από την άλλη κράτησα το δικό μου. Ήθελα να έχω κάτι κι από εμένα. Ένα βραβείο να θυμάμαι πως νίκησα. Πιάσε! Ακούμπησε το! Όμορφο δεν είναι; Δεν έχω θηλή. Θα κάνω τατουάζ. Ψάχνω ένα καλλιτέχνη να μου ζωγραφίσει ένα παράσημο. Να θυμάμαι πως κάποτε από εκείνο το σημείο τάισα τα παιδιά μου. Έδωσα κι εγώ ζωή».

Η Ελένη δεν έχει θηλή. Έχει όμως τα δικά της παράσημα. Τα δικά της βραβεία. Κι ας μη φαίνονται. Η Ελένη νίκησε. Χάρισε στη ζωή αυτό που κάποτε έδινε ζωή. Το σύμβολο της ζωής. Μια θηλή που τάισε παιδιά. Άνθρωποι που πιπίλισαν κουράγια, δύναμη, ελπίδα. Άνθρωποι που μύρισαν τη γυναίκα. Άντρες που προσκύνησαν και προσκυνούν στην ηδονή του στήθους. Παλικαράκια που υποκλίθηκαν στην ηδονή από ένα γυναικείο στήθος. Η μάνα, η γυναίκα, η ερωμένη, η φίλη, η αγωνίστρια! 



Η Ελένη δεν έχει θηλή. Έχει όμως ελπίδα που τη βρήκε μέσα της. Γιατί όπως είπε κι εκείνη: « Στην αρρώστια είσαι ολομόναχος και πρέπει να αντέξεις». Όλα τα βραβεία σε εκείνες τις γυναίκες που δεν κατέθεσαν ποτέ τα όπλα. Στις αγωνίστριες που άνοιξαν το πουκάμισο κι έβγαλαν τα στήθη έξω σα γοργόνες που λοξοδρόμησαν για λίγο κι ύστερα επανήλθαν στη ζωή….

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Ο ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΓΩΝΙΑ




Ήμουν επτά χρόνων. Είχα μάθει τα πρώτα γράμματα που πάλευα να είναι ολοστρόγγυλα με όμορφα κατσουνάκια, αραδιασμένα στην ίδια γραμμή σα στρατιωτάκια. Πάλευα μερόνυχτα για να μην ξεφεύγουν από τη σειρά. Εγώ έγραφα, η μάνα μου έσβηνε. «Τι είναι τα γράμματα, παιδάκι μου; Πουλιά; Φαντάσου τα σαν ανθρωπάκια. Στη σειρά, με ίδιο ύψος. Λες και κάνουν παρέλαση». Και δώστου αυτή να σβήνει κι εγώ να γράφω και τούμπαλιν.

Η μάνα μου με την κοιλιά στο στόμα να παλεύει για τα στοιχισμένα γράμματα κι ο πατέρας μου να κρεμάει σημαίες στο μπαλκόνι. Άσπρες σημαίες με ένα πράσινο μισό ήλιο. Γεμάτο το χωριό. Όλα τα μπαλκόνια ένας πράσινος ήλιος. Παιδί ήμουνα, μπερδεύτηκα κι εγώ κι άρχισα τον ήλιο στις ζωγραφιές να τον βάφω πράσινο. Μετά του σχημάτισα και χέρια και του έβαλα ένα μπουκάλι κρασί να ‘χει να πίνει αφού έτσι κι αλλιώς αυτό τραγουδούσαν όλοι στα καφενεία. Άνοιγαν το ραδιόφωνο, κάθονταν ομάδι και συνόδευαν ένα συμπαθητικό κύριο με βραχνή φωνή που τραγουδούσε: «Θα τον μεθύσουμε τον ήλιο, σίγουρα, ναι

Θα τον τρελάνουμε τον φίλο, σίγουρα, ναι

με το νταούλι και με το ζουρνά, καλημέρα ήλιε, καλημέρα».

Αναβρασμός στο χωριό. Έρχονταν κι έφευγαν «βουλευτάδες». Ζητούσαν την ψήφο των χωριανών, την υποστήριξη τους. Κι εκείνοι χάριζαν χέρια απλωμένα και γροθιές που έσφιγγαν κι έδιναν υποσχέσεις. Τους θυμάμαι πάνω σε φορτηγά στοιβαγμένοι σα πρόβατα να αναχωρούν για τη μεγάλη συγκέντρωση του Αντρέα στη χώρα. Και οι γυναίκες να τους χαιρετούν και να φωνάζουν: «Με τη νίκη, Αντρέα, προχώρα σε θέλει όλη η χώρα». Ο κύριος Αντρέας ήταν ένας φαλακρός, καλοψωμομένος κυριούλης που σήκωνε το χέρι για να χαιρετήσει τα πλήθη και να υποσχεθεί τον ουρανό με τα άστρα. Και, αν είχα καταλάβει καλά, τον ήθελε όλη η χώρα. Ήταν ένας καλός οικογενειάρχης με τέσσερα παιδιά και μια Αμερικανίδα σύζυγο, την κυρία Μαργαρίτα, η οποία μιλούσε για ισότητα ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Τα ελληνικά της ήταν μάλλον φτωχά κι εγώ συνέπασχα μαζί της γιατί καταλάβαινα πόσο θα δυσκολευόταν κι εκείνη να στοιχίσει τα γράμματα. 

Ιστορικές στιγμές ζούσαμε στο “new village”. Δε μας έφτανε ο Αντρέας, είχαμε και τον Παντελή. Δεν ήταν δυνατό να μην εμφανιστεί και στα μέρη μας. Παντελής Φραγκιαδάκης και ΟΛΚΕ (ολοκληρωμένη κοινωνική ένωση). Γυρνούσε με ένα φορτηγάκι και μια ντουντούκα και μοίραζε υποσχέσεις με το «τσουβάλι». Μεγάλος αντίπαλος του κυρίου Αντρέα. Κι εδώ που τα λέμε πώς να συναγωνιστείς ένα ΟΛΚΕ που έταζε δωρεάν διακοπές και spa για τις κυρίες του χωριού! 

18 Οκτωβρίου 1981 ο κύριος Αντρέας βγήκε πρωθυπουργός κι ένας άλλος κύριος, ο Γεώργιος Ράλλης, δήλωσε στην τηλεόραση ότι «θα έπινε αυτό το πικρόν ποτήριον». Προς μεγάλη τιμή του Αντρέα η μάνα μου έφερε στον κόσμο την αδερφή μου λίγες μέρες μετά κι έτσι όλοι έμειναν ευχαριστημένοι. 

Και μη νομίζετε πως οι περιπέτειες για όλους τους «πρσινοφρουρούς» σταματούν στη νίκη του ’81. Ο αγώνας έπρεπε να συσπειρωθεί και στις εκλογές του ’85 να πάρει ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό. Ο Αντρέας είχε γίνει για όλους ο μακρινός θείος από την Αμερική, ο φίλος μας, ο γείτονας, ο θεός με το μαγικό ραβδάκι. Η φωτογραφία του υπήρχε σε όλα τα σπίτια με διαστάσεις 1,50 Χ 1. Τον πρωί τον καλημέριζαν και το βράδυ του ευχόταν όνειρα γλυκά. 

Τότε ήρθε και η μεγάλη ρήξη με τη μάνα μου. Ένα βράδυ εμφανίστηκε ο πατέρας μου κρατώντας το τεράστιο κάδρο. Ετοιμαζόταν περιχαρής να το στολίσει στο σαλόνι σε περίοπτη θέση αφαιρώντας το κάδρο με τα παγόνια που στέκονταν αντικρυστά με απλωμένα φτερά. Σπουδαίο έργο τέχνης! Ένα χρόνο το έπλεκε η Θεονύμφη και όταν κατάφερε να το τελειώσει καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι. Φουριόζος και υπερήφανος για το απόκτημα ο Δημήτρης έκανε τη μοιραία κίνηση να κατεβάσει τα παγόνια και να κρεμάσει τον «αετό». Και τότε ακούστηκε η μάνα μου: « Αν τολμήσεις χωρίζουμε και στις επόμενες εκλογές θα ψηφίσω Μητσοτάκη». Βαριά κουβέντα είχε ξεστομίσει. Πήρε το κάδρο και το στόλισε στην αποθήκη. 



Ένας Παπανδρέου νικήθηκε από δυο παγώνια!

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

ΑΝ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ




Θα σου έγραφα το πιο σημαντικό από τα σημαντικά. Θα σου ζωγράφιζα στο χαρτί βάρκες και ήλιους και φεγγαροβραδιές με γέλια και τραγούδια. Θα σε κοιτούσα κατάματα ελπίζοντας για να διαβάσω αλήθειες του νου, της σκέψης, της καρδιάς. Αλήθειες φαροφύλακες για να ‘χω στη φαρέτρα στα σημαντικά και στα ασήμαντα, στα ολόκληρα και στα κουτσουρεμένα, στις κραυγές και στα γέλια, στην άνοδο και στην πτώση.

Έχεις δει ανθρώπους να πέφτουν; Αυτό είναι η ζωή! Άνθρωποι που πέφτουν και άνθρωποι που σηκώνονται. Κι ούτε παντιέρες, ούτε σημαίες, ούτε φλάμπουρα. Μόνο ο κρότος όταν σκάει το μπαρούτι. Κι έπειτα η σιωπή. Η πιο γλυκιά σιωπή λίγο πριν το ξημέρωμα. 

Αν ήταν καλοκαίρι θα περπατούσα ξυπόλητη πάνω στην άμμο. Θα ‘φεγγε το μυαλό, θα μηδένιζε το κοντέρ, θα σε κοιτούσα όρθια, θα ήμουν ατρόμητη, θα ξόρκιζα το κακό, θα χόρευα με ένα άσπρο φουστάνι φορώντας κορδέλα κόκκινη στα μαλλιά. Θα σου ‘λεγα για τις φουσκοθαλασσιές μου, για τα κύματα, για τις μπουνάτσες και τις φουρτούνες. Θα σου εξιστορούσα για τα κλειστά δωμάτια με τα ρολόγια που όσο κι αν πάλεψα δεν κατάφερα να σταματήσω τους δείκτες. Εκείνο το τικ τακ το αδυσώπητο που αγκομαχούσε σαν θεριό και ξερνούσε λάθη και παραλείψεις. 

Αν ήταν καλοκαίρι θα διάβαζα πάλι τη «Μαρία Νεφέλη» δυνατά καπνίζοντας αμέτρητα τσιγάρα άφιλτρα, βαριά και θα έκανα κυκλάκια με τον καπνό για να θολώσει η πραγματικότητα. Θα έκρυβα το θυμό κάτω από την καυτή άμμο, εκεί που κρύβουν οι άνθρωποι τα πόδια τους τα καλοκαίρια. Θα ‘βγαζα από την τσάντα μια αρμαθιά κλειδιά να στα χαρίσω για να ‘χεις να ξεκλειδώνεις ζαρωμένες ψυχές και πονεμένα μυαλά. Ορθάνοικτες πόρτες και παραθύρια δίχως μάνταλα. Αυτά χρειαζόμαστε οι άνθρωποι.

Θα σου χάρισα όλα τα ανείπωτα, τα μεγάλα, τα σπουδαία, τα σημαντικά. Θα σε στόλιζα με γιορτινές κορδέλες και αμπαλάζ, θα σε ταξίδευα στους πιο μεγάλους ουρανούς ανοίγοντας σου φτερά και εφεδρικές ρόδες. Θα σου χάριζα και μια παλέτα να ανακατέψεις όλα τα χρώματα και να φωτίσεις σκοτάδια και προσμονές και μανταλωμένες αλήθειες.

Αν ήταν καλοκαίρι θα μύριζαν οι νύχτες γιασεμί και νυχτολούλουδο. Θα στρώναμε τραπέζι στην αυλή και θα ταξιδεύαμε με ιστορίες για έρωτες και βεγγέρες και κουβέντες που δεν είπαμε όταν έπρεπε. Για όλους εκείνους που δεν ήξεραν καμιά αλήθεια. Κι ύστερα θα ομολογούσαμε κι όλους τους φόνους, ό,τι σκοτώσαμε μεγαλώνοντας, ό,τι νομίζαμε πως ήταν περιττό. Η παντοδυναμία της νιότης! Οι χάρτινοι πύργοι που βράχηκαν και αποκάλυψαν τη ματαιότητα.



Είμαστε στη μέση του χειμώνα. Οι παραμυθάδες κάνουν υπερωρίες. Οι χαραμάδες ανοίγουν πιο εύκολα. Κουμπώνω το πανωφόρι σφιχτά. Σχεδόν δεν αναπνέω. Πόσες υποσχέσεις θα δώσω ακόμα; Πότε θα καταλάβω πως η ζωή είναι μονάχα παρόν; Κι όσο κι αν είναι κουτσουρεμένη έχει κάτι λιακάδες, μα κάτι λιακάδες, που ζεσταίνεται ο νους και γλυκαίνει η σκέψη. Κι αν τολμήσεις και κλείσεις τα φτερά χάνεις το πιο σημαντικό. Έχουμε πολλά χιλιόμετρα ακόμα να διανύσουμε….

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΜΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ




Σου γράφω, όλο σού γράφω και τίποτα δε λέω. Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε, μην ξεχαστούμε και μας πάρει το ποτάμι κι εμάς σαν τους άλλους. Αντιστέκομαι ακόμα. Έτσι θέλω να πιστεύω. Έτσι να ελπίζω. «Σε ποιους αντιστέκεσαι; Με τι αντιστέκεσαι;» με ρωτάς κι εγώ μασάω τα λόγια μου και καλούμαι να δώσω συγκεκριμένη απάντηση. Αντιστέκομαι στα αινίγματα γιατί θέλουν πονηρή σκέψη και δε διαθέτω τόσο ισχυρό όπλο. Αντιστέκομαι και στην καχυποψία γιατί αν δεν αντισταθώ θα πεθάνω από αγωνία και ανία και πλήξη και βαρεμάρα και η ζωή δε θα με ξαφνιάσει ποτέ κι ο διπλανός μου θα έχει όψη δράκου και τα τέρατα θα κάνουν επιδρομή στο μυαλό μου και θα μου πάρουν τη λαλιά. 

Όλο σου γράφω και τίποτα δε σου λέω ουσιαστικό, ελπιδοφόρο, ανοιξιάτικο να καθαρίσει κι ο ουρανός ο δικός σου να φέξει κι ο δικός μου. Είναι που όλα μπερδεύτηκαν πάλι σαν τα χρώματα στην παλέτα του ζωγράφου. Είναι που και η ζωή θέλει να φυτέψω ένα καινούριο δέντρο, να βάλω ένα τραπεζάκι από κάτω και μια καρέκλα στον ίσκιο του και να παίξω κρυφτό με τον ήλιο μη με ζαλίσει και ξεχάσω να σκεφτώ. Κι όλο το αναβάλλω. Όλο αύριο και αύριο και ποτέ δεν στρώνομαι στη δουλειά λες κι αυτό θα έρθει μόνο του και θα με καλημερίσει και θα με φιλέψει από τους καρπούς του. 

Κάθε μέρα όταν βγαίνω από το σπίτι ένα αδέσποτο γατί , η Ζιζέλ, έρχεται και χουχουλιάζει στα πόδια μου και νιαουρίζει μέχρι που κουράζεται να ζητιανεύει χάδια και σταματά κοιτώντας με παράπονο. Όλο λέω να τη μαζέψω κι αυτή να γίνουμε τρεις στο σπίτι κι όλο το αφήνω και αλλάζω γνώμη και μετανιώνω που της δίνω ελπίδες κι αυτή περιμένει και περιμένει και περιμένει μέχρι το αύριο.

Ήθελα να σου πω πως τελικά με κούρασε η ευθεία. Θα αλλάξω δρόμο. Βρήκα ένα άλλο μονοπάτι με πολλές στροφές να δοκιμάσω τις αντοχές μου πάλι – λες και δεν έφτασα ποτέ στα όρια μου! Αλλά πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι! Τώρα θα αλλάξω; 

Δε σου είπα και το πιο σημαντικό! Είδες πάλι ξέχασα. Όλο τα ασήμαντα θυμάμαι και ξεχνάω τα σημαντικά. Ανάποδος άνθρωπος, παιδί μου, στραβόξυλο που έλεγε και η μάνα μου γιατί τώρα μαλάκωσε και δεν το λέει πια. Μα το κακό είχε γίνει. Με μαθε να το πιστεύω κι άντε να μου αλλάξεις γνώμη. Μα τι ήθελα να πω;; Α! ναι, κάτι πολύ σημαντικό! Βρήκα κι ύστερα τον έχασα πάλι έναν άνθρωπο που νομίζω πως λέγαμε τα ίδια. Κι ύστερα κατάλαβα ότι λέγαμε τα ίδια μα κάναμε διαφορετικά. Είχα την αίσθηση πως είχε κι αυτός κάτι γκρεμισμένους τοίχους που είχαν χορταριάσει κι έψαχνε να βρει δρόμο να βγει. Λάθεψα! Αυτός γύρευε τρόπο να παραμείνει εκεί κι εγώ έτρεξα να τον ξεβολέψω. Έπεσα έξω κι έφυγα με την ουρά στα σκέλια γιατί είχε πάρει ψεύτικη πόζα και φοβήθηκα πολύ. Τον ήξερα και παλιά αλλά μπορεί και όχι.

Θα θελα τώρα να βρέχει και να στέκομαι ψηλά στα Αστερούσια. Να γυρίζω πίσω και να βλέπω την ανταριασμένη θάλασσα. Να γυρίζω μπροστά και να βλέπω τον κάμπο με τις ανθισμένες αμυγδαλιές. Να υψώνω το χέρι και να χαιδεύω τη μακριά γενειάδα εκείνου του παππού που λένε θεό. Πού χάθηκε κι αυτός;

Όλο σου γράφω και ποτέ δε σου λέω την αλήθεια. Μεγάλη απάτη η αλήθεια. Κι αν υπάρχει δεν είναι μία. Ο καθείς και η δική του. Γραμμένη σε τετράδια ή σε τοίχους με μεράκι και αγάπη από φόβο μη χαθεί στο σκοτάδι η αλήθεια μας, η προσωπική ουτοπία, η χίμαιρα και χάσουμε το δρόμο και βρεθούμε στα κουτουρού σε άλλη αλήθεια : «εγώ για αλλού ξεκίνησα κι αλλού η ζωή με βγάζει».

Θυμάμαι τη γιαγιά μου να κρύβει πάντα καραμέλες στην τσέπη και να τις γλύφει όταν δεν την κοιτούσε κανείς. Όταν κάποτε τη ρώτησα τι τις θέλει τόσες καραμέλες μου απάντησε: «Όταν νιώθω πίκρα βάζω μια στο στόμα και βρίσκω ισορροπία κι ύστερα μασάω και λίγο δυόσμο κι έρχεται και ισιώνει.» Δεν πρόλαβα όμως να το αναλύσω γιατί η γιαγιά έφυγε και πήρε και το μυστικό μαζί με τις καραμέλες που της έβαλα κρυφά για να μην έχει πίκρες.

Αντιστέκομαι και στα μικρά. Αγαπώ την υπερβολή. Στη χαρά και στη λύπη και στον έρωτα και στην αντιπάθεια. Το μεγαλείο του απόλυτου και η αδιαφορία του τίποτα. Αν δεν έχει θύελλα η ζωή τι να την κάνω τη νηνεμία! Αδέκαστη τη θέλω την ψυχή μου. Κι όσοι αντέχουν ας κοπιάσουν. Στα όμοια δε χάλασα ποτέ χατίρι. 

Βρε μπας κι η ζωή είναι κάτι άλλο κι εγώ πιστεύω ακόμα στα λόγια των τρελών που γίνανε αντάρτες; Άκου τώρα κάτι σκέψεις! Κι αυτή ζωή τη μια σε πάει εδώ και την άλλη σου ρίχνει μια τρικλοποδιά και σου τα φέρνει όλα τούμπα. Και γίνεσαι δραπέτης και κυνηγάς τη φυγή. Λες κι άμα πας αλλού δε θα κουβαλήσεις τα βάρη! 



Μάλλον δε θα αντισταθώ στον εαυτό μου κι ας είναι απελπισμένος καμιά φορά. Τώρα που έρχεται η Άνοιξη θα του βάλω ένα καπέλο με φτερά και θα τον αφήσω να σουλατσάρει όπου ποθεί η ψυχή του. Κι αν έρθει στραπατσαρισμένος θα του φροντίσω τις πληγές και θα του γράψω στιχάκια να ‘χει παρηγοριά. Κι ύστερα θα του χαρίσω μια λιακάδα σαν καλοκαίρι ολόκληρο…

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

ΓΙΑΤΙ ΣΥΜΠΑΘΩ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ




Τέλη της δεκαετίας του ’80. Έβραζε ο τόπος. Έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Το μυαλό μου, όταν άκουγα για «αναβρασμό» πάντα πήγαινε στο καλοκαίρι. Έλεγε κι άλλα ακαταλαβίστικα, ασυνάρτητα, μισές κουβέντες. Για κάποιους τόπους άτυχους που οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και φτωχοί και δεν έχουν «στον ήλιο μοίρα». Αστείο μου φαινόταν! Φανταζόμουν ανθρώπους καταδικασμένους σε ένα ατέλειωτο χειμώνα με παγωμένες ανάσες και ανέκφραστα από το κρύο πρόσωπα. Τότε δεν ήξερα πως ο πιο βαρύς χειμώνας φωλιάζει στις καρδιές και στα όνειρα.

Ο πρώτος που ήρθε ήταν ο Ηλίας. Η γιαγιά μου έλεγε ότι ήταν «ξενομπάτης» και ήρθε να δουλέψει για να στείλει λεφτά στην οικογένεια του. Έλεγε ακόμα πως είχε δυο μικρά παιδιά που αυτά δεν είχαν ρούχα και παιχνίδια σαν κι εμάς και πως εμείς είμαστε πολύ τυχερά παιδιά. Εμείς είχαμε μοίρα στον ήλιο. Ο Ηλίας ήταν από την Αλβανία. Δεν έμαθα ποτέ το πραγματικό του όνομα. Ούτε και οι υπόλοιποι χωριανοί. Σίγουρα θα συστήθηκε στην αρχή αλλά επειδή εκείνοι δεν ήταν συνηθισμένοι στα «ξενομπάτικα» ονόματα του έδωσαν το «Ηλίας» που μπορεί και να έμοιαζε με το δικό του. Ήταν εργατικός και τίμιος. Δούλευε στις ελιές το χειμώνα, στον τρύγο το καλοκαίρι, στα κλαδέματα την άνοιξη. Έλεγε πως είχε σπουδάσει οικονομολόγος στα Τίρανα. Το έλεγε ο πατέρας μου συχνά και αναστέναζε. Κι εγώ πάντα αναρωτιόμουν πως γίνεται να πήγε στο πανεπιστήμιο και να δουλεύει στα χωράφια. Μετά θυμόμουν ότι «δεν είχε στον ήλιο μοίρα» και άλλαζα κουβέντα. 

Ακολούθησαν κι άλλοι πολλοί! Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Πακιστανοί, Αφγανοί. Ο Ντάγκος και η Μαρία, ο Χρήστος και η Ρόζα, η Βάσω και ο Στέλιος με το μικρό Αιμιλιάνο, ο Βασίλης και η Ελεονώρα, και εκατοντάδες ακόμα που δυστυχώς δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα. Οι περισσότεροι έκαναν παιδιά στην Ελλάδα, άλλοι έμειναν, άλλοι έφυγαν, μα οι πιο πολλοί ρίζωσαν, ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους, αγάπησαν το χωριό σα δικό τους, μοιράστηκαν το βάρος τους με τους χωριανούς, μας αγάπησαν και τους αγαπήσαμε. Θυμάμαι ένα περιστατικό πριν από αρκετά χρόνια, όταν ένας αγαπημένος όλων των παιδιών σκοτώθηκε. Στο σπίτι του έμενε ένα αντρόγυνο από τη Ρουμανία που εκείνες τις μέρες που έγινε το κακό έλειπαν στον τόπο τους. Σα γύρισαν από την «ξενιτιά» έμαθαν τα άσχημα μαντάτα. Πέρασα τυχαία εκείνη τη μέρα από το νεκροταφείο. Είδα το Βασίλη και την Ελεονώρα αγκαλιασμένους να κλαίνε για το «αφεντικό». Και τότε σκέφτηκα πως όλοι αξίζουν «στον ήλιο μοίρα». 

Από τότε έχω συναναστραφεί πολλές φορές με αλλοδαπούς, με «ξενομπάτες», που έλεγε και η γιαγιά μου. Στη σύντομη θητεία μου στα σχολεία ως καθηγήτρια γνώρισα παιδιά από όλα τα Βαλκάνια που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Γνώρισα και τους γονείς τους και, πιστέψτε με, όλοι οι γονείς έχουν τις ίδιες αγωνίες. Οι περισσότεροι μεροκαματιάρηδες πασχίζουν για μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους και για τους ίδιους. Ονειρεύονται κι αυτοί σαν κι εμάς, ίσως με περισσότερες επιφυλάξεις και πιο γκρίζο ουρανό. Μάχονται να γίνουν αποδεκτοί και δεν κλέβουν τις δουλειές μας. Δεν διεκδίκησαν καμιά θέση στο δημόσιο. 

Αυτές τις μέρες κάνει πολύ κρύο. Ο Μωχάμετ, ο Αλί και ο Μουσταφά ανάβουν τη σόμπα και μαζεύονται τριγύρω για να ζεσταθούν. Έβαλαν ίντερνετ για να μπορούν να μιλούν με τους δικούς τους. Φωνάζουν τη μάνα μου «μαμά» και μας εξηγούν πως η μητέρα για τον τόπο τους είναι ιερή μορφή. Ονειρεύονται να γυρίσουν πίσω κάποια μέρα, να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Αγαπούν τα παγωτά και όλα τα γλυκά της Θεονύμφης. 



Θα κρατήσω μόνο μια κουβέντα που έλεγε κάποτε ο παππούς μου: «Η ξενιτιά είναι άσχημο πράγμα. Κανείς δεν τη θέλει». Τα υπόλοιπα τα αφήνω σε εσάς…

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΜΑ ΕΓΩ ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟ ΜΑΛΑΜΑ




Ακόμα ο Φλεβάρης μου κλείνει το μάτι και μου χαμογελά κάθε πρωί από το ημερολόγιο που κρέμεται στον τοίχο. Ο χειμώνας μας κρατάει ακόμα αιχμάλωτους μέσα στα σκούρα ρούχα και τα βαριά πανωφόρια κι ας μη μας έκανε φέτος τη χάρη να κουρνιάσουμε σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλο αναζητώντας παρέα να μοιραστούμε το κρύο. Μας λυπήθηκε για πολλούς και διάφορους λόγους κι εμείς αγνώμονες δεν είμασταν ποτέ στα μεγαλόψυχα!

Βιάζομαι! Πάντα βιαστική ήμουν. Από τότε που με θυμάμαι. Είχα πλεξούδες και βιαζόμουν. Ένας ανθρωπάκος μισό μέτρο από τη γη μα βιαστικός σαν ανώριμος έφηβος. Τίποτα δεν άλλαξε. Πάλι σκοντάφτω στο χρόνο και μετρώ τις μέρες. Πάλι βολοδέρνω από την κουζίνα στο υπνοδωμάτιο κι ύστερα βγαίνω στον κήπο, πατώ στο χώμα, κοιτώ τη λεμονιά, αλλάζω γνώμη και ξαναμπαίνω μέσα να χουχουλιάσω στο ζεστό σπίτι.

Βάζω την κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Ο ήλιος με ζαλίζει, με ζεσταίνει, νανουρίζει το χάος μέσα μου, κρατά ζωντανή τη μνήμη, ακέραια τη μακαριότητα. Ανοίγω τα μάτια και είμαι πάλι φοιτήτρια στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Από το μικρό κασετοφωνάκι η «λιωμένη» κασέτα παίζει: 

Δε θέλω να πικραίνεσαι 
τις Κυριακές τα βράδια
Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά 
τα χρόνια μένουν άδεια

Τι κι αν χρωστάω τόσα μαθήματα! Τι κι αν η εξεταστική με κατατρύχει και μου ασπρίζει τα μαλλιά! Εκείνο που πονάει πιο πολύ είναι τούτος ο ανεκπλήρωτος έρωτας που τελειώνει τις λέξεις μου κι οι σκέψεις δε γίνονται εικόνες. Κι ύστερα ακούω αυτό και νομίζω πως εκείνος κατάλαβε και το γραψε για μένα:

Ξεπούλησα το νού μου -κορόϊδο του εαυτού μου-
αράχνη σ' ακατοίκητο ουρανό
νομίζω τά 'χω χάσει δεν σ' έχω ξεπεράσει
κοιτάζω το κουδούνι σου: αδειανό.

Η απουσία και η παρουσία στα τάστα της κιθάρας. Και οι χορδές τεντωμένα σκοινιά που ακροβατώ και μπαλατζάρω και στοιχηματίζω αν θα σταθώ όρθια ή αν θα βυθιστώ πριν προλαβω να πάρω ανάσα.

Κι έρχεται και η επιβεβαίωση της άγνοιας που δεν ξέρεις που πηγαίνεις, τι θα πιστέψεις, ποιο συμβόλαιο θα σου γίνει βραχνάς. Αυτά για αργότερα. Τώρα εκείνος χάθηκε κι εσύ βρίσκεις παρηγοριά στο Σωκράτη. Και τον αγαπάς για όλα αυτά που σου ψιθύρισε, που σιγοτραγούδησες μαζί του, που έγραψε για σένα εκείνη τη χρονική περίοδο που ράγισε το μέσα σου και δεν ξανακόλλησε ποτέ μα και για όλα τα βράδια που ξενυχτήσατε και γράφατε μαζί και σου λεγε τη γνώμη του κι εσύ γινόσουν δυνατή γιατί: 

Στάχτη ο έρωτας, μνήμη ο έρωτας,
γέρικα μάτια μου μη με κοιτάς.
Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·
σε λίγα χρονάκια το ξέρεις γερνάς.

Kαληνύχτα μαλάκα η ζωή έχει πλάκα,
έχει γούστο και φλόγα
είναι κάτι σαν ρόδα:
σε πατάει και σε παίρνει,
μόνο ίχνη σου σέρνει.

Ανοίγω τα μάτια και το φοιτητικό δωμάτιο χάνεται. Είμαι πια στο ενήλικο σπίτι μου με τα περιττά και τα άχρηστα που έχω κρατήσει ενθύμιο από το ταξίδι. 

Κανένας δεν υπέφερε
Για πάντα στα χαμένα
Κανείς δεν πέθανε ποτέ ωραίε μου εαυτέ

Τα καλοκαίρια εξακολουθώ να αγαπώ το Μάλαμα. Μου θυμίζει εκείνο τον έρωτα που με πόνεσε, που με έκανε να συρθώ και να αφήσω τα αποτυπώματα μου στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του. Εκείνος έφυγε, έκλεισε την πόρτα δε με αποχαιρέτησε ποτέ, δεν έκανε ποτέ δραματική έξοδο μα ο Σωκράτης ήταν πάντα εδώ σκληρός, δυνατός, μελωδικός λυρικός και κυρίως δραματικός όπως ταιριάζει στη συντριβή του εγώ μας, στο θάνατο της παιδικότητας μας.

Όταν θα ρθει πάλι θα πάω με το φίλο μου τον Ευτύχη. Εκείνος με καταλαβαίνει. Όταν με δει πάλι να κλαίω θα μου κλείσει το μάτι και θα με κοιτάξει με εκείνο το βλέμμα κατανόησης και συμπόνιας και συνενοχής και θα μου πει: 

Πώς ταξιδεύουν οι ψυχές και οι ζωές μας, πες μου
Στις όχθες του Αχέροντα και στις πνοές του ανέμου.

Ποια μοίρα φέρνουν τα νερά, ποια μυστικά κρυμμένα
Ποια θάλασσα σε αγκαλιά τα έχει φυλαγμένα.



Κι όταν τελειώσει η βραδιά θα δώσουμε πάλι ραντεβού στο μετερίζι της νιότης και στους κρυφούς και μυστικούς έρωτες που κουβαλά ο καθένας. Κι αν εκείνος δεν κλαίει είναι γιατί κλαίω εγώ κι αυτός μου χαμογελά και με καταλαβαίνει. Κι οι δυο αγαπάμε το Σωκράτη….

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΠΑΓΩΤΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ




Έπιασε χιονιάς. Τα τζάκια και οι σόμπες καπνίζουν αρειμανίως. Το χωριό μου ντύθηκε στα λευκά σα νυφούλα που ετοιμάζεται να υποδεχτεί το γαμπρό. Πρωί – πρωί χτυπάει το τηλέφωνο. Ακούω τη μάνα μου με παιδική φωνή να αναγγέλλει τα χαρμόσυνα νέα. « Ρίχνει τόσο πολύ χιόνι που όλα είναι κατάλευκα. Έσπασε η λεμονιά από το χιόνι. Ο πατέρας σου όμως, Κλειούλα, δε με αφήνει να βγω έξω. Ισχυρίζεται ότι γλιστράει πολύ και θα γκρεμοτσακιστώ. Για πια με πέρασε; Εγώ προσέχω πως περπατάω και που πατάω»! Προσπαθώ να τον δικαιολογήσω κι εκείνη θυμώνει. Μου θυμίζει ένα παιδί που με γλυκιά αυθάδεια απαιτεί την προσοχή του χιονιά. Το χιόνι είναι δικό της. Δώρο για τη γιορτή της και τα δώρα μας πρέπει να έχουμε το δικαίωμα να τους βγάζουμε μόνοι μας το περιτύλιγμα. 

Υποχωρώ στις απαιτήσεις της και τον παίρνω τηλέφωνο. Άλλη μια παιδική φωνή χαϊδεύει τα αυτιά μου. «Έλα, Κλειούλα, έχει πολύ χιόνι. Ο δρόμος έχει κλείσει.» Δεν έχω προλάβει να πω ούτε καλημέρα. Συνεχίζει να μιλάει ακατάπαυστα και προσπαθεί όσο γίνεται πιο παραστατικά να μου περιγράψει το σκηνικό. Θυμίζει πολεμικό ανταποκριτή. Γελάω και σκέφτομαι πως τελικά όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι γίνονται παιδιά. Εκεί ανάμεσα στις γλαφυρές περιγραφές βρίσκω ευκαιρία να εκθέσω τα αιτήματα της μάνας μου.

-Γιατί δεν την αφήνεις να βγει έξω;

- Δεν την ξέρεις τη μάνα σου; Στο ίσωμα πέφτει. Φαντάσου τώρα που έχει και χιόνι. Ούτε στο κατώφλι δε θα προλάβει να βγει και θα σωριαστεί. 

- Μεγάλο κορίτσι είναι, μπαμπά. Θα προσέχει. 

- Εγώ της είπα να βγούμε μαζί αλλά αυτή θέλει να κάνει μαγκιές. Αν την κρατώ από το χέρι δε θα μπορέσει να μου πετάξει χιόνι. Γι’ αυτό θέλει να βγει. Πόλεμο θα μου κηρύξει. Κι όταν βαρεθεί θα μαζέψει καθαρό χιονάκι, θα το βάλει σε ένα πιάτο, θα ρίξει ζάχαρη και θα το κάνει παγωτό. Δεν ξέρεις τι γλυκατζού που είναι;

Δε λέω τίποτα. Κάνω εικόνα τα λόγια του. Τη φέρνω μπροστά μου. Τους βλέπω να παίζουν χιονοπόλεμο, να πέφτουν αγκαλιασμένοι στην παγωμένη γη, να παλεύουν σε ένα πόλεμο αγάπης με λευκά βόλια, εραστές του απόλυτου. Κι ύστερα να μπαίνουν στο σπίτι κατάκοποι και βρεγμένοι για να φάνε ένα παγωτό σπιτικό στη μέση του χειμώνα. Κι εκείνη έπειτα να τον ρωτά αν κρυώνει κι εκείνος να της γκρινιάζει που τον έβρεξε και να χουχουλιάζουν μέσα στις κουβέρτες σα γάτες που ψάχνουν χάδι και ζεστασιά…

Τις σκέψεις μου διακόπτει ο ήχος του τηλεφώνου. Δυο παιδικές φωνές σε πλήρη αρμονία. Ρυθμικές και ευτυχισμένες. Η χορωδία Τυπάλδου. Ο Δημήτρης και η Θεονύμφη! Ακούω τη μάνα μου με φωνή σεντόρεια να αναφωνεί: « Ο πατέρας σου με πάει βόλτα μέσα στα χιόνια. Δώρο για τη γιορτή μου. Σας περιμένουμε στις Αρχάνες. Θα παίξουμε χιονοπόλεμο και μετά θα πάμε για φαγητό. Γιούπιιιιιιι!!!!!!!!!!!!»

Δεν πρόλαβα να φέρω τις αντιρρήσεις μου. Το πρόγραμμα είχε βγει. Θα ντυθώ καλά και θα συνοδεύσει στην εκδρομή δυο πρωτάκια που αρνούνται να μεγαλώσουν.



Και τώρα σας αφήνω. Πάω να παίξω χιονοπόλεμο με το Δημήτρη και τη Θεονύμφη. Με τον πατέρα μου και τη μάνα μου. Και είμαι σίγουρη ότι ο πιο όμορφος χιονάνθρωπος θα είναι ο δικός τους.

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΑΔΑΡΑ







Είναι κάποιοι τόποι που φεύγεις μα πάντα γυρνάς. Είναι και κάποιοι άνθρωποι που ζουν σε κακοτράχαλους τόπους μα δεν έχουν γωνίες μήτε εσοχές. Και μυρίζουν θυμάρι, φλισκούνι και μαλοτίρα και οι τόποι και οι άνθρωποι. Κι έχουν καθαρό βλέμμα και σφίγγουν το χέρι όταν σε χαιρετούν και σου χαμογελούν και ανοίγουν τα σπίτια τους και σε φιλεύουν μπρούσκο κρασί από το βαρέλι τους.

Είναι κάποιοι τόποι που φεύγεις μα πάντα γυρνάς. Γιατί οι μυρωδιές τους σε συνοδεύουν παντού και πάντα. Γιατί τα μονοπάτια, οι δρόμοι και οι σπηλιές κάθε φορά σε οδηγούν σε ένα νέο ξέφωτο. 

Είναι κάποιοι άνθρωποι που ποτέ δεν τους ξεχνάς! Άνοιξαν δρόμο στην ψυχή σου και της έδειξαν το φως κι ας πίστευες τότε πως όλα είναι σκοτάδι. Κι ας πίστευες τότε πως όλα είναι «κατσιφάρα». 

Τυχαία βρέθηκα στους πρόποδες της μαδάρας! Τυχαία βρέθηκα στα Σφακιά. Χρόνια πριν! Θαρρώ πριν αιώνες. Κι αν υπάρχει προηγούμενη ζωή, εδώ την έζησα. Κι αν υπάρχει θεός, κι αυτός τούτο τον τόπο επέλεξε για να ξεκουράσει τις σκέψεις του. 

Εκεί ψηλά στο τέρμα του δρόμου. Εκεί που προσκυνάς και προσεύχεσαι στις ψυχές που σουλατσάρουν τον κόσμο αδέσποτες, ανερμήνευτες με «γιατί» και απορίες που δεν έλυσαν ποτέ! Και σωπαίνεις. Βυθίζεσαι στην ιερότητα του χώρου. Το βουνό υψώνεται επιβλητικό κι αν απλώσεις το χέρι θα το αγγίξεις. Και το φαράγγι φτάνει ίσαμε τη θάλασσα και οι ψυχές εκείνων που τερμάτισαν τη ζωής τους ηθελημένα, εκεί ζουν. 

Κι απέναντι η Γαύδος. Στη μέση του πουθενά. Αποκομμένη, μυστηριακή που παλεύει να σταθεί όρθια να αντέξει στην εξέλιξη. Που παλεύει να ξεχαστεί στο χρόνο. 

Και μελίσσια! Χιλιάδες μελίσσια το Σεπτέμβρη αποχαιρετούν το καλοκαίρι. Η μυρωδιά του πεύκου! Εδώ στέκεσαι και σιγουρεύεσαι πως τούτη η ρημάδα η ζωή αξίζει με όλα τα κουτσουρεμένα. Για κάτι τέτοιες μυρωδιές. Για κάτι τέτοιες εικόνες…

Είναι κι αυτοί οι άνθρωποι που μυρίζουν θυμάρι! Που δε θες να ξέρεις πώς θα ήσουν αν δεν τους είχες γνωρίσει. Πορτρέτα ανθρώπων γοητευτικών, σιωπηλών με σοφία και φιλότιμο! Άνθρωποι που σε σημαδεύουν με το βλέμμα τους! Εκείνα τα βλέμματα! Τα βλέμματα που μιλούν, που σε στήνουν απέναντι με καχυποψία και ειλικρίνεια! Που τσεκάρουν τη στόφα σου! Που θες δε θες θα τους πεις την αλήθεια για να εξιλεωθείς από τα ψέματα σου. 

Βουνίσιοι άνθρωποι! Επιβλητικοί, προσιτοί και απρόσιτοι! Ωραίοι άνθρωποι! Θα ακούσεις τα ριζίτικα που μοιάζουν με μοιρολόγια, για τη ζωή που είναι ένα πέρασμα κι εμείς περαστικοί και κρατάμε λίγο ή δεν κρατάμε καθόλου. Και κρασί! Πολύ κρασί! Κούπες! Να πιούμε στη γνωριμία μας! Στο επόμενο ραντεβού μας! Να ξανασμίξουμε! Να μην ξεχαστούμε! Να κρατήσουμε το λόγο μας γιατί αυτό είναι η ζωή: ένας λόγος και μια αντάμωση.

Τα Σφακιά είναι ένας τόπος που επιστρέφεις. Αφήνεις πάντα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή σου. Κι ένα στοίχημα πως θα ανέβεις πάλι στην κορφή να αγγίξεις το θεό και να ρίξεις μια απαξιωτική ματιά στον κόσμο το μικρό των ανθρώπων. Να νιώσεις κι εσύ έστω και μια φορά ένας μικρός θεός χωρίς πάθη και ανομολόγητα εγκλήματα. Παντού μυρίζει θυμάρι και έρωτας…





Στην ‘Αννα, στον Αντώνη, στην Εύα και στη Νάγια γιατί οι άνθρωποι που αγαπιούνται δε χάνονται. Κάνουν ένα διάλειμμα κι επιστρέφουν…