Translate

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Ο ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΧΑΖΟΣ




Μαζί μεγαλώσαμε. Στις αλάνες, στα χωράφια, στα σχολεία. Τα καλοκαίρια δίναμε ραντεβού στην πλατεία. Το καταμεσήμερο. Που να μας μαντρώσεις! Φυλακίζεται η παιδική συνενοχή; Φυλακίζεται η φαντασία; Τα χρόνια είναι μπροστά. Πρέπει να τα στολίσεις. Θριαμβευτικά να βρουν το φως. Σχέδια, σχέδια, σχέδια… σχέδια και ούτε μια σχεδία. «θα την πατήσουμε», του έλεγα. «Δε βαριέσαι», απαντούσε, «θα τη βρούμε την άκρη. Εγώ θα γράφω τραγούδια κι εσύ ποιήματα». 

Και μάλλον κάπως έτσι πορευτήκαμε. Με τραγούδια, ποιήματα, ανεκπλήρωτους έρωτες, αυθόρμητες αποφάσεις, προσμονές, αναμονές, αποχωρισμούς, ασυμβίβαστα όνειρα και πολλή μοναξιά. Ο παιδικός μου φίλος! Ο πρώτος που για χάρη του προσπάθησα να μαγειρέψω χωρίς οδηγίες και συνταγές βάζοντας τέσσερα πιάτα ρύζι για να φτιάξω σούπα. Ο πρώτος που διάβασε τα ποιήματα μου και μοιράστηκε κι εκείνος με τη σειρά του τα τραγούδια του. Ο πρώτος που με είδε να αρρωσταίνω από εκείνη την επικίνδυνη ασθένεια του έρωτα και να κλαίω γιατί ήθελα να γίνω καλά και να μην αρρωστήσω ποτέ ξανά. Και το ποτέ έγινε πάντα. Εκείνος που ήταν πάντα εκεί για να μου κρατάει τα πόδια και να κάνω κοιλιακούς φορώντας μια πλαστική, αποπνικτική στολή. 

Κι ύστερα ερωτεύτηκε μια Ελένη. Και πονούσε κι αυτός. Κι έγραφε τραγούδια που μου τα διάβαζε και μου έλεγε πως φοβάται. «Θα την πατήσω». Και την πάτησε. Δεκαέξι χρόνια ερωτευμένος με μια Ελένη. Πίσω από κάθε γυναίκα κρυμμένη πάντα εκείνη. Σταθερή αξία, πρόσωπο χωρίς γωνίες που κούμπωνε απόλυτα στο θέλω του. Οι άλλες πάντα παρενθέσεις. Εκείνη αυτό που του αναλογούσε από το φως που έψαχνε. Δεκαέξι χρόνια να περιμένει πως σε ένα γύρισμα της ζωής θα ξαναβρεθούν για να ολοκληρώσουν το παζλ. Οι δρόμοι ίδιοι μα τα πρόσωπα φρικιαστικά αδιάφορα. 

«Είμαι στο αεροδρόμιο. Επιστρέφω από την Αθήνα. Ήρθα χθες και γυρίζω σήμερα. Ήμουν με την Ελένη». Η ζωή περνάει από μπροστά μου σα σκηνοθετημένη ταινία. Φέρνω στο μυαλό τα τραγούδια του, τη λύπη του όταν εκείνη παντρεύτηκε, την αγωνία του όταν δεν απαντούσε στα μηνύματα, το αλάθητο του ένστικτο όταν πίστευε ότι θα την ξαναδεί. Η ζωή είναι ένστικτο, αλάθητο, ξεκάθαρο. Έχει προσμονή, αναμονή, ελπίδα, δικαίωση, τρέλα, ενθουσιασμό, ξόδεμα, ξέφτια, χρώματα, επιστροφή. Το πιο όμορφο οι επιστροφές. Χωρίς τυμπανοκρουσίες και αλαλαγμούς. Με ησυχία και ηρεμία όταν είσαι ήσυχος κοντά στα σαράντα. 

Τον συναντώ την επόμενη μέρα. Φανερά αδυνατισμένος αλλά ήρεμος κι ευτυχισμένος. Γαλήνιος. «Γράφω πάλι τραγούδια. Για εκείνη. Μη λες πως δεν θα ερωτευτείς ξανά. Μην το ξαναπείς ποτέ. Είναι ίδιο όπως τότε που ήμασταν έφηβοι. Μπορεί και πιο δυνατό γιατί τώρα έχεις μισή ζωή ακόμα, όχι ολόκληρη και τρέχεις να προλάβεις. Φαίνομαι χαζός; Μπορεί και να είμαι. Ποιος ερωτευμένος δεν είναι χαζός;»

Δεν τον χωρά ο τόπος. Έχει το βλέμμα του αγριμιού. Θέλει πάλι να πάει να τη βρει. Το θέλει κι εκείνη. Το τελευταίο αεροπλάνο είχε έφυγε πριν μια ώρα. Σήμερα όμως δεν ξέρω. Μπορεί να με πάρει σε λίγο και να μου είπε ότι είναι πάλι κοντά της. Αναπνέουν τον ίδιο αέρα και μοιράζονται την ίδια άνοιξη. Γιατί εκείνος είναι ερωτευμένος και ένας δρόμος είναι απλά μια ευθεία και τα μαθηματικά, παιδικέ μου φίλε, δεν είχαν ποτέ θέση στο αυθόρμητο. 



Και στα δικά μας!