Translate

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Μια συγνώμη για την ελπίδα





Σε ονειρεύτηκα χθες. Κι ήταν από εκείνα τα όνειρα τα αληθινά με σάρκα και οστά, με χέρια, στόμα και μάτια. Κάτι πελώρια, αμυγδαλωτά μάτια που με κοιτούσαν ευθεία και με κάρφωναν αδιάκριτα. Δε μπόρεσα να ξεφύγω. Είχες πλεξούδες και φορούσες ένα άσπρο ανοιξιάτικο φορεματάκι. Το θυμάμαι. Ήταν δώρο της νονάς. Ασορτί και η λαμπάδα με το κουνελάκι και το σοκολατένιο αυγό. 

Με κοιτούσες ευθεία και άφηνες άναρχα και άτακτα τα σημάδια σου τριγύρω. Τα «γιατί» σου βουνά. Με κατηγορούσες για όλες τις ελπίδες που υποσχέθηκα και ήσουν παιδί και με πίστεψες. Όλες οι ελπίδες του κόσμου στα πόδια σου. Και οι βεβιασμένες σου ελπίδες για προσδοκίες παιδικές που μπήκαν από νωρίς στον κόσμο των μεγάλων. Οι προφητείες που δεν μπόρεσαν να γίνουν στάμπες αληθινές και να αφήσουν αποτυπώματα και χνάρια.

Πόσα σου είχα υποσχεθεί! Και μόνο εκείνες τις υποσχέσεις δεν κατάφερα να κρατήσω στη ζωή μου. Στους άλλους ήμουν πάντα βράχος. Έλεγα «υπόσχομαι» και σήκωνα βουνά μέχρι να τα καταφέρω. Μόνο σε σένα δεν ήμουν εντάξει.

Πώς παραλύει έτσι το μυαλό από τα χρόνια; Πώς αποκαθηλώνονται έτσι τα ηχηρά «θα» που ξεστομίσαμε στον εαυτό μας; Ποιες δικαιολογίες να βρούμε αντίβαρα στην αλήθεια; Ακάλυπτη η λήθη και η μνήμη του άλλου ισχυρή. Η αυτιστική ικανότητα των ανθρώπων να θυμούνται όποτε θέλουν, όποτε βολεύει, ό,τι δε μουδιάζει το σώμα και δεν απειλεί την ακάλυπτη μνήμη.

Ποτέ ξανά δε σε είχα ονειρευτεί. Και περάσαμε τόσα χρόνια μαζί! Πίσω μου σε νιωθα πάντα σε κάθε βήμα μα μια ματιά δε σου έριξα ποτέ. Εγωιστικά πορευόμουν και σε αγνοούσα με παγερή αυταπάρνηση και αδιαφορία. Κι όταν ήρθε η ώρα να τα φιλτράρω όλα και να δω τι έμεινε και τι όχι σε θυμήθηκα. Ρε κάτι χουνέρια που κάνουμε στους δικούς μας ανθρώπους! Κι έρχεται εκείνη η αιμοβόρα στιγμή που πρέπει να λογοδοτήσουμε για όλες τις άκυρες συμφωνίες που κλείσαμε. Και το οξυγόνο ανύπαρκτο. Μια θηλιά στολίζει το λαιμό σου και σφίγγει σα μέγγενη και μετράς αόρατες φθορές.

Ήθελα να σου πω ότι δε βρήκα ποτέ την κολυμπήθρα του Σιλωάμ για να βουτήξω και να εξιλεωθώ για όλα τα κρίματα που πήρα στο λαιμό μου και σε αδίκησα και σε παραγκώνισα και σε προσπέρασα γιατί νόμιζα πως ήσουν δυνατή. 

Ήθελα να σου πω συγνώμη για την ελπίδα που έγινε χαρταετός και πέταξε και δεν πάλεψα να την κρατήσω.

Ήθελα να σου ζητήσω συγνώμη που δεν υποκλίθηκα στην αγάπη αλλά στα μηδένισα όλα χωρίς οίκτο και ίχνος ντροπής κι έμεινα παγερά αδιάφορη απέναντι σου κι έχασα δρόμους κι έχασα κι εσένα.



Ένα συγνώμη μονάχα για την ελπίδα που έγινε υπόσχεση που δεν κράτησα γιατί έβρισκα παντού τον τρόπο για αναβολές και δικαιολογίες και κουτσουρεμένα όνειρα. Και τώρα που σου γράφω είναι γιατί ακόμα σε ψάχνω με εκείνο το ανοιξιάτικο άσπρο φορεματάκι που δεν πρόλαβες να φορέσεις πολύ γιατί ψήλωσες κι αυτό κόντυνε. Και ήταν τόσο όμορφο! Αν με θυμηθείς έλα να κάτσουμε δίπλα και να τα πούμε και να μην παραλείψουμε τίποτα. Γιατί η σπίθα καμιά φορά είναι πιο ισχυρή από τη φλόγα!