Translate

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

ΦΥΣΑΕΙ ΚΟΝΤΡΑ*




ΗΡΑΚΛΕΙΟ 11/9/2015

Είπα να σου γράψω τώρα που μίκρυναν οι μέρες σαν τις ζωές μας. Έτσι νιώθω κάθε φθινόπωρο και τα καλοκαίρια πάλι δίνω παράταση ζωής, αναβολές, νέες διορίες και ξεκούρδιστα ρολόγια. Ξέρεις πόσο μισώ το τικ τακ! Θα το θυμάσαι. Μου δημιουργούσε πάντα την αίσθηση του προσωρινού. Κι εγώ ήθελα να είσαι εκεί καθισμένος μόνιμα. Να μη μιλάμε. Να χανόμαστε στις σιωπές με εκείνη τη μακαριότητα του άχρονου χρόνου. Να χαμογελάμε μονάχα, σα παιδιά που κρύβονται κάτω από το τραπέζι κρατώντας το βάζο με το γλυκό.

Σου γράφω για να σου πω ότι στο μπάνιο έχω κρεμασμένες καθαρές πετσέτες και στο κομοδίνο από τη μεριά σου βάζω κάθε βράδυ ένα ποτήρι φρέσκο νερό. Έχει ο καθένας τη θέση του στη ζωή. Κάθε μεσημέρι στρώνω τραπέζι, βάζω δυο ποτήρια κοκκινέλι, ένα ματσάκι βασιλικό για να μοσχοβολά η μέρα αγάπη και σε περιμένω. Ο έρωτας είναι σαν τις ηλιόλουστες χειμωνιάτικες μέρες που σε γεμίζουν χαρά. Τις εύχεσαι, τις επιθυμείς, τις αναζητάς. Ήθελα να σου πω ότι ξέμαθα να είμαι μονάχη και τώρα αποκαρδιώθηκα. Συνήθισα να με κουβαλάς στα χέρια κι εγώ να σου δείχνω τα χνάρια για χάρτη και οδηγό. Έβαζα ρόδες στην καρδιά κι εκείνη ξεκινούσε τη διαδρομή ατίθαση, ανυπότακτη και επαναστάτρια. Το φευγιό δε μαζεύεται όταν το μάθεις! Και τα χρώματα. Και αυτά όταν τα βάλεις στη ζωή σου πληθαίνουν οι ώρες και σταματά το τικ τακ! Τώρα η καρδιά μου έγινε σα κόκκινo πανί, παντιέρα επανάστασης και πορείας σε δρόμους με κόσμο που κυνηγούν όνειρα και ουτοπίες. Σάλεψε το βλέμμα μου και σε βλέπει κι εσένα μέσα σε όλους αυτούς. Είναι που βλέπω και το χρόνο μπροστά μου να εκρήγνυται και δεν ξέρω πια αν είναι χθες ή αν ήρθε το αύριο. 

Τώρα που σου γράφω σηκώθηκε αέρας. Έτσι ξαφνικά. Ανεμοστρόβιλος θα είναι. Θυμάσαι που σου έλεγα τότε πως αγαπώ τους αέρηδες; Έβγαινα έξω, άπλωνα τα χέρια κι έκανα ότι πετάω. Μεγάλο ζόρι το πέταγμα! Θέλει φτερά ζυγιασμένα. Τα δικά μου ήταν σπασμένα συνήθως. Μόνιμα στο γύψο. Δεν προλάβαιναν να γίνουν καλά και ήταν ξανά μπαταρισμένα. Φταίει που ήθελα να ανεβαίνω ψηλά κι ας με προειδοποιούσατε όλοι. Πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι! Όπως τότε που αγαπούσα τους πειρατές κι έπινα ρούμι. Μόνο ρούμι! Μέχρι που μέθυσα σ’ εκείνο το μπαράκι το καταγώγιο και δεν το ξανάβαλα στο στόμα μου. Τους αγαπούσα τους κοκκινογένηδες χωρίς το ρούμι τους πια. Κι εσύ γελούσες. Πόσο γελούσες! Μόνο γελούσες! Και γελούσα κι εγώ με τα καμώματα και τις παιδιάστικες ανοησίες μου. 

Το ξέρω πως φυσάει κόντρα. Και τα σκοινιά λύθηκαν κι εμείς δεν είμαστε πια παιδιά κι οι πειρατές έμειναν άνεργοι και τα παραμύθια δεν έχουν αληθινά ευτυχισμένο τέλος. Και θα μεγαλώσουμε κι άλλο και τα πρέπει μας θα είναι κι αυτά πιο μεγάλα και θα κουμαντάρουν την καρδιά και θα γίνονται τεράστια και θα πνίγουν την ψευδαίσθηση. Κι εκείνη θα χαθεί για πάντα γιατί δε θα έχει ποτέ τις αντοχές να λογαριαστεί με τις ψυχές των ανθρώπων. 

Όλα τα ξέρω και όλα τα λογαριάζω, εγώ η ονειροπαρμένη. Δεν έχω άλλο εφόδιο. Την νιώθω την αλήθεια στο πετσί μου. Φτάνει μέχρι το μεδούλι. Και τη μισώ τη ζωή με τις αλήθειες της γιατί τις περισσότερες φορές είναι άδικη και μίζερη και ψεύτρα. Κάλπικη σαν τα νομίσματα που είχα κάποτε φυλαγμένα και κοκορευόμουνα πως ήταν αληθινά. 

Σου γράφω για να σου πω ότι στο κομοδίνο έχει ένα ποτήρι φρέσκο νερό αν διψάσεις. Μη σηκωθείς πάλι μέσα στη νύχτα και τρέξεις έξω στην αυλή για να ξεδιψάσεις με τη βροχή. Εκείνη είναι μονάχα για να ξεπλένει τις μνήμες και να καθαρίζει τις κακοφορμισμένες πληγές. Μόνο που δεν τα καταφέρνει πάντα….



*Ο τίτλος δανεικός από τους active member