Translate

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

MIA AΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΣΟΥ




Βρέθηκε εκεί ένα απόγευμα τη στιγμή της δύσης. Θυμήθηκε πως κάποτε πίστευε πως αυτό το χρώμα πρέπει να έχει ο θάνατος. Πορφυρό, άλικο, βαθύ σαν αίμα. Από εκείνο το βράχο έπαιρνε σάρκα και οστά και η μνήμη. Η μνήμη με τους μικρούς θανάτους. Η ζωή με τα πικραμένα «αντίο». Γύρισε πολλά χρόνια πίσω. Φαντάσου να είσαι 25 και να θες να πεθάνεις. Το λες και αχαριστία.

Τη βρήκα να κάθεται στα σκαλιά. Έμεινα εκεί να κοιτώ το ανέκφραστο πρόσωπο της. Κι ύστερα την είδα να κλαίει και να κραυγάζει με θυμό για όλα. Ένα ποτάμι μανιασμένο, εγκλωβισμένο στις όχθες. Έρχεται για όλους η στιγμή για το μπαμ! Τη φαντάστηκα παιδί να ονειρεύεται, να ελπίζει, να ερωτεύεται, να πιστεύει. Κι έπειτα την είδα νέα γυναίκα να απελπίζεται, να πορεύεται με προδοσίες, με πικραμένες κουβέντες, με ακαταλαβίστικες ιδέες, με μοναχικούς δρόμους. Άτιμη μοναξιά! Εκείνη της ψυχής που είσαι ομάδι και πάλι δεν έχεις νερό. Η άνυδρη μοναξιά. 

Φαντάσου να βλέπεις τη ζωή σου να προβάλλεται σε ένα βράχο. Και η δική σου περπατησιά να φαίνεται παράταιρη και λίγη. Να περνά η ζωή και να μοιράζεται σε χειμώνες και καλοκαίρια και να γλιστρά περήφανη και να σε αφήνει πίσω. Να φτάνει στο τέρμα κι εσύ να περιμένεις το σήμα ακόμα στην αφετηρία. Να μην προφταίνεις και να παραδίνεσαι. Να μην καταλαβαίνεις που έκανες λάθος κι έχασες τους σημαντικούς σου. Τους φίλους που λάκισαν, τους έρωτες που χάθηκαν σε μια επικίνδυνη στροφή, τα ταξίδια που δεν έκανες γιατί δεν ήξερες πια που να πας, όλα αυτά που κάποιοι σκέφτηκαν για σένα και ποτέ δεν ξεστόμισαν.

Την είδα να στέκει μπροστά στο βράχο, να κοιτά τη θάλασσα και νιώθει λίγη. Να ζει με το παράπονο για όλα όσα ονειρεύτηκε και ποτέ δεν ήρθαν. Να ματώνει για όσους δεν πίστεψαν ποτέ σ’ αυτήν. Και ήθελα να της φωνάξω πως πρώτα πρέπει να πιστέψεις εσύ στην καρδιά σου, στο μυαλό σου, στα χέρια σου για να πιστέψουν και οι άλλοι. 

Την είδα να αγκαλιάζει τον εαυτό της. Να ανοίγει τα χέρια της σα φτερούγες και να προστατεύει το στήθος της, το μέρος της καρδιάς. Και γύρω να σκάνε σα πυροτεχνήματα όλα τα όχι που άκουσε, τα αντίο, τα «τέλος». Την είδα να πέφτει στα γόνατα και να πονά για τις αναβολές, τις καθυστερήσεις, τις ανασφάλειες. Να φτύνει το θυμό, να τον κάνει κραυγή κι έπειτα να τραγουδά δυνατά κλείνοντας τα αυτιά για να μην ακούσει κι άλλα…



Δεν της είπα τίποτα. Tην άφησα εκεί μόνη ελπίζοντας να ξαναβρεί τον εαυτό της και να ξεχάσει το παράπονο για όλα τα χαμένα με μια ελπίδα πως όλα θέλουν το χρόνο τους να γίνουν κερδισμένα. Την άφησα εκεί να φτύσει το θυμό και να ξεκινήσει πάλι από την αρχή, να αγκαλιάσει τον εαυτό της και να του δώσει το πιο γλυκό, το πιο δυνατό, το πιο όμορφο φιλί. Γιατί η ζωή έχει τις φουσκοθαλασσιές και τις τρικυμίες μα έχει και κάτι αγάπες σα πυροτεχνήματα…