Translate

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΙΑ ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ




Είναι κάποιες μορφές που μοιάζουν με αγιογραφίες. Λες και δραπέτευσαν μια νύχτα με μπουνάτσα από το εκκλησάκι του Άι – Λια στην κορφή του βουνού και κατηφόρισαν για τον κάμπο. Κι έχουν εκείνη την απόκοσμη αχερόντια αύρα και τις νύχτες γίνονται αετοί και πετούν πάνω από την Κρήτη.

Έπρεπε να φύγω από το νησί, να μεγαλώσω, να ανοίξω τα μάτια και τα αυτιά ορθάνοιχτα για να τους δω και να τους αφουγκραστώ. Όταν τα πράγματα είναι δίπλα σου τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως έχεις χρόνο να τα δεις. Είσαι και μικρός και άμυαλος, ανυποψίαστος για το θησαυρό που υπάρχει φανερός και διαθέσιμος. Εσύ ψάχνεις για τους άλλους τους κρυμμένους, τους καταχωνιασμένους στα έγκατα της γης. Τους άλλους, τους ανήλιαγους. Θαρρείς πως η σοφία κρύβεται στα μεγάλα, στα ξενόφερτα, στα άπιαστα και αθώρητα, κι αυτή είναι δυο βήματα από το δικό σου κέντρο, μια ανάσα από τη δική σου ανάσα, ένα βλέμμα από τη δική σου θωριά.

Όμορφο που είναι να μπορείς να πλέκεις τις λέξεις! Να κάνεις ρίμα και με ένα τετράστιχο να ανασταίνεις τη ζωή, να καταπατείς το θάνατο, να καλωσορίζεις τον έρωτα, να αποχαιρετάς τις αγάπες σου, να αγκαλιάζεις με τα αχ! του αναστεναγμού το μυστήριο της πεθυμιάς των ανθρώπων! Σε ένα τετράστιχο! Εκεί μετράς τις ανάσες της μνήμης και την απεραντοσύνη της θλίψης.

Οι ριμαδόροι ζουν ανάμεσα μας. Οι μαντιναδολόγοι του έρωτα και της αγάπης μυριόχρωμοι και αυτόφωτοι έχουν την πένα της μνήμης. Καταγράφουν όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πορείας από το κλάμα μέχρι το γέλιο, από τον έρωτα μέχρι το χωρισμό, από το τίποτα μέχρι το ουσιαστικό, από τη ζωή μέχρι το θάνατο, από τη θλίψη μέχρι τη χαρά. Σαν την παλέτα του ζωγράφου, σαν το ουράνιο τόξο, σαν τη λύτρωση που φέρνει ο ήλιος, σαν ανεμώνα στη μέση του χειμωνιάτικου κάμπου. Έχουν χιονισμένα μαλλιά, βλέμμα ακέραιο και βαθύ, ματιά ήρεμη και σίγουρη, σοφία ζωής που περιπλανήθηκε στα επουράνια κι άγγιξε τα εγκόσμια για να μεταφέρει το μήνυμα του χρόνου.

Ο Μήτσος Σταυρακάκης αφήνεται στη μοίρα του καιρού και γράφει:

Γυρνά του χρόνου ο καιρός

Σαν το δαιμονισμένο

Κι εγώ κεράκι αφτούμενο

Στη δίνη των ανέμω.

Σε ένα άλλο γύρισμα ζωής ενός κύκλου που κλείνει κι εσύ καλείσαι να το δεχτείς λέει:

Εσύ που με δασκάλεψες

Ήντα θα πει αγάπη

Στου χωρισμού σου μάθε με

Να ζω τον εφιάλτη.

Εγώ μεγάλωσα με ένα μεγάλο ποιητή. Μειλίχιο και ήρεμο. Ένα πράο άνθρωπο που ποτέ δεν έλεγε πολλές κουβέντες. Μιλούσε με τετράστιχα και πάντα χαμογελούσε. Αν είχε κλέψει και κανένα γλυκό παραπάνω από το ντουλάπι, κρυφά από τη γυναίκα του, κελαϊδούσε. Ο θείος Γιώργης. Γιώργης Αεράκης. Μας μάζευε πιτσιρίκια μας έβαζε να καθήσουμε γύρω από τη ξυλόσομπα και άρχιζε τον αυτοσχεδιασμό. Είχε πάντα να πει μια καλή μαντινάδα μα τις καλύτερες τις κρατούσε για τη γυναίκα του. Κοντά σαράντα χρόνια μαζί αγαπούν βαθιά ο ένας τον άλλο και ανησυχούν. Γιατί εντέλει, αυτό είναι αγάπη: Ανησυχία. Για τη Σοφία του έχει πάντα την πιο όμορφη μαντινάδα. Ο θείος Γιώργης με τα γελαστά μάτια. Κι ας μην ξέρει καλή ορθογραφία, κι ας μην έγινε ποτέ διάσημος ριμαδόρος στην Κρήτη, κι ας παλεύει ακόμα με τα χώματα και ξεχνά να ζήσει. Για όλους εμάς που τον ξέρουμε είναι ο δικός μας ποιητής, ο ποιητής της καρδιά μας, ο δικός μας τεχνίτης του λόγου. Κάποτε κοιτώντας τη Σοφία στα μάτια της είπε:

Όντε ποθάνω στην καρδιά

Να κάμεις νεκροψία

Σ’ όλα τα φύλλα θα βρεθεί

«αγάπη μου Σοφία».

Και σε κάποια άλλη ανύποπτη στιγμή μας είπε:

Τέσσερα φύλλα έχει η καρδιά

Όμως δεντρό δεν έναι

Κι αν την πληγώσεις φαίνεται

Στα μάτια μου που κλαίνε.

Ένας φίλος μου έλεγε κάποτε πως πριν πεθάνει ο άνθρωπος πρέπει να φυτέψει ένα δέντρο, να κάνει ένα παιδί και να γράψει ένα ποίημα. Εγώ θα προσθέσω πως πριν αφήσουμε αυτό τον κόσμο πρέπει να αξιωθούμε μια σπουδαία μαντινάδα που θα πει μόνο για εμάς ένας μεγάλος έρωτας. Κι ύστερα μπορούμε να αναχωρήσουμε χορτασμένοι από αγάπη και ποίηση!