Translate

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΜΥΡΙΖΕΙ ΑΣΒΕΣΤΗ







Δεν ξέρω τι μ΄ έχει πιάσει πιάσει τις τελευταίες μέρες. Είναι που άργησε φέτος η άνοιξη και τώρα που ήρθε επιτέλους, με κάνει καχύποπτη και δύσπιστη. Μπορεί να φταίει και η πληγή μου που δεν έχει δέσει ακόμα καλά και μου θυμίζει τον πόνο στις ζωές των ανθρώπων. Κεντήματα στο κορμί. Ραφές καλά κλεισμένες με χρυσοβελονιά και κλωστή «πεταλούδα».

Κλείνω τα μάτια και απομονώνω τις σκέψεις. Δύσκολο πράμα να προσπαθείς να συγκεντρωθείς. Έχω πλεξούδες μακριές και κάθομαι στο ασβεστωμένο πεζούλι. Παρακολουθώ τη γιαγιά να ασβεστώνει και τον παππού να τραγουδά: «πάρε Μαριώ, πάρε Μαριώ τη ρόκα σου κι έλα στο φράχτη, φράχτη, βάσανα που ΄χει η αγάπη». Άσπροι τοίχοι και μπλε παράθυρα. Σαν τα κυκλαδίτικα σπίτια. Έτσι τα ήθελε πάντα η γιαγιά κι εκείνος δεν της χαλούσε χατίρι. Φύτευε ζουμπούλια και βασιλικούς και ροδαρές να μυρίζουν με την Ανάσταση. Να προλάβει πριν πει ο παπάς το «Χριστός Ανέστη» να κόψει ένα ματσάκι και να στολίσει την πόρτα. Σαν πρωτομαγιά. 

Μιλώ συχνά για αυτούς. Ξέμπαρκες κουβέντες. Κάθε φορά που πλησιάζει το Πάσχα τους θυμάμαι. Κι έχω εκείνη τη μυρωδιά του ασβέστη στα ρουθούνια και τη γκρίζα εικόνα στην καρδιά. Κι ύστερα εκείνος ο ήχος από τα «βαρελότα» και τα «πλασκατζίκια» που σε ανάγκαζαν να κλείσεις τα αυτιά και τα μάτια. Και μ΄ένα «παφ» έχανες το χρόνο. 

Προσδοκάς την ανάσταση. Κάθε χρόνο. Ένα σακί προσδοκίες. Σαν την πρωτοχρονιά. Πόσο μοιάζουν! Σταυρούς έχουμε όλοι. Άλλοι μικρούς κι άλλοι μεγάλους. Και ρωγμές. Σπασίματα που μπάζουν κρύο. Γέμισε ο κόσμος μπαλώματα που σκίζονται και ξαναράβονται με την ίδια κλωστή. Όσο αντέξει. Κι ύστερα πάλι μια καινούρια βελονιά για να πας παρακάτω. 

Δεν ξέρω τι μ’ έχει πιάσει αυτές τις μέρες. Είναι που γίναμε πολυλογάδες χωρίς να λέμε τίποτα. Είναι που με στοίχειωσαν κάτι φαντάσματα και με ανάγκασαν να κόψω τις πλεξούδες και να ωριμάσω. Είναι που γέμισε ο κόσμος ποντίκια και ύαινες με γαμψά νύχια και μορφή ανθρώπου και δεν ξέρεις να φυλαχτείς. Ίσως πάλι να ήθελα να πω αφηγηματικά πως η ανάσταση είναι μεγάλη παραμύθα. Είναι σαν τον ασβεστωμένο τοίχο που κρύβει τις ρωγμές.

«Τινάζω την κάπνα από τα ρούχα μου. Λιάζω το πανωφόρι μου να φύγει η πάχνη. Οι μέρες θα γκρινιάζουν πάντα για τα ίδια κι ο κόσμος θα γεμίζει πλατείες με ιδέες και σημαίες και λόγια. Κάπου σε εκείνο το χωροχρόνο χωρίς σκόνη και κάπνα θα ακονίζεται και η δική μου αναλογία. Χωρίς εξάρσεις και θαυμαστικά, χωρίς υπερβάσεις. Κι αν για τους άλλους έγραψα πέντε αράδες για σένα θα γράψω δέκα. Διαθήκη στην βραχυπρόθεσμη μνήμη, πετραδάκια για τις σόλες χιλιάδων παπουτσιών που θα γράψουν μια ιστορία στους δρόμους. Την ιστορία πως κάποιοι τολμούν να αγαπούν χωρίς σάλια και σάχλες αλλά με χρώμα και βλέμματα...»



Ξέρω τι σκέφτεσαι. Εκείνο το σύνθημα που είδες σε ένα τοίχο βρώμικο και παλιό : «Χαρίζω τη μοναξιά μου». Σου υπόσχομαι πως αύριο θα πάμε να ασβεστώσουμε. Κοιμήσου τώρα. Αύριο. Πριν την ανάσταση..