Translate

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

ΣΕ ΣΚΟΤΩΣΑ ΑΠΟ ΠΛΗΞΗ




Κάθεται στο πάτωμα. Φοράει εκείνο το σομόν νεγκλιζέ με τη λευκή ρόμπα που είχε αγοράσει από το ταξίδι στο Παρίσι. Τα χείλη της βαμμένα με το κατακόκκινο κραγιόν, ασορτί με τα νύχια. Πάντα αγαπούσε αυτό το χρώμα. Της θύμιζε τα νιάτα της, τη φρεσκάδα, την ανατριχίλα και την ηδονή της ζωής. Φωτογραφίες μιας άλλης εποχής. 

Στα χέρια κρατάει ένα μαχαίρι. Εκείνος κείτεται νεκρός φορώντας ένα κοστούμι «Αrmani», ενώ το σώμα του μυρίζει το άρωμα που εκείνη μισούσε. Είκοσι μαχαιριές! Μονάχα μία στην καρδιά. Κάποτε τον αγάπησε. Κάποτε την αγάπησε κι αυτός. Είκοσι χρόνια να μοιράζονται το ίδιο κρεβάτι, τις ίδιες συνήθειες, την ίδια ανάγκη. Οι προκαθορισμένες ανάγκες. Οι επιβεβλημένες ανάγκες. Ο φόβος της μοναξιάς. 

Κάποτε αγαπήθηκαν. Πριν τις προδοσίες, τις απάτες, τα ψέματα. Τον θυμάται να μπαίνει στο σπίτι αθώος ένοχος και να βρωμάει το σώμα του σάρκα μιας άλλης γυναίκας. Να πατάει στις μύτες των ποδιών και να γλιστράει αθόρυβα μέσα στα σεντόνια, σίγουρος ότι εκείνη κοιμάται. Θυμάται τις δικές της προδοσίες, το φόβο μην ανακαλύψει τον έρωτα της για εκείνο τον άλλο που για χάρη του μπορούσε να τα γκρεμίσει όλα. Να βάλει φωτιά και να τα κάψει. Κι όμως έμεινε μαζί του να τρώει τις σάρκες του κι εκείνος τις δικές της. 

Τον κοιτά ξαπλωμένο μέσα στα αίματα και χαμογελά. Παρατηρεί το παγωμένο του βλέμμα. Το πουκάμισο είναι αταίριαστο με το κοστούμι. Θα ντύθηκε βιαστικά. Δεν εξηγείται αλλιώς. Πάντα πρόσεχε τους συνδυασμούς. Κρατάει στα χέρια της το μαχαίρι και νιώθει εκείνη την απόλυτη ικανοποίηση πως η ζωή της χρωστούσε την ελευθερία κι εκείνη τη διεκδίκησε με το δικό της τρόπο.

Μια βρύση στάζει. «Πόσο καιρό του έλεγα για τη βρύση της κουζίνας;» Μονολογεί. Κι ύστερα σηκώνεται από το πάτωμα, περνάει πάνω από τον όμορφο νεκρό άντρα, πιάνει ένα ποτήρι και βάζει ένα ποτό. Είκοσι μαχαιριές. Όσα και τα χρόνια. Μονάχα μία στην καρδιά. Υψώνει το ποτήρι και πίνει σ’ αυτά τα είκοσι χρόνια αγάπης και απάτης. Αμοιβαίας απάτης. Εκείνης της άτυπης, σιωπηλής συμφωνίας της κοινής πορείας, της κοινής ενοχής και συνενοχής. 

Κι ύστερα ξαπλώνει δίπλα του. Του χαϊδεύει τα μαλλιά. Τον παίρνει στην αγκαλιά της και του τραγουδά το αγαπημένο της τραγούδι: «Non, je ne regrette rien» της Εντίθ Πιάφ. « Όχι δε μετανιώνω για τίποτα»! 

Μέσα στο τραγούδι της ακούει την πόρτα να ανοίγει. Τον βλέπει να μπαίνει μέσα φορώντας το ίδιο “Armani”. Αφήνει την τσάντα στο τραπεζάκι και προχωράει προς την κουζίνα. Η εικόνα την ανακουφίζει. Σηκώνεται από το πάτωμα, στρώνει τα μαλλιά της και κατευθύνεται προς το μέρος του. Του δίνει ένα φιλί στο μάγουλο και στρώνει το τραπέζι. Δυο πιάτα, δυο πιρούνια, δυο ποτήρια, δυο μαχαίρια. Δυο μαχαίρια. Ένα για εκείνον κι ένα για εκείνη. Βάζει κόκκινο κρασί στα κολονάτα ποτήρια. Κόκκινο, κατακόκκινο σαν αίμα. Βαθύ κόκκινο, άλικο. Πίνουν στην υγειά τους, σα δυο βαμπίρ που πίνει ο ένας το αίμα του άλλου. Αίμα για να ξανανιώσουν, να γίνουν δυνατοί, να αντέξουν την προσποίηση, τις συνεστιάσεις, τα είκοσι χρόνια, τις απάτες, τις ενοχές, την πλήξη, το κενό, τη ρουτίνα, τη ματαιότητα, την ψευτιά. 

Αύριο θα είναι η σειρά του. Αύριο εκείνος θα τη σκοτώσει από πλήξη. Κι ύστερα θα γίνουν όλα ίδια. Θα της δώσει ένα φιλί και θα βάλει το αίμα στα ποτήρια να προσποιηθούν ευχές και πάθη και ηδονές. Θα την πάρει στα χέρια του, θα την ακουμπήσει στο κρεβάτι και θα χαθούν στην ηδονή των κορμιών ενώ εκείνος θα μυρίζει το άρωμα της άλλης κι εκείνη θα ονειρεύεται άλλους έρωτες. 



Δυο ποτήρια. Δυο πιάτα. Δυο μαχαίρια. Φορώντας κοστούμι “Armani” και άρωμα paco rabanne. Καθώς η Εντίθ θα τραγουδάει ότι δε μετανιώνει για τίποτα….