Translate

Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2015

ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟ




Θα μιλήσουν κάποτε οι ζωές. Χωρίς μάσκες και στολές. Χωρίς κολομπίνες και ιππότες. Σε όλη μου τη ζωή έβλεπα μάσκες. Άλλες τις φόρεσα κι εγώ κι έγινα σπουδαίος άνθρωπος. Το απαιτούσαν οι καιροί. Πώς αλλιώς να κατακτήσεις τον κόσμο; Πώς αλλιώς να κερδίσεις την αθανασία;

Η μάνα μου ήθελε να με ντύνει κοκκινοσκουφίτσα, πριγκίπισσα, ινδιάνα. Κοριτσίστικα πράγματα. Εγώ ήθελα να γίνω μπαλόνι. «Πώς θα ντυθείς μπαλόνι, παιδάκι μου; Πού θα βρούμε στολή τέτοια ώρα;» Χωρίς στολή. Θα λέω ότι είμαι μπαλόνι. Θα ζωγραφίσω τη λέξη στο μέτωπο μου. Να με πιστέψουν όλοι. Δε θα λέω ψέματα. Ποτέ δε λέω. Γι’ αυτό υποφέρω. 

Οι άλλοι έψαχναν πάντα στις ντουλάπες παλιά ρούχα. Τα φορτώνονταν σα βάρη ανθρώπινα και τα κουβαλούσαν όλη τη νύχτα. Το ζητούμενο να μη σε αναγνωρίσουν. Να σε φιλέψουν καραμέλες και φεύγοντας με το κεφάλι σκυφτό για μια στιγμή να γυρίσεις, να βγάλεις τη μάσκα και να δείξεις ταυτότητα. 

Θέλω να ξαναδώ εκείνη την ταινία. Τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να καταλάβεις πως δε θα ξανάρθουν. Τακτοποιημένη η ζωή σου δεν ήταν ποτέ. Θαρρώ πως ούτε θα γίνει. Ζηλεύω τους ανθρώπους που τα τακτοποίησαν όλα σε μια νύχτα. Μόλις άγγιξαν τη δεκαετία των μεγάλων. Πώς έβαλαν το όριο; Πώς ήξεραν τη στιγμή που μεγάλωσαν; Πού βρήκαν αυτή την όμορφη μάσκα; 

Η μάνα μου ήθελε πάντα κοριτσίστικα πράγματα. Κι εγώ ήθελα να γίνω μια σταλιά και να πετάξω. Να ντυθώ φως, αέρας. Να νικήσω τη βαρύτητα. Να νικήσω τις σιωπές. Ακόμα αυτό θέλω. Αντιστέκομαι στην κοριτσίστικη στολή. Τόση επιβεβλημένη χαρά πώς να τη διαχειριστώ; Δε μου άρεσε ποτέ ο χορός. Ένιωθα άβολα. 

Κι όταν μεγάλωσα άλλαξα πόλη. Κι άκουσα κλαρίνα. Και είδα φωτιές. Φτιάχναμε σφυροδρέπανα στα πρόσωπα και βγαίναμε στον κόσμο. Χωρίς μάσκες. Μόνο με σφυροδρέπανα. Επανάσταση το λέγαμε. Κι αυτό. Και δεν αλλάξαμε ποτέ τον κόσμο. Κανείς δε μας ακολούθησε. Όλοι φορούσαν στολές. Εμείς ζωγραφίζαμε. Λίγοι ήμασταν. Μπορεί να ήμασταν και μικροί. Και πιστεύαμε ότι κάποτε θα γίνουμε πολλοί. 

Τις σιχάθηκα τις Απόκριες. Κατάλαβα την υποκρισία. Όλοι αγαπιούνται εκείνη τη μέρα. Την επόμενη όμως ξυπνούν και καταλαβαίνουν την αλήθεια. Δεν αφηγήθηκαν ποτέ ένα παραμύθι. Και τι πειράζει; Πόσες αλήθειες θα θυμηθείς φεύγοντας; 

Όταν μου έδιναν το χαρταετό να τον κρατήσω τον άφηνα ελεύθερο. Και η αδερφή μου πάντα έκλαιγε. Δε μου άρεσαν τα σκοινιά και οι σπάγκοι. Γι΄ αυτό φοβόμουν και τις μαριονέτες. Ελεύθερα πρέπει να είναι τα πράγματα. Να προχωράνε στο φως χωρίς σκοινιά. Να φτάνουν στην ελευθερία με βήματα σταθερά. Να γίνονται αέρας. 

Δεν κατάφερα ποτέ να ντυθώ μπαλόνι. Δεν ξέρω αν καταφέρω ποτέ να είμαι κάτι άλλο από αυτό που είμαι. Μάλλον δε θα μπορέσω. Δε θα συμφιλιωθώ ποτέ με τα γελαστά και χαρούμενα πρόσωπα που έχει ο βασιλιάς καρνάβαλος. Γι’ αυτό τον δολοφόνησα εκείνο το βράδυ στη μεγάλη φωτιά της πόλης την ώρα που όλοι έπιναν κρασί και χόρευαν τσάμικο.

Εγώ ήθελα να ντυθώ μπαλόνι αλλά η μάνα μου δε βρήκε στολή. Δεν προλάβαινε.



Γι’ αυτό σου λέω: Πάρε με μια αγκαλιά!