Translate

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2015

Ο ΦΟΒΟΣ ΦΟΡΑΕΙ ΚΡΑΓΙΟΝ







Μου είπαν πως φοβήθηκες. Φορούσες τις χειροπέδες στα χέρια και πήγαινες για εκτέλεση. Ποιον θα εκτελούσαν μέσα στη νύχτα; Στον τοίχο στήνουν τα ξημερώματα λίγο πριν την ανατολή. Να βλέπεις το φως που έρχεται και να ζηλεύεις την ελευθερία. Ελευθερία και φως! Μαζί πορεύονται κι αυτά. Άκουσες ποτέ να φαντάστηκε κάποιος την ελευθερία στα σκοτάδια; Κανείς!

Θυμάσαι κάτι χρόνια με αλμύρα; Κουμπαράδες σπασμένοι τα όνειρα. Άδειαζαν σε ένα βράδυ κι ύστερα πάλι να προσπαθούμε να τους γεμίσουμε. Να ‘χουμε νομίσματα για ταξίδια. «Μήπως και μπορέσουμε να ταιριάξουμε το μέσα με το έξω». Έτσι έλεγες και σε πίστευα. Ήθελα να πιστέψω για να μη φοβάμαι. Και μια ζωή να εξηγώ για να μην παρεξηγώ τις επιλογές μου.

Παπαρούνες σε ένα σπαρμένο λιβάδι τα χρόνια. Σκόρπια. Πότε χάθηκαν και οι παπαρούνες! Ανοιγόκλεισες τα μάτια και άλλαξαν οι ορίζοντες. Μπερδεύτηκαν τα σημεία. Ειρωνεία και τα ταξίδια. Άδειοι κουμπαράδες κι αυτά. Θάμπωσαν τα τζάμια με τις ανάσες μας και χάθηκε ο δρόμος, η αφετηρία. Δεν ήθελες σχέδια και χάρτες. Στα τυφλά. Να κλείνεις τα μάτια και δίνεις το σήμα για την εκκίνηση. Τότε δεν είχες θλίψη, ούτε ενοχές και αγκάθια. Πάλευες για το θέλω. Το πρέπει περίμενε σε μια γωνιά να σε κατασπαράξει αργότερα. Όταν θα μεγάλωνες και θα γέμιζες πια τους κουμπαράδες σου. 

Μου είπαν πως φοβήθηκες. Κι εγώ είπα πως μάλλον μεγάλωσες. Ήρθε ο φόβος φορώντας κραγιόν και μάσκαρα. Σε κάρφωνε βαθιά. Σε κοιτούσε ευθεία. Φόρεσες τις αλυσίδες και είπες: «παραδίνομαι». Και παραδόθηκες άνευ όρων. Δε λογάριαζες πια τα χρέη και τα όνειρα. Άφησες να σε πάρει το ποτάμι κι ας ήξερες κολύμπι. Και πήρες κι άλλους μαζί. 

Που σε θυμήθηκα πάλι σήμερα! Είναι που λέμε για τους φόβους μας αυτές τις μέρες. Είναι που τελικά μάθαμε να φοβόμαστε. Συνηθίσαμε να βλέπουμε τσουκνίδες αντί για παπαρούνες. Θυμήθηκα και τη γιαγιά μου να λέει κάθε φορά που γελούσε πολύ : «Σε καλό να μου βγει». Να σε τρομάζει το γέλιο! Φαντάσου ενοχή. Τη φορτώθηκες κι αυτή κι άρχισες να κάνεις κύκλους γύρω από τον εαυτό σου. Και ζαλίστηκες και ζάλισες και την ελπίδα. Σε καλό να σου βγει. 

Σε θυμήθηκα και χθες και σήμερα. Σαν άδικη σκιά που μου τριβελίζει το μυαλό. Τα χρόνια της αλμύρας. Η τελευταία ανάμνηση της εφηβείας. Οι σπασμένοι σου κουμπαράδες. Τα λακάκια στα μάγουλα όταν χαμογελούσες. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια σου για το γύρω του κόσμου μαζί μου. 

Κι ύστερα φόρεσες κοστούμι. Έγινες ένα με τους φόβους. Συμβιβάστηκες με τους άλλους. Ήρθε η εποχή της παραίτησης. Έσκυψες το κεφάλι και είπες : «Δε φταίω εγώ. Φταίει που αγαπούσα τη βροχή κι εκείνη έσβησε τα χρώματα. Τα μπέρδεψα όλα. Νόμιζα πως έβλεπα αλλόκοτα πράγματα και φοβήθηκα. Φοβήθηκα να με αγαπούν τόσο. Ξέρεις πόσο τρομάζει η αγάπη όταν είσαι άμαθος;»

Ατελείς είμαστε. Πώς να κουβαλήσουμε τόσα βάρη; Μόνο κάτι νύχτες βουβές νομίζουμε ότι θα το σκάσουμε από τη φυλακή μας και θα προλάβουμε να δούμε την ανατολή πριν την εκτέλεση. Να κλέψουμε την ελευθερία. Να απαλλαγούμε από το φόβο του θανάτου αφήνοντας απογόνους. Δε βρέθηκε ποτέ κάποιος να μας πει πως μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε; 



Βρέχει. Κι εσύ αγαπούσες τη βροχή…