Translate

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

ΒΡΑΔΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ




Δεν τα ήθελα ποτέ τα πολλά φώτα. Η αδερφή μου έλεγε πως ήμουν τυφλοπόντικας. Ούτε και την πολυκοσμία γούσταρα. Μου προκαλούσε τρικυμία στο κεφάλι κι αυτό με τη σειρά του μου έφερνε ναυτία. Ταξίδευα το δρόμο με 11 μποφόρ χωρίς απαγορευτικό και με απόλυτη ευθύνη του «καπετάνιου». Σα μπορούσα να ‘κανα κι αλλιώς! 

Φοράω το σκισμένο τζιν, διπλώνω δυο φορές τα μπατζάκια για να φαίνεται και το χαϊμαλί στο πόδι, βάζω μια μπλούζα με τιραντάκι για να γιορτάσω την πρώτη καλοκαιρινή απόδραση και μοστράρω και το πράσινο αγαπημένο πεδιλάκι. Εκείνο που όταν το βλέπει η μάνα μου θέλει να το θάψει στη χρονοκάψουλα με βασική προϋπόθεση να την ανοίξουμε μετά από σαράντα χρόνια, σίγουρη ότι εκείνη θα ταξιδεύει και δε θα μπορεί να το «καμαρώνει» πια. 

Και φτάνουμε στο «σοβάντισμα» για την αποφυγή σαγρέ καταστάσεων. Απλώνω το μέικ απ καλύπτοντας όλα τα τρωτά του καθρέφτη – ψεύτη, βάφω τις βλεφαρίδες να φαίνονται πιο μακριές, ζωγραφίζω ένα ουράνιο τόξο στη ματιά και δυο κατακόκκινα μήλα στα μάγουλα. «Φτου σου, κοπελάρα μου! Πού κρυβόσουν τόσο καιρό;», αυτοθαυμάζομαι και αφήνω ένα μικρό τσουλούφι να πέφτει μπροστά στο πρόσωπο επιμελώς ατημέλητο. Κρεμάω το σακίδιο στην πλάτη, βάζω δυο φωτεινά λαμπάκια στο κεφάλι, την κατακόκκινη ξεσκονισμένη καρδιά μου, αφήνω ένα αποτύπωμα χειλιών στον καθρέφτη και βγαίνω στο δρόμο. 

Το μήνυμα ήταν σαφές: «Ραντεβού στις 10 στο παρκάκι». Πάντα είμαι στην ώρα μου. Δεν άργησα ποτέ σε κανένα ραντεβού. Στα άλλα όλα πήγαινα με καθυστέρηση τουλάχιστον μιας δεκαετίας. Άλλη κουβέντα αυτή! Δεν είναι της ώρας. 

Δεν τα ήθελα ποτέ τα πολλά φώτα. Γι’ αυτό γούσταρα τα καταγώγια. Είχα στο μυαλό μου και τους «Μοιραίους» του Βάρναλη. Ο μαζοχισμός εξάλλου δεν εξηγείται πάντα. Είναι σαν το μουσικό κουτί που είχαμε κάποτε στο σπίτι που όταν το άνοιγες ξεδιπλωνόταν μια θλιμμένη μπαλαρίνα και άρχισε να κάνει κύκλους γύρω από τον εαυτό της. Πόσο τη φοβόμουν, δε λέγεται! Στοίχειωνε τα όνειρα μου κι έβλεπα πως κάνω κι εγώ κύκλους άσκοπους, ομόκεντρους όταν μου άνοιγαν να απελευθερωθώ.

Δεν εξηγούνται όλα. Καλύτερα! Τα ποτό λύνει τη γλώσσα, η ζεστασιά όμως των ανθρώπων τις καρδιές. Κέρδος βέβαιο, ανυπολόγιστο. Σα να χουχουλιάζει στο στέρνο σου μια γάτα που γουργουρίζει ευτυχισμένη, ασφαλής, σίγουρη για την επιλογή της. 

Στις τρεις τα ξημερώματα που κάθεσαι στο παγκάκι όλα έχουν λυθεί. Και τότε θυμάσαι πως ούτε μια φορά δεν πήγες στην τουαλέτα να διορθώσεις το κραγιόν. Τσάμπα το κουβαλούσε στην τσάντα. «Πάμε μια βόλτα; Πάμε να περπατήσουμε;» Τον πιάνω από το μπράτσο και του λέω: «Νιώθεις κι εσύ καμιά φορά πως δε σε χωρά η γη;» Με κοιτάζει. «Για την ώρα νιώθω πως δε με χωρά το σπίτι μου. Αργότερα δεν ξέρω τι θα μου ξεράσει το μέσα μου».

Ξέβαψε το κραγιόν. Δεν έχει σημασία. Το κόκκινο είναι αλλού. Προχωράμε και λέμε για όλα. Τα σημαντικά και τα ασήμαντα. Λες και χθες λέγαμε πάλι τα ίδια μα δεν τα εμπεδώσαμε καλά. Αν βάλεις τσιρότο στις πληγές καμιά φορά επουλώνονται. Οι φίλοι είναι πολύτιμοι. Οι λέξεις σημαντικές. Η ζεστασιά στις καρδιές περνάει πρώτα από το κρύο.



Σε παγκάκι είχα να κάτσω χρόνια. Θυμήθηκα πολλά. Τέσσερα καραφάκια ρακή και τρία ποτά! Και τα θυμήθηκα όλα…