Translate

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΕΝΑ ΤΣΙΓΑΡΟ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ




Μπερδεύτηκαν οι μέρες σα κουβάρι. Στραπατσαρισμένες οι σκέψεις βαδίζουν στην κόψη ενός ξυραφιού. Δεν έχω χρόνο. Όλο έτσι λέω για να ‘χω ένα άλλοθι να τρέχω. Οι σόλες των παπουτσιών μου διαγράφουν πορείες με γρήγορους ρυθμούς. Να τα προλάβω όλα. Ποια; Όποτε με ρωτάω δεν έχω απάντηση και συνεχίζω να τρέχω.

Με παρατηρώ από απόσταση. Μου δίνω χρόνο, τόπο, δικαιολογία, άφεση. Η σειρήνα από το ασθενοφόρο μου βάζει φρένο. Το ακολουθώ. Τώρα που τελειώνει η άνοιξη δε θέλω να κλαίω. Το κλάμα το φυλάω για τους άνυδρους χειμώνες που θα ΄ρθουν, μα καμιά φορά ξεχνώ το λόγο και δροσίζω τα μάγουλα και στο κατακαλόκαιρο. 

Στο διπλανό κρεβάτι ο παππούς πασχίζει να βγάλει τα παπούτσια του. Τον βοηθώ και κρυφά, σχεδόν ενοχικά, κοιτάζω τις σόλες. Εβδομήντα πέντε χρόνια χιλιόμετρα. Έχει πράσινα μάτια. Πόσο αγαπώ τα πράσινα μάτια! Μου πιάνει το χέρι και με ευχαριστεί. Πόσο αγαπώ τους ευγενικούς παππούδες! Ετούτος ένας μικρός θεός στο δικό του σύμπαν. Πληγωμένος μα υπερήφανος για τα εγγόνια που του άφησε ο αδικοχαμένος του μονάκριβος γιος. Κάνει το ταμείο της ζωής και πάλι βγαίνει κερδισμένος. Δυο εγγόνια κι εκείνος να κλαίει μόνος για την απώλεια και να χαμογελά με τους άλλους. 

Του πιάνω το χέρι. Θέλω να αγγίξω τα χιονισμένα του μαλλιά. Ξεχνώ το λόγο που βρέθηκα εκεί. Μου δίνει ευχές. Ο παππούς με την τουφεκισμένη ζωή και τα πράσινα μάτια. Εβδομήντα πέντε χρόνια χιλιόμετρα! Πάλι δεν κράτησα την υπόσχεση μου! Την άνοιξη δεν κλαίω ποτέ! 

Βγαίνω έξω. Ανάβω τσιγάρο. Ένα τσιγάρο για το δρόμο. Ένα τσιγάρο για τις στραπατσαρισμένες, αχάιδευτες μέρες. Ένα τσιγάρο για τον πόνο των ανθρώπων. Ένα τσιγάρο για τον παππού με τα πράσινα μάτια και τη γιαγιά που στεκόταν δίπλα του και τον αγαπούσε με το βλέμμα της. Ένα τσιγάρο για όλους τους κακοτράχαλους δρόμους που μπορεί να σε οδηγήσουν στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, ανυποψίαστος για το διπλανό!

Δεν πρόκειται να το κόψω ποτέ. Πάντα θα μετρώ τη ζωή με καπνό. Πώς τα ‘χω καταφέρει έτσι; Ό,τι έγινε, καλά καμωμένο. Δεν έχει πρόβα η ρημάδα η ζωή! Κι εγώ θέλω να σου γράψω ένα γράμμα και να σου πω ότι σ’ αγαπώ τρία χρόνια χιλιόμετρα με τρία ζευγάρια παπούτσια με λιωμένες σόλες. Γιατί κάθε φορά που σε σκεφτόμουν έπαιρνα τους δρόμους αγκαλιά και γουργούριζα από ανάγκη και επιθυμία. 

Μπερδεύτηκαν οι μέρες σαν κουβάρι. Μπλέχτηκαν οι ανάγκες μου σα κισσός και σκαρφαλώνουν, ανεβαίνουν, ψηλώνουν. Με πνίγει που ακόμα δεν έχω καταφέρει να μην κλαίω την άνοιξη. Με σκοτώνει που ακόμα τρέχω. Τι θέλω να προλάβω; Η ζωή είναι αλλού. Εκεί στο σιδερένιο κρεβάτι. Στον παππού με τα πράσινα μάτια. Στον ήλιο που κρύβεται όταν θυμώνει. Που βρήκα τόσο ξερά φύλλα μέσα στην άνοιξη;



Ένα τσιγάρο ακόμα για την αθανασία που γυρεύουμε στα μάτια των άλλων. Για το καλοκαίρι που δε θα κλάψω καθόλου…