Translate

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Η ΣΤΙΓΜΗ ΣΟΥ ΚΑΙ Η ΖΩΗ ΣΟΥ





Οι σκέψεις μου δεν έχουν αιτία. Γίνονται λέξεις κι ύστερα χάνονται σαν ήχοι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Κανείς δεν ακούει!

Έχεις δει τη θάλασσα να απλώνεται και να μην τελειώνει πουθενά; Έχεις δει το χρώμα που βάφονται τα συναισθήματα όταν πλαγιάζουν και σου ψιθυρίζουν ακατάλυπτες κουβέντες;

Μέσα στην ησυχία της νύχτας μοιράζομαι τις σκέψεις μου γιατί δεν τις αντέχω. Μου αλλάζουν τα σχέδια, τα σχεδιαγράμματα, τις φωτεινές επιγραφές μου. Άμαθη και ανήμπορη υποτάσσομαι στις στιγμές. Να νικήσουμε το χρόνο, να κερδίσουμε την ανηφοριά, να φτάσουμε μέχρι την κορυφή του βουνού να υποδεχτούμε….τί; Δε θυμάμαι. Η μνήμη χάνεται στο σούρουπο.

Έχει η ζωή κάτι αναλαμπές που κρατάνε λίγο! Σπίθες πετά και τραβά και ξεγελιόμαστε. Περπατάμε περίτεχνα, στητά, με σιγουριά πως όλα αυτά που μαγεύουν αλλά και βασανίζουν τέλειωσαν για εμάς. Η βεβαιότητα της ασφάλειας ή η ασφάλεια της βεβαιότητας;;;; Κι ύστερα ο θεός γελά που κάναμε σχέδια!

Οι άνθρωποι χορεύουν επάνω στο λόγο, επάνω στις κουβέντες κι επάνω στις καρδιές με μια απελπισία ως την απελπισία, ως το χρόνο που δε λυπάται.

Δυο άνθρωποι μιλούν την ίδια γλώσσα. Σαν από θαύμα βγαίνουν οι λέξεις αβίαστα, κομψά και στημένα. Κι όμως καταλαβαίνουν διαφορετικά πράγματα. Κι ύστερα οι λέξεις γίνονται νεκρές εικόνες, αναποδογυρισμένες όψεις, κιτρινισμένα χρώματα, άγνωστες εικόνες που έχασε το μυαλό. Ο φόβος μας κυνηγά και μας αναγκάζει σε ένα ατέλειωτο τρέξιμο χωρίς σκοπό.

Ποιο είναι το όνομα σου; Γιατί να θέλω να σε γνωρίσω; Όλα εδώ ξανά: το πάντα, το τίποτα, το ποτέ, το μηδέν…. Είμαστε μικρά σημεία στον ατέλειωτο ορίζοντα, άτονοι κύκλοι που κάποτε κλείνουν. Περπατάμε αργά κουβαλώντας σκιές που νομίζαμε ξεχασμένες, αποτυπώματα του χθες, άγραφες συμφωνίες με τον εαυτό μας.

Πώς να κρατήσω το νου ήσυχο; Όλο φεύγει, όλο επιστρέφει κι όλο ρωτά! Ένα κράτημα η ψυχή μου. Κι η ανάσα αποσταμένη, απορημένη. Όλα τα δέχομαι! Κι ο νους παίρνει πάλι τους δρόμους! Αληταριό γίνεται και δε μαζεύεται.

Μια θλίψη σεργιανά με μια λουλουδιασμένη φορεσιά και σκοτεινιάζει κι ούτε μια ακτίδα δε στολίζει τις σκέψεις. Φεύγουμε κι οι δρόμοι είναι άδειοι. Κλειστά παράθυρα και σφραγισμένες πόρτες. Ασυνάρτητες εικόνες, λόγια, σκέψεις.

Οι σκέψεις μου δεν έχουν αιτία! Έχουν μόνο ανάγκη σαν και τις δικές σου. Χωρίς προσωπείο. Να βρεθούμε μαζί να ανηφορίσουμε και να μην πούμε τίποτα γιατί «πάντα πίστευα ότι η σιωπή κρύβει μια ανταποδοτική αγάπη
κι η συνεχής φλυαρία την αναζήτηση της»(Τέλλος Φίλης).



Υ.Γ «πάντα πίστευα ότι η σιωπή κρύβει μια ανταποδοτική αγάπη
κι η συνεχής φλυαρία την αναζήτηση της»(Τέλλος Φίλης). Με αφορμή το σχόλιο του που διάβασα σήμερα το πρωί…