Translate

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΩ





Πώς θα περάσει κι αυτή η νύχτα; Τέτοια αγωνία πώς να την αντέξει το εξάχρονο μυαλουδάκι μου; Πρωί – πρωί να με πάρει η μάνα μου από το χέρι και να με πάει σε εκείνο το μεγάλο κτήριο με την τεράστια αυλή και τις φωνές που άκουγα όταν περνούσα απέξω. Να με αφήσει στην αυλόπορτα, να με χαιρετήσει με ένα φιλί στα μαλλιά κι ύστερα να την κοιτώ να ξεμακραίνει και να χάνεται. Κι εγώ να σταθώ εκεί στη μέση του πουθενά χωρίς ελπίδα πως εκείνη μπορεί να ξαναγυρίσει να πάρει το κοριτσάκι της από το χέρι και να γυρίσουμε μαζί στα σίγουρα, στα βέβαια, στα γνωστά, στα δικά μας.

Θα προχωρήσω αργά, με βήματα αργόσυρτα, θα περάσω τη σιδερένια αυλόπορτα με τα κάγκελα και θα μπω στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Η μυρωδιά από το καινούριο αλέκιαστο μπλε τετραδιάκι, το πενηντάφυλλο με το κενό για την ημερήσια ζωγραφιά της αντιγραφής, τα ανέπαφα βιβλία με τις κολλημένες σελίδες που πρώτα πρέπει να κόψω κι ύστερα να τα ντύσω για να διατηρηθούν όλη τη χρονιά, τα καινούρια μου ρούχα, τα κολαριστά, η σάκα φορτωμένη στην πλάτη γεμάτη με υποσχέσεις και μπλοκ ζωγραφικής, να ζωγραφίζω πουλιά την ώρα που ο δάσκαλος θα γράφει στον πίνακα για να εξηγήσει πρόσθεση και διαίρεση. Οι άλλες πράξεις είναι περιττές!

Πάντα πουλιά ζωγράφιζα. Γλάρους με φτερούγες ανοιγμένες που έκαναν βουτιά και ακουμπούσαν το ράμφος στη θάλασσα. Σιγά και το δύσκολο. Δύο κομμάτια διαφορετικού κύκλου που έβρισκαν τρόπο να ενωθούν. Και η σάκα βαριά. Ασήκωτη για τα μικροσκοπικά ποδαράκια μου που λαχταρούσαν μονάχα παιχνίδι. Πάντα μια σάκα με βάραινε. Κι ακόμα με βαραίνει. Φορτωμένη βιβλία και τετράδια πενηντάφυλλα με γραμμούλες αραδιασμένες.

Κι έμαθα ένα κύκλο, κι ένα άλλο κύκλο με ένα κατσουνάκι κολλητά, κι ένα κατσουνάκι μόνο του. Κι έπειτα έμαθα να προσθέτω και να διαιρώ και αρνιόμουν πεισματικά να πολλαπλασιάζω κι ακόμα προσπαθώ να μην το μάθω γιατί μετά θα γίνω κάτι άλλο και θα χαθώ και θα με χάσω κι άντε πάλι να με ξαναβρώ σ’ εκείνη την τεράστια αυλή με τη μεγάλη σιδερένια σκάλα και τα κάγκελα που με φυλάκιζαν.

Κι έκατσα σε ένα ξύλινο θρανίο με παταράκι για τα πόδια και μια γραμμή βαθουλωτή κατά μήκος για να βάζω τη γόμα και την ξύστρα και το στυλό και το μολύβι με τη μικρή γομίτσα. Το διορθωτικό δεν το καταδέχτηκα. Μια μουτζούρα το τετράδιο, μια μουτζούρα και η ζωή. Να θυμάμαι τα λάθη μου να ‘χω να κάνω τα σωστά από πάνω, να φαίνονται και να χαίρομαι που τράβηξα μια γραμμή πάνω τους και πάτησα γερά και ήρθα και στάθηκα ίσια.

Και τι τα θέλω, αλήθεια, τα σωστά; Εγώ θα γίνω θεατρίνα! Ποιος θα μου κάνει έξωση από τις μνήμες μου; Να μη χρωστώ σε κανένα ασκήσεις και γραμματικές και πολλαπλασιασμούς. Να κάνω τις διαιρέσεις μου σωστά και μετρημένα. Και να μην είναι ποτέ ατελείς με κόμματα και συνέχειες. Τίμιες παρτίδες. Τίμιες μοιρασιές.

Κι αυτή η ζωή ένα «Σκέφτομαι και γράφω». Μα πάντα χωρίς πρόλογο και κυρίως θέμα και επίλογο. Όλα «κουλουβάχατα» και συγκεχυμένα. Ευτυχώς που έμαθα να κάνω παραγράφους και να χωρίζω την ήρα από το στάρι, τα ουσιαστικά χωριστά και τα άλλα καταχωνιασμένα σε μια μικρή παραγραφούλα.

Όταν μεγαλώσω θα γίνω θεατρίνα. Και κάθε 11 Σεπτέμβρη θα περνώ πάντα μπροστά από μια τεράστια σιδερένια πόρτα να ακούω το κουδούνι του διαλείμματος και να μυρίζω το χαρτί από τα καινούρια βιβλία. Κι αν δεν καταφέρω να γίνω θεατρίνα θα γίνω παραμυθάς και θα πετώ σαν τον αγαπημένο παραμυθά των παιδικών μου χρόνων….

Καλή χρονιά!!!!!!!!