Translate

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΡΕΞΕ ΘΕΕ ΜΟΥ





Όταν βρέχει πλημμυρίζουν τα υπόγεια της ανάγκης μας. Ξεπλένεται ο κόσμος από τις αμαρτωλές, σφαλερές σκέψεις. Κρύβονται οι παγερές φάτσες των γειτόνων και σταματούν να κυνηγούν τα αδέσποτα ζώα, τις αδέσποτες ιδέες του παρία που ζητιανεύει κάθε απόγευμα. Όταν βρέχει μια αδιόρατη δύναμη με σπρώχνει να σου πω ότι τα ξέρω όλα για σένα. Τα έμαθα όταν ακόμα ο λίβας έκαιγε τα σπαρτά και οι άνθρωποι μάζευαν το χρυσάφι τους με τα χέρια. Ήρθαν οι ειδήσεις με δισταγμό και κούρσεψαν το μυαλό μου.

Κάθε φορά που θα βρέχει να κρατάς εκείνο το παιδικό χεράκι στην παλάμη σου και να του χαϊδεύεις τα μαλλιά με την ανάσα σου. Να νιώθει πως αγαπιούνται οι άνθρωποι με τα χνώτα, με τα δάχτυλα, με τα μάτια. Γι’ αυτό να το κοιτάς με αγάπη έτσι ασχημάτιστο καθώς θα είναι ακόμα μέσα στη μήτρα του κόσμου, στο απύθμενο αύριο της ζωής, στο άγνωστο καραβάνι της ελπίδας του.

Έτσι θέλω να σε συναντήσω μετά από χρόνια και θα σε συγχωρήσω για όλα. Για όσα είπες και για τα άλλα που ξέχασες να πεις κι ήρθαν σαν υποσχέσεις παιδικές και συμφωνίες που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Σα λευκά τετράδια του Σεπτέμβρη που μάτωσαν μα ούτε μια αράδα δεν καταδέχτηκαν οι γραφιάδες να ζωγραφίσουν.

Θα σε συγχωρήσω για όλα. Κάποτε θα σταθούμε απέναντι κι έπειτα θα βρεθούμε δίπλα να κοιταζόμαστε με τις άκρες των ματιών. Θα σου αγγίξω τα μαλλιά για να δεις πως η συγχώρεση είναι άγγιγμα και βλέμμα. Και θα βρέχει δυνατά κι ο αέρας θα λυσομανά για να ξυπνήσει τις μνήμες. Θα έχουν ασπρίσει τα μακριά μαύρα σου μαλλιά και δυο ρωγμές θα αγκαλιάζουν τα χείλη και το μέτωπο. Κι εγώ θα έχω κοντύνει δυο πόντους και θα έχω ψηλώσει μέσα μου πέντε γιατί θα σου πω πως πια δεν πονώ μα τραγουδώ για τούτη τη βροχή την ευλογημένη που μας ξεπλένει.

Τώρα που κλείνει χρόνος από την παρουσία σου σε μνημονεύω πάλι σε ημερολόγια και τετράδια χωρίς ευχές και δώρα και περιτυλίγματα. Έτσι μόνο για να σεβαστώ τα αισθήματα και τις μνήμες μου κι ας λέω σε όλους πως σε ξέχασα και δε σε θυμάμαι. Μόνο για να σου πω πως έγινα κι εγώ γραφιάς εξαιτίας σου. Έμαθα να γράφω το α και το ο με όμορφους καλοσχηματισμένους κύκλους και μπαστουνάκια και πως τώρα προσπαθώ να διδαχτώ και το ωμέγα. Την αρχή, τη μέση και το τέλος. Ο σκοπός θα είναι πάντα το ωμέγα στη ζωή των ανθρώπων κι ας ξεκινάμε πάντα από το άλφα. Η κατάληξη είναι ένα έψιλον ξαπλωτό. Δε φεύγουμε ποτέ όρθιοι και αλώβητοι.

Κάθε φορά που θα βρέχει να κρατάς εκείνο το παιδικό χεράκι στην παλάμη σου και να του χαϊδεύεις τα μαλλιά με την ανάσα σου. Να μην εγκαταλείπεις τα δημιουργήματα σου. Να του μάθεις πως η βροχή είναι νερό αγιασμένο που σμίγει τους ανθρώπους σε υπόστεγα και κιόσκια κι εκεί μαθαίνουν να αγαπιούνται και να πολεμούν. Κι εγώ θα σε συγχωρήσω που δεν κράτησες ποτέ τις υποσχέσεις σου. Και θα σβήσω τα κεράκια από την τούρτα μετά από ένα ολόκληρο χρόνο αναμονής κι ελπίδας. Μα δε θα σου γράψω άλλα γράμματα πια κι ας ξέρω πως θα σε πονέσει να έρχεται άπραγος ο ταχυδρόμος.

Να μην ξεχάσεις το παιδί που έρχεται. Την ευκαιρία να γίνεις καλύτερος άνθρωπος και να μετρήσεις τι έδωσες και τι πήρες. Την ευκαιρία να κάμεις το χρέος σου στον κόσμο. Να αναστήσεις ένα παιδί με ιδέες. Να σώσεις το παιδί που κοιμήθηκε μέσα σου μια χειμωνιάτικη βραδιά που τρόμαξες από τα βεγγαλικά. Η ουτοπική διπολικότητα της ανάγκης σου…

Καλή αντάμωση!!!!!!