Translate

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Είναι που ζήλεψες το Χαϊλάντερ



Δεν είμαστε οι φίλοι που συναντιούνται συχνά ως φυσικές παρουσίες. Οι συναντήσεις μας ήταν πάντα γραπτές. Ανταλλαγή σκέψεων, κοινών βιωμάτων, δυσκολιών, επαγγελματικών αναζητήσεων και διεξόδων. Την πρώτη φορά που γνωριστήκαμε μάλλον μυρίστηκε ο ένας στον άλλο το ίδιο αδιέξοδο, ένα κοινό λαβύρινθο με χαμένο κουβάρι μα με ίδιο πείσμα να βγούμε και να βρούμε δρόμο. Εκείνος είχε πάντα την εντύπωση ότι εγώ τα είχα όλα τακτοποιημένα και λόγω ηλικίας. Ε! βέβαια! Σε ποιον να πεις ότι κοντεύεις σαράντα κι όλα μέσα σου «κουλουβάχατα» είναι;;ποιος θα σε πιστέψει;

Πριν μια βδομάδα έμαθα ότι ο Βλάσσης έφυγε. Στην αρχή ήθελα να πιστεύω πως πήγε ταξίδι στη Σκωτία κι είπα να του ζητήσω να μου φέρει και μια χιονόμπαλα ενθύμιο μια και δεν το βλέπω να φτάσει ποτέ η χάρη μου. Κι ύστερα ήρθε η επιβεβαίωση για αυτό που φοβόμουν. Του γραψα για να μάθω όχι από περιέργεια μα από ενδιαφέρον. Να δω αν πρέπει να υψώσω πάλι τα χέρια και να ρίξω φάσκελα πρώτα στον εαυτό μου κι ύστερα στους άλλους. Όχι στο Βλάσση. Εκείνος δε φταίει πουθενά. Φιλόλογος ήθελε να γίνει και φιλόλογος έγινε. Και κανείς ποτέ δεν του είπε ότι ο φίλος του λόγου δεν έχει λόγο πια, δε βρήκαν ποτέ μωρέ καράβι οι λέξεις στην Ελλάδα γιατί και ποτέ κανείς δεν είχε αυτιά να τις ακούσει. Δε χρειάζονται πια καθηγητές οι Έλληνες γιατί το ιδανικό σχολείο δεν τους συμπεριλαμβάνει στο πρόγραμμα του.

«Δε με έπαιρνε και πολύ κάτω. Βαρέθηκα, μωρέ Κλειώ, να κυνηγάω επαγγελματικές χίμαιρες και είπα να το ξαναπάω από την αρχή...Θα δουλέψω όπου βρω για αρχή, να γνωρίσω τον τόπο, τους ανθρώπους, να μάθω και τη γλώσσα και αργότερα βλέπω και για σπουδές κλπ. Το σίγουρο είναι ότι κι εδώ θα ζοριστώ, με τη διαφορά ότι δε λείπει η προοπτική. Εδώ και 3 βδομάδες δουλεύω part time ως barista στα Starbucks στο Queen Margaret University και παράλληλα ψάχνω να βρω και κάτι άλλο...»

Επαγγελματικές χίμαιρες. Έτσι μου έγραψε και το κράτησα κι ας είμαι αγύριστο κεφάλι ,κι ας κυνηγάω ακόμα χίμαιρες. Πόσο να αντέξει ο άνθρωπος μόνο με τον ήλιο και τη θάλασσα και το καλοκαίρι; Πόσο να περιμένεις την ανάπτυξη με τόσες λακούβες αραδιασμένες στο δρόμο; Ένας ένας φεύγει. Κάθε φορά στεναχωριέμαι κι εύχομαι πάλι να γυρίσουν όλοι ή τουλάχιστον εκείνοι που δεν ήταν επιλογή τους. Να γυρίσουν και να ζήσουμε μαζί, να μοιράσουμε τα χαρτιά σε μια τίμια παρτίδα ή σε μια τίμια πατρίδα. Να επαναπροσδιορίσουμε τις αξίες μας, να μετρήσουμε τα κουκιά, να δούμε τι μένει, τι δεν πρέπει να μείνει και να μελώσει το μέσα μας. Να σμίξουμε το καλοκαίρι σε κάποια παραλία, να βάλει ο καθένας το όραμα του και να γίνουμε αερόστατα. Ανάλαφροι, ξένοιαστοι, ονειροπόλοι, χαρούμενοι. Να πούμε: «στην υγειά μας»! Να πιάσει ο Δημήτρης την κιθάρα για το «καλώς ήρθατε», να χει πανσέληνο, ένα ματωμένο φεγγάρι και η μόνη μας αγωνία να είναι το καλοκαίρι μην τελειώσει ανέξοδα!

Σήμερα που είναι τσικνοπέμπτη κι όλοι θα μαζευτούμε να πιούμε και να φάμε και να ευχηθούμε να μην ξεχάσουμε να μνημονεύσουμε κι αυτούς που λείπουν. Όπου κι αν βρίσκονται! Έτσι γίνονται αθάνατοι οι άνθρωποι: με τη μνεία! Έτσι ξεπερνιέται η κρίση και κυρίως η ηθική! Να μη μασκαρέψουμε τις λέξεις. Να τα πούμε όλα! Ποιος φταίει, ποιος δε φταίει, τι κάναμε, τι δεν κάναμε ενώ μπορούσαμε, ποιος δικαστής θα μας αθωώσει ή θα μας δώσει χάρη! Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι αριθμοί, ούτε στατιστικές μελέτες. Γελούν, κλαίνε, ονειρεύονται, ελπίζουν, απελπίζονται, παλεύουν, έρχονται και φεύγουν και λαχταρούν να ριζώσουν, να αφήσουν αποτυπώματα και χνάρια! Κανείς να μη φύγει! Να μείνετε όλοι εδώ να σώσουμε τα κουτσουρεμένα και να φτιάξουμε καινούρια, μεγάλα, σπουδαία!

Στην υγειά σου Βλάσση!!!!!



Είδη προικός

Τα σχολεία έκλειναν για καλοκαίρι πάντα 10 Ιουνίου. Ο δάσκαλος έγραφε στον πίνακα το σύνθημα «καλό διακοπές» και όλοι μαζί πετούσαμε από πάνω μας το βαρύ και ασήκωτο φορτίο της «ταχυδρομικής» σάκας.
Στο παιδικό μας ανόητο μυαλό η περίοδος των διακοπών φάνταζε σαν ένα μαγικό ταξίδι με αερόστατο. Και τα στρατηγικά σχέδια έδιναν και έπαιρναν. Τα μεσημέρια ραντεβού στην παιδική χαρά για «ξεκώλωμα» σφιγγοφωλιάς, αιχμαλωσία τζιτζικιών, ποδοσφαιρικό αγώνα με αιώνια κόντρα αγοριών – κοριτσιών(από τότε μεγαλουργούσε το φεμινιστικό μας ένστικτο) και το βράδυ αργά ραντεβού στην πλατεία «έτσι απλά για μπυράλ και κουβέντα».
Τα σαββατοκύριακα στιβαγμένα σαν πρόβατα στις καρότσες – αρχικά βαγόνια τρακτέρ και στη συνέχεια καρότσες αγροτικών- πηγαίναμε στη θάλασσα για να απολαύσουμε το μπάνιο και καμιά φορά και την αμμοβολή όταν ο νοτιάς ήταν στο φόρτε του. Εννοείται ότι όταν φτάναμε η θάλασσα γέμιζε λάσπες από τη σκόνη που μας είχε μεταμορφώσει σε αλευράδες.
Όλα αυτά ωραία και ρομαντικά! Ώσπου έφτασε στο χωριο η DMC. Kαι ποιος μπορεί να την ξεχάσει! Εταιρεία με κλωστές για κέντημα σε όλα τα κλασικά χρώματα, κόκκινα, μαύρα, μπλε, κίτρινα αλλά και με νέο δειγματολόγιο με άγνωστα χρώματα που αναγκαστικά μάθαμε.
Όλες οι μαμάδες τότε βάλθηκαν να μαζέψουν τα «ερμαφρόδιτα» κορίτσια τους και να τα κάνουν γυναίκες. Τέρμα το αγοροκόριτσο που υπήρχε μέσα μας. Θα έπρεπε να μάθουμε κέντημα αρχικά, πλέξιμο αργότερα, για να γίνουμε άξιες σύζυγοι, ικανές μάνες, νοικοκυρές και χρυσοχέρες. (που να ήξεραν τότε ότι τα πράγματα θα άλλαζαν δραματικά).
Και το μαρτύριο άρχισε! Μέσα σε ένα απόγευμα είχαμε μάθει σταυροβελονιά, ριζοβελονιά και γεμιστό. Στα άμεσα σχέδια ήταν και η «βυζαντινή βελονιά» αλλά για καλή μας τύχη η μοναδική θεία που τη γνώριζε έφυγε από το χωριό πριν προλάβει να δώσει τα δώτα της.
Το βάσανο ήταν όταν το βιβλίο που διάβαζες είχε απίστευτη αγωνία και ήθελες να το τελειώσεις. Τοποθετούσες τότε το βιβλίο κάτω από το κέντημα και όταν η μητέρα – κέρβερος κοιτούσε αλλού, σήκωνες το τεράστιο τραπεζομάντηλο που κεντούσες κι έκλεβες μερικές αράδες.
Επειδή όμως οι μαμάδες πάντα είχαν μάτια και από τον ποπό, αντιλαμβάνονταν ότι κάτι δε λειτουργούσε σωστά. Τότε έβαζαν σημάδι στο σημείο που έφτανες για να δουν την εξέλιξη του έργου σου.
Ό,τι κι αν σκαρφιστήκαμε , δεμένα χέρια με επιδέσμους, τρυπήματα με τις βελόνες, χανζαπλαστ στα δάκτυλα, τρίψιμο στα μάτια να κοκκινήσουν, δεν καταφέραμε ποτέ να ξεφύγουμε από την αναθεματισμένη DMC (ΝΤΕ ΜΙ ΣΕ).
Για να μας επιβραβεύσουν για το τρομερό έργο μας έβαλαν κορνίζες σε όλα τα εργόχειρα που μπορούσαν να μπουν σε κάδρο. Μπορεί να μην είχαμε τίποτα στο χωριό αλλά κορνιζάδικο είχαμε(θεία αγρονόμενα).
Αν μπείτε στα πατρικά μας «μουσεία», με συγχωρείτε…-σπίτια- θα θαυμάσετε όλα τα έργα στους τοίχους του σαλονιού: το κοριτσάκι που μαζεύει λουλούδια, το αγοράκι που στέκεται και παρατηρεί (αυτά δίπλα-δίπλα), την κοπέλα με το θλιμμένο πρόσωπο, το άλογο που τρέχει στο λιβάδι με διαστάσεις 40x60, και πολλά άλλα.
Ευτυχώς η δικά μου η μάνα δεν κατάφερε να με πείσει να κεντήσω το μυστικό δείπνο και το «καλημέρα κρήτη». Εκεί πάτησα πόδι και υπερασπίστηκα την ιδεολογία μου. Τα άλλα όμως κορίτσια, τα περισσότερα τουλάχιστον, δεν μπόρεσαν να γλιτώσουν…


Αφιερωμένο στην τέχνη που έχει πολλές διαστάσεις! Στόχος μας είναι να καταφέρουμε κάποτε να εκθέσουμε όλα τα έργα τέχνης σε μια γκαλερί στη Νέα Υόρκη(μαζί και το σεμεδάκι που στόλιζε την τηλεόραση και εκρυβε τη μισή οθόνη).

Ο Πραματευτής

Το χωριό μου ήταν πάντα μικρό. Διακόσιες ψυχές γέροι, νέοι και παιδιά όλοι κι όλοι!(άσχετα ότι στην απογραφή κάθε δέκα χρόνια έπεφτε σύρμα και κουβαλιόνταν κακήν κακώς όλοι οι μετανάστες της Γερμανίας, Αμερικής αλλά και σύσωμοι οι «πρωτευουσιάνοι» Ηρακλειώτες και Αθηναίοι. Όπου ξαφνικά όλοι υπερηφανεύονταν για την κωμόπολη που κατοικούσαν με χαρακτηριστικό τη μεγαλύτερη πλατεία παντών των περιχώρων και τον προστάτη Άγιο Γεώργιο (βοήθεια μας!).

Υπήρχαν πάντα δύο καφενεία στα οποία σύχναζες ανάλογα με την κομματική σου ταυτότητα και δύο παντοπωλεία που οι τιμές ανεβοκατέβαιναν στα πλαίσια του ανταγωνισμού. Για μπουτίκ όμως και υποδηματοπωλεία ούτε λόγος! Όπως γίνεται κατανοητό υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να μην μπορέσουν οι κυρίες του χωριού –με συγχωρείτε! της κωμόπολης εννοώ- να παρακολουθήσουν τη νέα κολεξιόν! Τραγικό! Επειδή όμως ο μεγαλοδύναμος όλα εν σοφία εποίησε , ήρθαν οι πλανόδιοι (και δεν εννοώ ακροβάτες ούτε μουσικοί) για να διευκολύνουν τη ζωή των μαμάδων και να αδειάσουν τα πορτοφόλια των πατεράδων!

Ο πρώτος που έκανε την εμφάνιση του ήταν ο Τριβιζάς. Ένας συμπαθέστατος παππούς που ερχόταν με το μπεγίρι (κοινώς μουλάρι) και το έρμο έσερνε μια αυτοσχέδια καρότσα φορτωμένη με την πραμάτεια! Και σα να μην έφτανε το βάρος που έσερνε φορούσε και στο κεφάλι σε στολίδια την Άρτα με τα Γιαννινα! Και του πουλιού το γάλα χωρούσε η μαγική καρότσα! Το σύνθημα ήταν η κουδούνα που προφανώς ο παππούς είχε δανειστεί από το σχολείου του χωριού του που έκλεισε. Αυτό κάθε Δευτέρα! Αν τύχαινε την ίδια μέρα να περάσει και ο ψαράς ο Κοτζιας (γαύρος, γόπα, σαβρίδι! Μεγάλη ποικιλία η ψαραγορά!) έστηναν ένα καυγά τρικούβερτο γιατί ο ένας θα ενοχλούσε την πελατεία του άλλου!

Η Τρίτη ήταν η μέρα του Μάμα, δηλ του παπουτσή! Ερχόταν με το πρασινο φορτηγάκι του, άραζε έξω από την εκκλησία και δώστου να ακούγεται από το κασετόφωνο: ο πραματευτής! Πήγαινες τότε με την καθαρή, μανταρισμένη σου καλτσούλα και δοκίμαζες το δύο νούμερα μεγαλύτερο παπούτσι (με τη δικαιολογία ότι τα πόδια των παιδιών μεγαλώνουν γρήγορα. Κι ώσπου να μεγαλώσει το ποδάρι εσύ έπρεπε να παριστάνει τον παπουτσωμενο γάτο ).

Η επόμενη μέρα ήταν πάντα γιορτή! Κατεφθανε το βαρύ πυροβολικό ΣΑΚΗΣ ΚΑΛΟΨΥΧΟΣ Ο ΜΑΚΕΔΟΝΑΣ. Αγνώστου προέλευσης, μελαχρινός με μουσική παιδεία που προφανώς διδάκτηκε από το Γιώργο Μάγκα. Ανάμεσα στα βρακιά –που μόνο σέξυ δεν τα χαρακτήριζες αφού χωρούσαν τρεις κώλοι μαζί με τα στήθη- και τις κλαρωτές ρόμπες σε αποχρώσεις παλ, έβλεπες και ένα τσουβαλι κουκιά, φασόλια, φάβα και μπιζέλια! Όλα καλόψητα! Αγοράζεις βρε αδερφέ, ένα βρακί παίρνεις και το όσπριο της παρασκευής!

Όλοι αυτοί μεγάλωσαν, γέρασαν, χάθηκαν, συνταξιοδοτήθηκαν, εν πάσει περιπτώσει δεν ξαναέκαναν τη θεαματική τους εμφάνιση ξανά στην μικρή μας πόλη! Πριν προλάβουμε όμως να προσλάβουμε ψυχολόγο για να αντιμετωπίσει την γενική κατάθλιψη και το μαρασμό των γυναικών, ο μεγαλοδύναμος έστειλε το ΣΩΤΗΡΗ. Ο Αλβανός έμπορος έπεισε όλες τις γυναίκες ότι η κατοχή πλησιάζει και άρα καθεμιά πρέπει να προμηθευτεί δεκαπέντε αφρόλουτρα, είκοσι σαμπουάν, δέκα οδοντόβουρτσες και οδοντόκρεμες , εικοσιπέντε «μασχαλιτικά» και πολλά άλλα είδη πρώτης ανάγκης! Σε όποιο σπίτι κι αν πας, κάθε χωριανή που σέβεται και τιμά την οικία της, πρέπει οπωσδήποτε να βρεις το χαρακτηριστικό ρολό κουζίνας που καταλαμβάνει όλο τον πάγκο της κουζίνας. Κι αν ψάξεις στην αποθήκη θα δεις ακουμπισμένο κάπου ευλαβικά το μικρό σκαλιδάκι γενικής χρήσης και απολύτως απαραίτητο! Και για να μην γκρινιάζουν οι σύζυγοι αποφάσισαν από κοινού να κάνουν και σ αυτούς ένα δώρο! Σ Φ Ε Ν Τ Ο ΝΑ! Μη ρωτήσετε τη χρησιμότητα της! Δεν εχω απάντηση! Ο καταναλωτισμός έπληξε και τη μικρή μας κωμόπολη και άδειασε τα πορτοφόλια των συζύγων! Τα τελευταία νέα είναι ότι όλοι οι άντρες έχουν καταθέσει αίτηση διαζυγίου και κυνηγούν το Σωτήρη με τις σφεντόνες!!!!!!!!!!!!!



Τα παραπάνω δεν αποτελούν προϊόν μυθοπλασίας. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις δεν είναι φανταστική!
Ευχαριστώ την κυρία Θεονύμφη για το ταξίδι στο χρόνο και τις χρήσιμες πληροφορίες…


Η Κούτα ΝΟΥΝΟΥ



Εκείνα τα χρόνια τα χρόνια της φοιτητικής ακολασίας δυστυχώς δεν υπήρχε ακόμα λεωφορείο που να εκτελεί το δρομολόγιο Ηράκλειο – Ιωάννινα. Επομένως και το πασίγνωστο σε όλους τους στεριανούς φοιτητές δέμα για εμάς ήταν «ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό». Η Ελληνίδα μάνα όμως που για όλα βρίσκει λύση κατάφερε να βρει γνωστό, να υποχρεωθεί και μέσω Κηφισού να στείλει μια κούτα ΝΟΥΝΟΥ (προτιμούσαν αυτές γιατί άντεχαν όλες τις κακουχίες της διαδρομής αλλά ο κυριότερος λόγος ήταν ότι μπορούσες να τη φορτώσεις γιατι για τους γονείς το ουκ εν τω πολλω το ευ είναι άγνωστη ρήση). Όταν λοιπόν η σπιτονοικοκυρά χτύπησε το κουδούνι για να αναγγείλει το τηλεφώνημα από την Κρήτη (εκτελούσε η καϋμένη και χρέη κοινοτικού τηλεφωνείου) ο πατέρας μου περιχαρής μου ανακοίνωσε ότι το πρώτο μου ( και όπως κατάλαβα αργότερα όχι το και τελευταίο αφού είναι ικανοί να βρουν γνωστούς και στην Αυστραλία αν μεταβείς ποτέ ως μετανάστης) θα βρίσκεται στις 3 το μεσημέρι στα ΚΤΕΛ Ιωαννίνων.


Η κουτα ΝΟΥΝΟΥ αφίχθη στην Άρη Βελουχιώτη μετά από πολλές ταλαιπωρίες, γκρίνια από τον ταξιτζή ο οποίος παραπονιόταν ότι ήταν ασήκωτη – που δεν είχε και άδικο- αλλά και με μεγάλη περιέργεια!!


Η μαγική στιγμή έφτασε! Μπριζόλες μέσα στο ξύδι (γνωστή συνταγή για να μη χαλάσει ποτέ το φιλετάκι λαιμού, αμπελόφυλλα (εκεί αναγκαστικά έμαθα να φτιάχνω και ντολμάδες), καφές «τσιρογαλάκης» (το πιο ωραίο χαρμάνι σύμφωνα με τον πατέρα μου ο οποίος κάθε φορά τον ρουφούσε με τέτοια δύναμη που νόμιζες ότι η γουλιά φτάνει μέχρι τις πατούσες – πάγια τακτική για να εκνευρίζει την πρωτευουσιάνα μάνα μου), ρύζι, μακαρόνια, ντομάτες (πίστευαν ότι η Ήπειρος βγάζει μόνο ρίζες)! Καλά όλα αυτά! Κατανοητά!


Εκείνο όμως που δε μπορέσαμε ποτέ να εξηγήσουμε όλοι εμείς οι κρητικοί που σπουδάζαμε στα πέρατα της οικουμένης και συχνά το συζητούσαμε όταν πια μαζευτήκαμε στα πάτρια εδάφη, ήταν το διπλό ρολό χαρτί υγείας. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δέμα στα 4 χρόνια φοιτητικής εξαθλίωσης θυμάμαι πάντα το χαρτί υγείας.


Η κούτα ΝΟΥΝΟΥ παραμένει αγέρωχη, δυνατή και αναγκαία σε κάθε σπίτι που έχει έστω ένα παιδί στα «ξένα». Το χαρτί υγείας δε μάθαμε ποτέ πως τρύπωσε στη ζωή μας ως δώρο αλλά τι σημασία είχε τότε; Γελάσαμε, το χρησιμοποιήσαμε και μάλιστα σε περιόδους ισχνών αγελάδων μακαρίζαμε τη χειρονομία… Γιατί η αθάνατη Ελληνίδα μάνα φροντίζει


ακόμα και για τον πισινό μας.