Translate

Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΓΥΜΝΙΣΤΕΣ




17 Ιουλίου. Και να ήθελα δε θα μπορούσα να ξεχάσω τη γιορτή της. Κομβόι ξεκινούσε όλο το χωριό για το πανηγύρι. Η Αγία Μαρίνα στη Βόνη. Ένα χωριό μικρό που όλο το χρόνο ζούσαν εκεί μονάχα φαντάσματα μα από τις 14 μέχρι και τις 17 Ιουλίου το χωριό ζωντάνευε ξαφνικά. Αποκτούσε υπόσταση, φωνή, δυναμική παρουσία. Οι πανηγυριώτες με δέος και σεβασμό πλησίαζαν την εκκλησία, άναβαν το κεράκι, προσέφεραν το τάμα τους κι ύστερα αποχωρούσαν από το ναό για να γευτούν τα καλούδια και να αγοράσουν από τους πραματευτάδες κάθε λογής «σαχλαμάρα», όπως έλεγε ο πατέρας μου που δεν αποδέχτηκε ποτέ την εκμετάλλευση της εορτής από τους πλανόδιους κερδοσκόπους.

Έτσι μονάχα μία φορά τον πείσαμε να παρευρεθούμε κι εμείς οικογενειακώς στο μεγάλο γεγονός του καλοκαιριού. Εξάλλου η οικογένεια του ήταν συνδεδεμένη με την άλλη αγία Μαρίνα που βρισκόταν στη Μεσαρά κοντά στο παραθαλάσσιο θέρετρο του Λέντα σε ένα χωριό με το αστείο όνομα Μιαμού που πάντα τάχα μου εμείς τα παιδιά μπερδευόμασταν και το λέγαμε «μαϊμού». Είχα ακούσει πολλές φορές τη γιαγιά να λέει για την πηγή με το θαυματουργό νερό που υπήρχε εκεί και που ο παππούς για πολλά χρόνια έπαιρνε τον καημένο το «Ντορί», το γαϊδαράκο μας, ξυπνούσε στα μαύρα χαράματα και πήγαινε ώρες δρόμο για να της κουβαλήσει το νερό και να φύγει η πέτρα από τα νεφρά. Τέτοια αγάπη!

Έτσι για εμάς ο αγώνας ανάμεσα στις δύο αγίες «ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΒΟΝΗΣ – ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ ΜΙΑΜΟΥΣ» σημειώσατε 2. Για να γλιτώσουν όμως από τη γκρίνια μας, αφού παιδιά είμασταν και αγαπούσαμε τα παιχνίδια που πουλούσαν στη Βόνη και που δεν υπήρχαν στη Μιαμού, μας υποσχέθηκαν μπάνιο στην περιοχή του Λέντα με το πέρας της «θείας» λειτουργίας και μετά από μια απολαυστική και δροσερή κανελάδα με χιόνια από το Ψηλορείτη. Ήταν η μοναδική απόλαυση που διέθετε η χάρη της αλλά έτσι κι αλλιώς εμάς θα μας αποζημίωνε η θάλασσα.

Αυτή τη φορά στην παρέα μας θα βρισκόταν και ο παππούς με τη γιαγιά η οποία καθόλου δε συμπαθούσε τη θάλασσα σε αντίθεση με τον παππού που έβαζε το «μπανιερό» του και πλατσούριζε ευτυχισμένος. Η διαδικασία ήταν πάλι ίδια. Δέσαμε τις καρέκλες στη γαλάζια κλούβα Mitsubishi, βάλαμε τον παππού και τη γιαγιά στα μπροστινά καθίσματα και ξεκινήσαμε. Όταν φτάσαμε πουρνό- πουρνό η λειτουργία δεν είχε αρχίσει. Κι όταν επιτέλους ξεκίνησε μας φάνηκε ότι είχε και τον ατελείωτο. Όταν έχεις λαχτάρα για κάτι νιώθεις πως αυτή η έρμη η ώρα δεν περνάει. Ο μισητός χρόνος παγώνει μονάχα όταν δε θέλεις. 

Κάποια στιγμή μετά από ώρες αναμονής ο παπάς αναφώνησε εκείνο το «αμήν» και τότε κι εμείς σταυροκοπηθήκαμε όχι από ευλάβεια και σεβασμό αλλά από ανακούφιση. Μπήκαμε μέσα στη Mitsubishi βγάλαμε τα καλά «εκκλησιαστικά» μας ρούχα και φορέσαμε τα «μπανιερά» τα σορτσάκια μας και με οδηγό τον πατέρα μας ξεκινήσαμε για την περιβόητη παραλία. Κανείς δε φανταζόταν τι θα ακολουθούσε.

Πριν προλάβει να παρκάρει είχαμε ανοίξει τη συρόμενη πόρτα και αρχίσαμε να τρέχουμε προς τη θάλασσα. Κι ο παππούς έγινε κι αυτός παιδάκι και μας ακολούθησε. Η γιαγιά όμως αποφάσισε να βολτάρει τριγύρω για να τσεκάρει την περιοχή. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Εμείς μπαίναμε και βγαίναμε από τη θάλασσα κάνοντας διαγωνισμό για το ποιος θα μετρήσει περισσότερα μπάνια. Φανταστείτε ότι στο τέλος του καλοκαιριού είχαμε κάνει 200 μπάνια μετρώντας τα βέβαια με αυτόν τον τρόπο.

Ξαφνικά την ευτυχία μας και το μέτρημα διέκοψε η φωνή της γιαγιάς από τη διπλανή παραλία η οποία ακουγόταν έξαλλη και το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν: «Ξετσίπωτη! Αλόγα! Βάλε μωρή κανένα ρούχο πάνω σου! Και ρίξε και στον κύριο σου μια πετσέτα που έβγαλε τη μαλαπέρδα να τη λιάσει!»

Η γιαγιά είχε βρεθεί άθελε της στην παραλία των γυμνιστών που βρισκόταν στο διπλανό κολπάκι. Σοκαρισμένη από το θέαμα και την άγνοια της έννοιας του γυμνισμού άρχισε να ωρύεται και τα ξεστομίζει ό,τι βρισιά κατέβαινε στην κούτρα της. Δε μπορούσε να χωρέσει ο μικρόκοσμος και η ηθική της ότι μετά την αγία Μαρίνα θα μπορούσε να αντικρίσει αυτό το θέαμα. Κι ας έλεγε ότι ο Αδάμ και η Εύα ήταν γυμνοί στον παράδεισο. Στην κόλαση έπρεπε να είσαι σεμνός και ενδεδυμένος με καλυμμένα τα επίμαχα σημεία.



Ο πατέρας μου έτρεξε και την πρόλαβε με βότσαλα στα χέρια προτού αρχίσει το λιθοβολισμό των αμαρτωλών και ξετσίπωτων γυμνιστών. Από τότε οι βόλτες με τη γιαγιά περιορίστηκαν στην επίσκεψη απομακρυσμένων μοναστηριών πάνω στα βουνά χωρίς το φόβο των ακάλυπτων παραθεριστών. Και δυστυχώς εμείς δεν προλάβαμε να μετρήσουμε παρά μόνο 50 μπάνια κι έτσι εκείνο το καλοκαίρι δε φτάσαμε τα 200 που ήταν ο στόχος!!!!