Translate

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΦΛΥΑΡΙΑ




Θέλω να σας μιλήσω για το καλοκαίρι. Τα καλοκαίρια σε τούτο το νησί. Αμπαρωμένες καρδιές και ξεκλείδωτες πόρτες, με το κλειδί απάνω, να ‘χει να βολεύεται η πεθυμιά και η ανάσα. Σε μια ξεκλείδωτη πόρτα και σ’ ένα ορθάνοιχτο παραθύρι. Τριτοκοσμική πολυτέλεια για τους μοντέρνους καιρούς μας. 

Να ‘χει και λίγο τόπο να βολευτεί η καρδιά σα ξεκινά το μέτρημα. Να κοιτά απάνω και να πασχίσει να θυμηθεί το νεφέλωμα αν το λένε «ποταμό» ή του Μαγγελάνου και πάλι να ξεχνά η αδύναμη μνήμη και να περιορίζεται στο κοίταγμα. Όπως όταν κοιτάς ένα άγνωστο που αγνοείς το όνομα του.

Τσαντίρια τα σπίτια σαν και τα όνειρα. Το ένα να πιάνεις το άλλο να αφήνεις. Σαν τα μισοτελειωμένα λόγια, τις μισές ιστορίες, τις ανολοκλήρωτες κουβέντες. «Οι παρέες που φτιάχνουν ιστορίες»! Δεν είναι δικό μου. Από κάπου το δανείστηκα μα δε με βοηθάει η αφηρημένη μου μνήμη να θυμηθώ. Το κλεψα γιατί ταίριαζε και πάντα θα ταιριάζει. Σοφός αυτός που το πρωτοείπε! 

Ένας βράχος αποκούμπι και ξαπλώστρα. Να λιάζεις τη ζωή και να διατείνεσαι ότι είσαι μεγάλος και μπορεί να λιαστείς όσο θες χωρίς την άδεια της μαμάς. Εκείνη να σου φορά το καπέλο κι εσύ να θες να πετάξεις το περιττό βάρος από το κεφάλι που εμποδίζει τη φαντασία. 

Πόσα αστέρια μέτρησες την ώρα που έπεφταν! Μα πάνω στον ενθουσιασμό σου να το φωνάξεις δεν πρόλαβες και τις ευχές. Κι ένιωσες τα δίκια σου βουνό και τα αχ! βαρίδια που ξέμεινες με τη σοφία κι έχασες κάτι άλλο. Το άτιμο το τίμημα! 

Κι ύστερα απλωμένοι έρωτες ολούθε να πασχίζουν αγόγγυστα να καθαρίσουν την ψυχή από τα αδύναμα και να φανούν καθαροί, «κουστουμαρισμένοι» με υπομονή και καρτερικότητα. Αχ! το καινούριο! Πόσο δυνατό φαίνεται και πόσο δύσκολα παραμένει! Να χάνεις τα κουπιά στην αρχή και να μη σε νοιάζουν οι φουρτούνες! Κι έπειτα να ‘χει νηνεμία και να φοβάσαι μη μπατάρει η βαρκούλα! Μάνταλα σπασμένα στις πόρτες!

Σαν ένα χέρι να σε σπρώχνει στα τυφλά και να ‘χει λίβα κι άλλοι να ζωντανεύουν κι άλλοι να πεθαίνουν. Να βρίσκεις παρηγοριά σε μια φέτα καρπούζι που πριν κοπεί να διαφωνείς για τον τρόπο της μοιρασιάς. Κι ύστερα να πέφτεις με τα μούτρα σα παιδί και να ξεπλένεις τα χέρια στη θάλασσα. Όλα να τα ξεπλένεις εκεί. Αγιασμένο νερό! Κολυμπήθρα που σε ξαναβαφτίζουν με τη θέληση σου. Με το δικό σου όνομα! Και να σου παίρνει ώρα να διαλέξεις αν κρατήσεις το Ορφέας ή αν θα σε λένε Τιμόθεο. Γέλια και χαχανητά και παρενθέσεις. Να απαθανατίσουμε τις στιγμές με πόζες για να ‘χει ο καιρός να βρίσκει κουράγια και αντοχές! Να ‘χει δικό του μερίδιο στη μοιρασιά, στη δίκαιη κληρονομιά!

Και οι υποσχέσεις για αντάμωμα βροχή! Καινούρια σχέδια και σε νέους τόπους. Νότιους τόπους με κακοτράχαλες διαδρομές, με απαίτηση ένα τετραγωνικό μέτρο οικόπεδο για να χωρέσει η σκηνούλα μας. Ποιος να σου το αρνηθεί;

Ηλιοκαμένα κορμιά που πέταξαν από πάνω τους τη σκόνη του χρόνου και μπήκαν στο χορό! Σα μια γιορτή με νταούλια και ντέφια και μια φωτοβολίδα να σκάει μέσα στη νύχτα ξανά και ξανά για να φωτίσει τα σκοτεινά και να φέρει ξημέρωμα. 

Κι όλα αυτά για να πω μόνο ευχαριστώ. Για όλα! Που είχα τόσο καιρό να νιώσω χρήσιμη και σημαντική. Που είχα τόσο καιρό να γείρω το κεφάλι και να διώξω τις σκέψεις. 



Πόσο φλύαρη είμαι!!!!! Ίσως φταίνε τα δαντελωτά ακρογιάλια και η θάλασσα που χρύσιζε την ώρα που γύρισα το κεφάλι και την αποχαιρέτησα….