Translate

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

ΜΠΑΜΠΑ ΜΗ ΧΤΥΠΑΣ ΤΗ ΜΑΜΑ




Η ενδοοικογενειακή βία είναι ένα μεγάλο, σιωπηλό αγκάθι. Μια πληγή που έχει κακοφορμίσει και φαντάζει αθεράπευτη. Μια σιωπηλή συνενοχή αφού όλοι ξέρουμε αλλά δε μας φταίει λόγος αφού δεν αφορά το σπίτι μας. Τόσο υποκριτές! Ακούμε φωνές και στήνουμε αυτί αντί να σηκώσουμε το ακουστικό και να πάρουμε την αστυνομία ή ακόμα και να επέμβουμε. Όχι! Το κουτσουμπολιό έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από την ουσιαστική παρέμβαση, το νοιάξιμο και το ενδιαφέρον. 

Μόλις είχα αρχίσει τα μαθήματα. Είχα πάρει το πτυχίο και άρχιζα δειλά-δειλά την «καριέρα» μου. Ο ένας γονιός με πρότεινε στον άλλο κι έτσι οι μαθητές μου πλήθαιναν και μαζί μεγάλωνε και η αυτοπεποίθηση μου. Σα γύφτικο σκεπάρνι καμάρωνα. Ήμουν τόσο αφελής που νόμιζα ότι όταν συναναστρέφεσαι με παιδιά είναι μια πελατειακή σχέση και τίποτα άλλο. Κι ύστερα κατάλαβα πως είναι κάτι μεγαλύτερο, σπουδαιότερο, βαθύτερο, πιο περίπλοκο και το πιο σημαντικό από όλα.

Η Μαρία ήταν ένα κορίτσι πρώτης γυμνασίου. Άχρωμο, άοσμο, αδιάφορο. Τοίχοι υψωμένοι ολόγυρα. Θα συναντιόμασταν τρεις φορές την εβδομάδα για να τη βοηθάω στα μαθήματα της. Εγώ φιλολογικά δίδασκα αλλά όπως κατάλαβα λίγο αργότερα η Μαρία νόμιζε ότι είχα τη λύση για όλα τα μαθήματα. Αρχάρια και άπειρη όπως ήμουν βρέθηκα να λύνω και ασκήσεις μαθηματικών.

Απογοήτευση μεγάλη. Η μέγιστη! "Ένα μέτρο, Μαρία, 100 εκατοστά, τα πέντε μέτρα πόσα; 300 εκατοστά, κυρία»! Η Μαρία πάντα αφηρημένη, κλεισμένη σε ένα δικό της κόσμο, φοβισμένη. Απόλυτα φοβισμένη! Κάθε φορά που έκανα κάποια νευρική κίνηση η μικρή μαζευόταν, έβαζε τα χέρια στο πρόσωπο και προσπαθούσε να προφυλαχτεί. Δεν καταλάβαινα το λόγο αλλά δεν μπήκα και ποτέ στον κόπο να το ψάξω. Εξάλλου η έπαρση της αυθεντίας μου με καθιστούσε παντογνώστη και πανεπιστήμονα που δε μου επέτρεπε να μπω σε αυτές τις συναισθηματικές λεπτομέρειες. Το πόρισμα είχε βγει: Η Μαρία ήταν κακή μαθήτρια, παγερά αδιάφορη και ξύλο απελέκητο. Τόσο σίγουρη ήμουν για τις ικανότητες μου και πεπεισμένη για τα συμπεράσματα μου που δεν υπήρχε περίπτωση να κάνω λάθος. 

Κάπου εκεί μέσα στο σπίτι υπήρχε και μια φοβισμένη μαμά. Κάθε φορά που τέλειωνα το μάθημα με περίμενε στην πόρτα και με αγωνία περίμενε να μάθει τις επιδόσεις της κόρης. Κι εγώ κάθε φορά έλεγα τα ίδια και την απογοήτευα ακόμα περισσότερο. Με είχε παρακαλέσει εξαρχής να μην πω την αλήθεια στο μπαμπά αν ποτέ με ρωτούσε αλλά να του έλεγα ότι είναι ένα παιδί που προσπαθεί πολύ. Εγώ συμφώνησα. Δεν είχα και λόγο να πράξω το αντίθετο αν και το σύζυγο δεν τον είχα συναντήσει ποτέ σε αυτούς του πέντε μήνες που μπαινόβγαινα στο σπίτι.

Μια Δευτέρα απόγευμα ενώ κάναμε μάθημα άκουσα τη φωνή του. Η Μαρία όμως άρχισε να τρέμει, χλώμιασε, αποπροσανατολίστηκε. Μάταια προσπαθούσα να εξηγήσω τις κύριες και τις δευτερεύουσες προτάσεις. Δευτερεύουσες οι πληροφορίες μου. Το κορίτσι φαινόταν χαμένο και συχνά γυρνούσε και κοιτούσε στην πόρτα. Η φωνή του μπαμπά ολοένα και δυνάμωνε και δεν είχε να κάνει με το κρητικό ταπεραμέντο του φωνακλά έξω καρδιά συζύγου. Σε λίγο ακουγόταν και η φωνή της μαμάς και τώρα πια ξεκάθαρα διέκρινες ένα καβγά και μια ομηρική φιλονικία. Οι φωνές τους σκέπαζαν τη δική μου που εξακολουθούσα να κάνω τη δουλειά και να προσπαθώ να επαναφέρω στην τάξη τη Μαρία. Ώσπου άρχισαν να φεύγουν πράγματα, να σπάνε αντικείμενα και να ακούγεται ο ήχος ενός χεριού που πέφτει στη γυμνή σάρκα. Ουρλιαχτά, φωνές, βρισιές και ύστερα σιωπή κι ένα βουβό κλάμα να σκεπάζει την ησυχία του απογεύματος. Η μικρή είχε κουρνιάσει στην αγκαλιά μου και με παρακαλούσε να φύγω για να προλάβει να κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι πριν μπει μέσα στο δωμάτιο. Είχα παγώσει! Και είχε παγώσει και ο χρόνος. Άκουγα τους χτύπους της δικής μου καρδιάς και της καρδιάς της Μαρίας. Ξέρετε, της αδιάφορης, άχρωμης, άοσμης μαθήτριας που δεν ήξερε ότι τα πέντε μέτρα είναι 500 εκατοστά. Με πηρε από το χέρι, μου άνοιξε το παράθυρο και με έσπρωξε στο δρόμο. Κι εγώ το έσκασα σαν αγρίμι κυνηγημένο που παράτησε τους συνταξιδιώτες του για να σώσει το δικό του τομάρι.

Τη Μαρία δεν την είδα ποτέ ξανά. Πριν πολλά χρόνια όμως είδα τη μαμά στην εφημερίδα στους επιτυχόντες του νυχτερινού. Ήταν στα 45 και πλέον φοιτήτρια στο τμήμα ψυχολογίας. Τα κατάφερε! Με κάποιο δικό της τρόπο τα κατάφερε. Κι ελπίζω να τα ‘χει καταφέρει και η Μαρία. και λυπάμαι που τότε το έβαλα στα πόδια και δε βγήκα να ζητήσω βοήθεια και να υπερασπιστώ το μικρό φοβισμένο σπουργίτι που ονειρευόταν πως κρυμμένη κάτω από το κρεβάτι δε θα την έβρισκε ποτέ το τέρας. Το τέρας είχε κρυφτεί όμως μέσα της από τότε που γεννήθηκε και θα της έπαιρνε πολύ χρόνο και κόπο για να απαλλαγεί από την παρουσία του. Θα της έπαιρνε πολύ για να πάψει να στοιχειώνει τα όνειρα της…