Translate

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

ΠΑΡΕ ΤΟ ΜΗΔΕΝ

Εμείς δεν ανήκαμε ποτέ σε εκείνες τις περιοχές που οι άνθρωποι ξεσηκώθηκαν, άλλαξαν τόπο κατοικίας, κοινώς ξενιτεύτηκαν για να καταφέρουν να επιβιώσουν. Οι νέοι του τόπου έφευγαν μονάχα όταν υπηρετούσαν τη μαμά πατρίδα και η επικοινωνία γινόταν μόνο με αλληλογραφία. Ο ταχυδρόμος ερχόταν στο δικό μας χωριό κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και στο διπλανό κάθε Τρίτη και Πέμπτη (βλέπετε ακόμα κι εκεί υπήρχε ευνοϊκή μεταχείριση). Εκείνες λοιπόν τις ημέρες οι απαρηγόρητοι και υπερήφανοι συνάμα γονείς περίμεναν από νωρίς στο καφενείο μήπως και ο ξενιτεμένος ακρίτας αποστείλει ένα χαιρετισμό. Το λευκό φακελάκι με τη γαλάζια μπορντούρα κατέφθανε μετα βαϊων και κλάδων. Στο πρώτο γράμμα υπήρχε πάντα η γνωστή φωτογραφία με το φανταράκι να βρίσκεται μέσα σε μία τεράστια καρδιά βαλεντίνου και στην πίσω μεριά η γνωστή αφιέρωση: 
πάρε καρδιά δίχως κορμί 
και σάρκα δίχως αίμα 
και τη φωτογραφία μου 
για να θυμάσαι εμένα.
Η επιστολή άρχιζε πάντα με τη φράση : « σεβαστέ μου πατέρα και αξιολάτρευτη μητέρα(η αδυναμία στη μητερούλα είναι σταθερή αξία), είμαι καλά και το αυτό επιθυμώ και δια υμάς». Συνήθως ο «λοχαγός» (έτσι έλεγαν οι γονείς όταν οι άλλοι τους ρωτούσαν τι αξίωμα είχε ο γιος. Είχαμε εφοδιάσει όλη την Ελλάδα με πολλούς γαλονάδες, εμείς και κανείς άλλος στην κρήτη) ενδιαφερόταν να μάθει για τη σοδειά, τον καιρό αλλά και τους συνομήλικους του που υπηρετούσαν την ίδια περίοδο.
Στο χωριό υπήρχε και το κοινοτικό τηλέφωνο που από την περίοδο της κατοχής βρισκόταν στο σπίτι του παπά – Σπυρίδωνα. Με μία μανιβελιά χτυπούσε στα Καλύβια, με δύο στο Μεσοχωριό, με τρεις στο Δραπέτι και πήγαινε λέγοντας. Η τεχνολογία προχώρησε όμως και η μανιβέλα αντικαταστάθηκε από τους αριθμούς. Σχημάτιζες τον αριθμό που έγραφες στο χαρτάκι και με μια μικρή χρονοκαθυστέρηση (όσο το χρηματοκιβώτιο της τράπεζας) άκουγες από την άλλη μεριά το χαρακτηριστικό: εμπρός!(ομπρός, για τη γιαγιά μου). Ή ακόμα καλύτερα : ναι;; δε σας ακούω(λες και μιλούσες με πολλούς! Θέλανε και τύπο ευγενείας οι άνθρωποι!)Π Α Ρ Ε ΤΟ Μ Η Δ Ε Ν!
Ο παπά –Σπυρίδωνας είχε πεθάνει αλλά το είχε κληροδοτήσει στο γιο του, το θείο Μίνωα (που δε γιόρταζε του αγίου Μηνά και κάθε φορά που του έλεγαν τα χρόνια πολλά γινόταν Τούρκος!). Όταν ακουγόταν το χαρακτηριστικό ντριν ο θείος ήταν ήδη στην πόρτα έτοιμος για να πάρει το σήμα από τη γυναίκα του, η οποία απαντούσε στο τηλέφωνο, και να αρχίσει το αγώνα δρόμου. Αν ζητούσαν γείτονα η προπόνηση ήταν μικρή, αν όμως έπρεπε να καλέσει κάποιον από την άλλη άκρη τότε χρειαζόταν αναβολικά για να αντέξει. Πολλές φορές δεν προλάβαινε να γυρίσει κι έπρεπε να ξαναφύγει για ένα νέο κατοστάρι. Στα σπίτια υπήρχε πάντα ένα ποτήρι δροσερό νερό για τον ολυμπιονίκη γιατί ειδικά τα μεσημέρια του καλοκαιριού ο λίβας μείωνε τις αντοχές. 
Αυτό μέχρι το 1983. Κάποτε όμως οι αθλητές κουράζονται και πετούν λευκή πετσέτα . Το τηλέφωνο μεταφέρθηκε στο καφενείο του Σήφη μαζι με ένα μεγάφωνο που τοποθετήθηκε, γεγονός που κατήργησε την εχεμύθεια. Κι αυτό γιατί κάθε φορά που κάποιος σε ζητούσε στο τηλέφωνο μάθαινε και όλο το χωριό το όνομα του. «η Άννα η Βαρδάκη στο τηλέφωνο. Η Βαρδάκη η Άννα στο τηλέφωνο. Στο τηλέφωνο η Άννα η Βαρδάκη. Τη ζητά η αδερφή της η μεγάλη από Αθήνα». Η ντουντούκα όμως χρησίμευε και για την ανακοίνωση σπουδαίων γεγονότων : « ο γεωπόνος θα ρθει να δηλώσετε τα αμπέλια για τη φυλλοξήρα». «Ο Θ. Α παντρεύει την κόρη του και είστε όλοι καλεσμένοι» « ο γιατρός θα ρθει για να γράψετε φάρμακα. Αποτελούσε δηλαδή τον τρόπο έκφρασης και ενημέρωσης του life and style της μικρής μας κοινωνίας και ποτέ δεν έλλειψαν και τα ευτράπελα, όπως να μιλάς στο τηλέφωνο και το κατά λάθος ανοικτό μεγάφωνο να είναι η αιτία να σε ακούει όλο το χωριό. 
Το 1990 επιτέλους κάθε σπίτι απέκτησε τη δική του γραμμή που πάλι για να σε ακούσει ο άλλος καλύτερα έπαιρνες το μηδέν. Τώρα πια δεν ήταν αναγκαίο να βγεις στο μπαλκόνι και να φωνάξεις τη γειτόνισσα απέναντι να σε σχολιάζει και όλη η γειτονιά. Σχημάτιζες απλά το μαγικό αριθμό και όλα γινόταν μαγικά! Και η ντουντούκα βράχνιασε και σώπασε για πάντα.
Και ξαφνικά τα πάντα άλλαξαν! Η κινητή τηλεφωνία μπήκε στη ζωή όλων. Μπορούσαν να σε βρουν παντού. Φύτευες το κηπουλάκι σου με τα λαχανικά στην κουκούβαρη και σ έψαχνε η γυναίκα σου; Ντριν!Ντριν! και λες και την είχες δίπλα σου για τη γνωστή τηλεφωνομουρμούρα! Η δυνατή φωνή βέβαια παρέμεινε σταθερή αξία χωρίς να χρειάζεται πια να πάρεις το ΜΗΔΕΝ. Κι έτσι ακόμα όλο το χωριό μπορεί να μαθαίνει τα μικρά και αθώα μυστικά σου.


Ευχαριστώ από καρδιάς τον κύριο Δημήτρη, όχι μόνο γιατί είναι πατέρας μου, αλλά και για την καταπληκτική μνήμη που διαθέτει, η οποία όμως δεν τον βοηθάει να μάθει πως διαβάζεις ένα μήνυμα στο κινητό.