Translate

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

ΒΑΛΕ ΜΙΑ ΡΑΚΗ




Ο Αύγουστος μου προκαλούσε πάντα μελαγχολία. Όχι γιατί τέλειωνε το καλοκαίρι – εξάλλου στην Κρήτη ζούμε κι εδώ η καλοκαιρία κρατάει μέχρι Οκτώβρη- αλλά γιατί ξεκινούσε η περίοδος του «τρυγητού». Ο κάμπος της Μεσσαράς αποτελείται από μια απέραντη θάλασσα από ελιές και αμπέλια. Κουράζεται το μάτι σου από την πρασινάδα. Όλοι λένε πως είναι ευλογημένος τόπος αλλά εμείς τα παιδιά πάντα πιστεύαμε πως κάποιος μας καταράστηκε να κολυμπάμε μονάχα σε πράσινες θάλασσες.

Αναβρασμός υπήρχε στο χωριό την περίοδο αυτή. Έπρεπε να προετοιμαστείς για να τρυγήσεις, να ξεράνεις τα σταφύλια και να μαζέψεις τη σταφίδα. Στο μυαλό σου υπήρχε πάντα το ενδεχόμενο να σε τσιμπήσουν σφίγγες μέσα στο αμπέλι, να καείς από τον ήλιο, να κόψεις το δάχτυλο σου από το ψαλιδάκι που κρατούσες και έκοβες τα σταφύλια και πολλά άλλα ατυχήματα που δεν είχαμε προβλέψει.

Αρχικά η μεταφορά των σταφυλιών γινόταν με «ξυλογαϊδάρες», θήκες δηλαδή που τοποθετούσαν πάνω στο γαϊδαράκο κι εκεί έβαζαν τα κοφίνια. Έτσι κάποιος έπρεπε να τραβά το γάιδαρο ή να κάθεται πάνω και να τον οδηγεί μέχρι τον «οψιγιά», το λιακωτό δηλαδή όπου με βάπτισμα σε ποτάσα ξέραιναν τα σταφύλια. Εγώ είχα την τιμή να οδηγώ τον Ντορί καθισμένη στη ράχη του σε ένα όμορφο σαμάρι. Επειδή όμως δεν ήμουν και το καλύτερο παιδί είχα κάποτε τη φαεινή ιδέα να γαργαλήσω τα καπούλια και τον πισινό του με την ουρά του. Κι όσο κι αν ήταν ήσυχος ο καημένος ο γαϊδαράκος πόσο να αντέξει τα βασανιστήρια μου! Προσγειώθηκα λοιπόν, κακήν κακώς πάνω στο αμπέλι και για μέρες πονούσε το κορμί μου από το χτύπημα. Τον τρύγο όμως δεν τον γλίτωσα! Αργότερα όλοι απέκτησαν τρακτέρ κι έτσι τα δόλια τα ζωντανά πήραν σύνταξη και πέρασαν για πάντα στην ιστορία.

Το βράδυ γυρνούσαμε κατάκοποι από το χωράφι και βρίζαμε τον ανόητο συγγραφέα του αναγνωστικού της β΄ δημοτικού που παρουσίαζε τον τρύγο σα γιορτή που οι άνθρωποι τραγουδούν και πίνουν και γλεντάνε και νιώθουν ευτυχισμένοι και μακάριοι και ήρεμοι και χαίρονται τη ζωή. Πόσο αφελής! Έπρεπε να συνεργαζόταν με το Βλαχοδημήτρη και τότε θα βλέπαμε αν ακόμα του φαινόταν πανηγύρι το μάζεμα των σταφυλιών. Και τότε είμαι σίγουρη ότι το τραγουδάκι αυτό δε θα το έγραφε ποτέ:

Πάρτε καλάθια απλόχωρα ,

γεμίστε τα σταφύλια ,

πέστε τραγούδια χίλια ,

ν’ αντιλαλεί η πλαγιά

Και μη νομίζετε ότι το δράμα μας τέλειωνε εκεί! Μόλις έδυε ο ήλιος αφήναμε τον τρύγο και πηγαίναμε στο μάζεμα της σταφίδας. Αδειάζαμε τα πανιά, κοσκινίζαμε τα ξερά σταφύλια για να φύγουν τα τσαμπιά, κάναμε ένα τεράστιο σωρό κι ύστερα ξεκινούσε το σάκιασμα. Αν ήμασταν τυχεροί θα γυρνούσαμε στο σπίτι το βράδυ. Διαφορετικά θα κοιμόμασταν εκεί δίπλα μην τυχόν και κάποιος κλέψει τη σοδειά για την οποία κοπιάζαμε ένα ολόκληρο χρόνο.

Όταν τέλειωνε η διαδικασία της σταφίδας ακολουθούσε το μάζεμα των σταφυλιών για το κρασί. Τα «κρασοστάφυλα» μαζεύονταν και ρίχνονταν στο πατητήρι για να τα πατήσουμε και να φτιάξουμε καλό κρασί για να κερνάμε τους φιλοξενούμενους. Μέλισσες και σφίγγες συνόδευαν το χορό μας με ένα βόμβο κι ένα τραγούδι τρομακτικό.

Και λίγες μέρες μετά ξεκινούσαν τα ρακοκάζανα! Ο κόσμος μύριζε «στράφιλα» και τσικουδιά. Παρέες ανταμώνανε και πίνανε και ύψωναν τα ποτήρια και κάποιοι παλιοί έλεγαν εκείνο το κλεμμένο από τον Καζαντζάκη: «Σκουτελοβαρίσκω σου» κι ο άλλος απαντούσε «κι εγώ αντιστέκομαι σου» κάνοντας πόλεμο ποιος θα αντέξει περισσότερο ρακί και ποιος θα πει τις πιο όμορφες μαντινάδες! Κι έπειτα στήναν το χορό κι έρρεε άφθονη η ρακί από το λουλά κι ο κόσμος είχε ένα μεθυστικό άρωμα χαράς και γέλιου και απόλυτης ευφορίας!

Ο πατέρας μου είναι καζανάρης. Χημικός ήθελε να γίνει αλλά τελικά καταπιάστηκε με τα άλλα κι έγινε αλχημιστής. Κοκορεύεται πως βγάζει την καλύτερη ρακή στην Κρήτη και ότι το κρασί του είναι γιατρικό που ανασταίνει και νεκρούς. Αυτές τις μέρες όμως ζει με το φόβο πως για φέτος υπάρχει περίπτωση να μη δώσουν άδεια για τα καζάνια. Γίναμε Ευρώπη κι εμείς κι άντε να πείσεις τα «αφεντικά» πως το νησί μας είναι συνδεδεμένο με τη μυρωδιά και τη γεύση της ρακής. Άντε να τους δώσεις να καταλάβουν πως εμείς μπορούμε και γλεντάμε ακόμα με άδειες τσέπες αλλά με γεμάτη καρδιά! Κι όσο κι αν προσπαθούν να μας κατεβάσουν το κεφάλι εμείς θα αντισταθούμε και θα κοιτάμε πάντα ψηλά. Ας κοπιάσουν να πιούνε μια ρακή από το καζάνι μας κι έπειτα αν έχουν αντοχή ας υπογράψουν τις συμφωνίες τους.

Θα τους υποδεχτούμε με μια μαντινάδα που έλεγε ένας παππούς όταν είχε σεκλέτια:

Γιάντα δεν πίνεις μια ρακή

τον πόνο να ξεχάσεις

και από τσι Κρήτης τη χαρά

να πιεις να ξεδιψάσεις.

Καλά γλέντια σύντροφοι!!!!!!!!!!!!!