Translate

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

ΓΙΑΤΙ ΣΥΜΠΑΘΩ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ




Τέλη της δεκαετίας του ’80. Έβραζε ο τόπος. Έτσι έλεγε ο πατέρας μου. Δεν καταλάβαινα τι εννοούσε. Το μυαλό μου, όταν άκουγα για «αναβρασμό» πάντα πήγαινε στο καλοκαίρι. Έλεγε κι άλλα ακαταλαβίστικα, ασυνάρτητα, μισές κουβέντες. Για κάποιους τόπους άτυχους που οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και φτωχοί και δεν έχουν «στον ήλιο μοίρα». Αστείο μου φαινόταν! Φανταζόμουν ανθρώπους καταδικασμένους σε ένα ατέλειωτο χειμώνα με παγωμένες ανάσες και ανέκφραστα από το κρύο πρόσωπα. Τότε δεν ήξερα πως ο πιο βαρύς χειμώνας φωλιάζει στις καρδιές και στα όνειρα.

Ο πρώτος που ήρθε ήταν ο Ηλίας. Η γιαγιά μου έλεγε ότι ήταν «ξενομπάτης» και ήρθε να δουλέψει για να στείλει λεφτά στην οικογένεια του. Έλεγε ακόμα πως είχε δυο μικρά παιδιά που αυτά δεν είχαν ρούχα και παιχνίδια σαν κι εμάς και πως εμείς είμαστε πολύ τυχερά παιδιά. Εμείς είχαμε μοίρα στον ήλιο. Ο Ηλίας ήταν από την Αλβανία. Δεν έμαθα ποτέ το πραγματικό του όνομα. Ούτε και οι υπόλοιποι χωριανοί. Σίγουρα θα συστήθηκε στην αρχή αλλά επειδή εκείνοι δεν ήταν συνηθισμένοι στα «ξενομπάτικα» ονόματα του έδωσαν το «Ηλίας» που μπορεί και να έμοιαζε με το δικό του. Ήταν εργατικός και τίμιος. Δούλευε στις ελιές το χειμώνα, στον τρύγο το καλοκαίρι, στα κλαδέματα την άνοιξη. Έλεγε πως είχε σπουδάσει οικονομολόγος στα Τίρανα. Το έλεγε ο πατέρας μου συχνά και αναστέναζε. Κι εγώ πάντα αναρωτιόμουν πως γίνεται να πήγε στο πανεπιστήμιο και να δουλεύει στα χωράφια. Μετά θυμόμουν ότι «δεν είχε στον ήλιο μοίρα» και άλλαζα κουβέντα. 

Ακολούθησαν κι άλλοι πολλοί! Αλβανοί, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Πακιστανοί, Αφγανοί. Ο Ντάγκος και η Μαρία, ο Χρήστος και η Ρόζα, η Βάσω και ο Στέλιος με το μικρό Αιμιλιάνο, ο Βασίλης και η Ελεονώρα, και εκατοντάδες ακόμα που δυστυχώς δεν θυμάμαι όλα τα ονόματα. Οι περισσότεροι έκαναν παιδιά στην Ελλάδα, άλλοι έμειναν, άλλοι έφυγαν, μα οι πιο πολλοί ρίζωσαν, ενσωματώθηκαν με τους ντόπιους, αγάπησαν το χωριό σα δικό τους, μοιράστηκαν το βάρος τους με τους χωριανούς, μας αγάπησαν και τους αγαπήσαμε. Θυμάμαι ένα περιστατικό πριν από αρκετά χρόνια, όταν ένας αγαπημένος όλων των παιδιών σκοτώθηκε. Στο σπίτι του έμενε ένα αντρόγυνο από τη Ρουμανία που εκείνες τις μέρες που έγινε το κακό έλειπαν στον τόπο τους. Σα γύρισαν από την «ξενιτιά» έμαθαν τα άσχημα μαντάτα. Πέρασα τυχαία εκείνη τη μέρα από το νεκροταφείο. Είδα το Βασίλη και την Ελεονώρα αγκαλιασμένους να κλαίνε για το «αφεντικό». Και τότε σκέφτηκα πως όλοι αξίζουν «στον ήλιο μοίρα». 

Από τότε έχω συναναστραφεί πολλές φορές με αλλοδαπούς, με «ξενομπάτες», που έλεγε και η γιαγιά μου. Στη σύντομη θητεία μου στα σχολεία ως καθηγήτρια γνώρισα παιδιά από όλα τα Βαλκάνια που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα. Γνώρισα και τους γονείς τους και, πιστέψτε με, όλοι οι γονείς έχουν τις ίδιες αγωνίες. Οι περισσότεροι μεροκαματιάρηδες πασχίζουν για μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους και για τους ίδιους. Ονειρεύονται κι αυτοί σαν κι εμάς, ίσως με περισσότερες επιφυλάξεις και πιο γκρίζο ουρανό. Μάχονται να γίνουν αποδεκτοί και δεν κλέβουν τις δουλειές μας. Δεν διεκδίκησαν καμιά θέση στο δημόσιο. 

Αυτές τις μέρες κάνει πολύ κρύο. Ο Μωχάμετ, ο Αλί και ο Μουσταφά ανάβουν τη σόμπα και μαζεύονται τριγύρω για να ζεσταθούν. Έβαλαν ίντερνετ για να μπορούν να μιλούν με τους δικούς τους. Φωνάζουν τη μάνα μου «μαμά» και μας εξηγούν πως η μητέρα για τον τόπο τους είναι ιερή μορφή. Ονειρεύονται να γυρίσουν πίσω κάποια μέρα, να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια. Αγαπούν τα παγωτά και όλα τα γλυκά της Θεονύμφης. 



Θα κρατήσω μόνο μια κουβέντα που έλεγε κάποτε ο παππούς μου: «Η ξενιτιά είναι άσχημο πράγμα. Κανείς δεν τη θέλει». Τα υπόλοιπα τα αφήνω σε εσάς…