Translate

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

ΑΝ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ




Θα σου έγραφα το πιο σημαντικό από τα σημαντικά. Θα σου ζωγράφιζα στο χαρτί βάρκες και ήλιους και φεγγαροβραδιές με γέλια και τραγούδια. Θα σε κοιτούσα κατάματα ελπίζοντας για να διαβάσω αλήθειες του νου, της σκέψης, της καρδιάς. Αλήθειες φαροφύλακες για να ‘χω στη φαρέτρα στα σημαντικά και στα ασήμαντα, στα ολόκληρα και στα κουτσουρεμένα, στις κραυγές και στα γέλια, στην άνοδο και στην πτώση.

Έχεις δει ανθρώπους να πέφτουν; Αυτό είναι η ζωή! Άνθρωποι που πέφτουν και άνθρωποι που σηκώνονται. Κι ούτε παντιέρες, ούτε σημαίες, ούτε φλάμπουρα. Μόνο ο κρότος όταν σκάει το μπαρούτι. Κι έπειτα η σιωπή. Η πιο γλυκιά σιωπή λίγο πριν το ξημέρωμα. 

Αν ήταν καλοκαίρι θα περπατούσα ξυπόλητη πάνω στην άμμο. Θα ‘φεγγε το μυαλό, θα μηδένιζε το κοντέρ, θα σε κοιτούσα όρθια, θα ήμουν ατρόμητη, θα ξόρκιζα το κακό, θα χόρευα με ένα άσπρο φουστάνι φορώντας κορδέλα κόκκινη στα μαλλιά. Θα σου ‘λεγα για τις φουσκοθαλασσιές μου, για τα κύματα, για τις μπουνάτσες και τις φουρτούνες. Θα σου εξιστορούσα για τα κλειστά δωμάτια με τα ρολόγια που όσο κι αν πάλεψα δεν κατάφερα να σταματήσω τους δείκτες. Εκείνο το τικ τακ το αδυσώπητο που αγκομαχούσε σαν θεριό και ξερνούσε λάθη και παραλείψεις. 

Αν ήταν καλοκαίρι θα διάβαζα πάλι τη «Μαρία Νεφέλη» δυνατά καπνίζοντας αμέτρητα τσιγάρα άφιλτρα, βαριά και θα έκανα κυκλάκια με τον καπνό για να θολώσει η πραγματικότητα. Θα έκρυβα το θυμό κάτω από την καυτή άμμο, εκεί που κρύβουν οι άνθρωποι τα πόδια τους τα καλοκαίρια. Θα ‘βγαζα από την τσάντα μια αρμαθιά κλειδιά να στα χαρίσω για να ‘χεις να ξεκλειδώνεις ζαρωμένες ψυχές και πονεμένα μυαλά. Ορθάνοικτες πόρτες και παραθύρια δίχως μάνταλα. Αυτά χρειαζόμαστε οι άνθρωποι.

Θα σου χάρισα όλα τα ανείπωτα, τα μεγάλα, τα σπουδαία, τα σημαντικά. Θα σε στόλιζα με γιορτινές κορδέλες και αμπαλάζ, θα σε ταξίδευα στους πιο μεγάλους ουρανούς ανοίγοντας σου φτερά και εφεδρικές ρόδες. Θα σου χάριζα και μια παλέτα να ανακατέψεις όλα τα χρώματα και να φωτίσεις σκοτάδια και προσμονές και μανταλωμένες αλήθειες.

Αν ήταν καλοκαίρι θα μύριζαν οι νύχτες γιασεμί και νυχτολούλουδο. Θα στρώναμε τραπέζι στην αυλή και θα ταξιδεύαμε με ιστορίες για έρωτες και βεγγέρες και κουβέντες που δεν είπαμε όταν έπρεπε. Για όλους εκείνους που δεν ήξεραν καμιά αλήθεια. Κι ύστερα θα ομολογούσαμε κι όλους τους φόνους, ό,τι σκοτώσαμε μεγαλώνοντας, ό,τι νομίζαμε πως ήταν περιττό. Η παντοδυναμία της νιότης! Οι χάρτινοι πύργοι που βράχηκαν και αποκάλυψαν τη ματαιότητα.



Είμαστε στη μέση του χειμώνα. Οι παραμυθάδες κάνουν υπερωρίες. Οι χαραμάδες ανοίγουν πιο εύκολα. Κουμπώνω το πανωφόρι σφιχτά. Σχεδόν δεν αναπνέω. Πόσες υποσχέσεις θα δώσω ακόμα; Πότε θα καταλάβω πως η ζωή είναι μονάχα παρόν; Κι όσο κι αν είναι κουτσουρεμένη έχει κάτι λιακάδες, μα κάτι λιακάδες, που ζεσταίνεται ο νους και γλυκαίνει η σκέψη. Κι αν τολμήσεις και κλείσεις τα φτερά χάνεις το πιο σημαντικό. Έχουμε πολλά χιλιόμετρα ακόμα να διανύσουμε….