Translate

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2015

ΜΑ ΕΓΩ ΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΑΓΑΠΑΩ ΤΟ ΜΑΛΑΜΑ




Ακόμα ο Φλεβάρης μου κλείνει το μάτι και μου χαμογελά κάθε πρωί από το ημερολόγιο που κρέμεται στον τοίχο. Ο χειμώνας μας κρατάει ακόμα αιχμάλωτους μέσα στα σκούρα ρούχα και τα βαριά πανωφόρια κι ας μη μας έκανε φέτος τη χάρη να κουρνιάσουμε σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλο αναζητώντας παρέα να μοιραστούμε το κρύο. Μας λυπήθηκε για πολλούς και διάφορους λόγους κι εμείς αγνώμονες δεν είμασταν ποτέ στα μεγαλόψυχα!

Βιάζομαι! Πάντα βιαστική ήμουν. Από τότε που με θυμάμαι. Είχα πλεξούδες και βιαζόμουν. Ένας ανθρωπάκος μισό μέτρο από τη γη μα βιαστικός σαν ανώριμος έφηβος. Τίποτα δεν άλλαξε. Πάλι σκοντάφτω στο χρόνο και μετρώ τις μέρες. Πάλι βολοδέρνω από την κουζίνα στο υπνοδωμάτιο κι ύστερα βγαίνω στον κήπο, πατώ στο χώμα, κοιτώ τη λεμονιά, αλλάζω γνώμη και ξαναμπαίνω μέσα να χουχουλιάσω στο ζεστό σπίτι.

Βάζω την κουνιστή πολυθρόνα δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο. Ο ήλιος με ζαλίζει, με ζεσταίνει, νανουρίζει το χάος μέσα μου, κρατά ζωντανή τη μνήμη, ακέραια τη μακαριότητα. Ανοίγω τα μάτια και είμαι πάλι φοιτήτρια στο φοιτητικό μου δωμάτιο. Από το μικρό κασετοφωνάκι η «λιωμένη» κασέτα παίζει: 

Δε θέλω να πικραίνεσαι 
τις Κυριακές τα βράδια
Χωρίς αυτή τη σκοτεινιά 
τα χρόνια μένουν άδεια

Τι κι αν χρωστάω τόσα μαθήματα! Τι κι αν η εξεταστική με κατατρύχει και μου ασπρίζει τα μαλλιά! Εκείνο που πονάει πιο πολύ είναι τούτος ο ανεκπλήρωτος έρωτας που τελειώνει τις λέξεις μου κι οι σκέψεις δε γίνονται εικόνες. Κι ύστερα ακούω αυτό και νομίζω πως εκείνος κατάλαβε και το γραψε για μένα:

Ξεπούλησα το νού μου -κορόϊδο του εαυτού μου-
αράχνη σ' ακατοίκητο ουρανό
νομίζω τά 'χω χάσει δεν σ' έχω ξεπεράσει
κοιτάζω το κουδούνι σου: αδειανό.

Η απουσία και η παρουσία στα τάστα της κιθάρας. Και οι χορδές τεντωμένα σκοινιά που ακροβατώ και μπαλατζάρω και στοιχηματίζω αν θα σταθώ όρθια ή αν θα βυθιστώ πριν προλαβω να πάρω ανάσα.

Κι έρχεται και η επιβεβαίωση της άγνοιας που δεν ξέρεις που πηγαίνεις, τι θα πιστέψεις, ποιο συμβόλαιο θα σου γίνει βραχνάς. Αυτά για αργότερα. Τώρα εκείνος χάθηκε κι εσύ βρίσκεις παρηγοριά στο Σωκράτη. Και τον αγαπάς για όλα αυτά που σου ψιθύρισε, που σιγοτραγούδησες μαζί του, που έγραψε για σένα εκείνη τη χρονική περίοδο που ράγισε το μέσα σου και δεν ξανακόλλησε ποτέ μα και για όλα τα βράδια που ξενυχτήσατε και γράφατε μαζί και σου λεγε τη γνώμη του κι εσύ γινόσουν δυνατή γιατί: 

Στάχτη ο έρωτας, μνήμη ο έρωτας,
γέρικα μάτια μου μη με κοιτάς.
Tρεκλίζεις στο δρόμο, μεθάς με τον πόνο·
σε λίγα χρονάκια το ξέρεις γερνάς.

Kαληνύχτα μαλάκα η ζωή έχει πλάκα,
έχει γούστο και φλόγα
είναι κάτι σαν ρόδα:
σε πατάει και σε παίρνει,
μόνο ίχνη σου σέρνει.

Ανοίγω τα μάτια και το φοιτητικό δωμάτιο χάνεται. Είμαι πια στο ενήλικο σπίτι μου με τα περιττά και τα άχρηστα που έχω κρατήσει ενθύμιο από το ταξίδι. 

Κανένας δεν υπέφερε
Για πάντα στα χαμένα
Κανείς δεν πέθανε ποτέ ωραίε μου εαυτέ

Τα καλοκαίρια εξακολουθώ να αγαπώ το Μάλαμα. Μου θυμίζει εκείνο τον έρωτα που με πόνεσε, που με έκανε να συρθώ και να αφήσω τα αποτυπώματα μου στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του. Εκείνος έφυγε, έκλεισε την πόρτα δε με αποχαιρέτησε ποτέ, δεν έκανε ποτέ δραματική έξοδο μα ο Σωκράτης ήταν πάντα εδώ σκληρός, δυνατός, μελωδικός λυρικός και κυρίως δραματικός όπως ταιριάζει στη συντριβή του εγώ μας, στο θάνατο της παιδικότητας μας.

Όταν θα ρθει πάλι θα πάω με το φίλο μου τον Ευτύχη. Εκείνος με καταλαβαίνει. Όταν με δει πάλι να κλαίω θα μου κλείσει το μάτι και θα με κοιτάξει με εκείνο το βλέμμα κατανόησης και συμπόνιας και συνενοχής και θα μου πει: 

Πώς ταξιδεύουν οι ψυχές και οι ζωές μας, πες μου
Στις όχθες του Αχέροντα και στις πνοές του ανέμου.

Ποια μοίρα φέρνουν τα νερά, ποια μυστικά κρυμμένα
Ποια θάλασσα σε αγκαλιά τα έχει φυλαγμένα.



Κι όταν τελειώσει η βραδιά θα δώσουμε πάλι ραντεβού στο μετερίζι της νιότης και στους κρυφούς και μυστικούς έρωτες που κουβαλά ο καθένας. Κι αν εκείνος δεν κλαίει είναι γιατί κλαίω εγώ κι αυτός μου χαμογελά και με καταλαβαίνει. Κι οι δυο αγαπάμε το Σωκράτη….