Translate

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

ΕΝΑ ΠΑΓΩΤΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ




Έπιασε χιονιάς. Τα τζάκια και οι σόμπες καπνίζουν αρειμανίως. Το χωριό μου ντύθηκε στα λευκά σα νυφούλα που ετοιμάζεται να υποδεχτεί το γαμπρό. Πρωί – πρωί χτυπάει το τηλέφωνο. Ακούω τη μάνα μου με παιδική φωνή να αναγγέλλει τα χαρμόσυνα νέα. « Ρίχνει τόσο πολύ χιόνι που όλα είναι κατάλευκα. Έσπασε η λεμονιά από το χιόνι. Ο πατέρας σου όμως, Κλειούλα, δε με αφήνει να βγω έξω. Ισχυρίζεται ότι γλιστράει πολύ και θα γκρεμοτσακιστώ. Για πια με πέρασε; Εγώ προσέχω πως περπατάω και που πατάω»! Προσπαθώ να τον δικαιολογήσω κι εκείνη θυμώνει. Μου θυμίζει ένα παιδί που με γλυκιά αυθάδεια απαιτεί την προσοχή του χιονιά. Το χιόνι είναι δικό της. Δώρο για τη γιορτή της και τα δώρα μας πρέπει να έχουμε το δικαίωμα να τους βγάζουμε μόνοι μας το περιτύλιγμα. 

Υποχωρώ στις απαιτήσεις της και τον παίρνω τηλέφωνο. Άλλη μια παιδική φωνή χαϊδεύει τα αυτιά μου. «Έλα, Κλειούλα, έχει πολύ χιόνι. Ο δρόμος έχει κλείσει.» Δεν έχω προλάβει να πω ούτε καλημέρα. Συνεχίζει να μιλάει ακατάπαυστα και προσπαθεί όσο γίνεται πιο παραστατικά να μου περιγράψει το σκηνικό. Θυμίζει πολεμικό ανταποκριτή. Γελάω και σκέφτομαι πως τελικά όσο μεγαλώνουν οι άνθρωποι γίνονται παιδιά. Εκεί ανάμεσα στις γλαφυρές περιγραφές βρίσκω ευκαιρία να εκθέσω τα αιτήματα της μάνας μου.

-Γιατί δεν την αφήνεις να βγει έξω;

- Δεν την ξέρεις τη μάνα σου; Στο ίσωμα πέφτει. Φαντάσου τώρα που έχει και χιόνι. Ούτε στο κατώφλι δε θα προλάβει να βγει και θα σωριαστεί. 

- Μεγάλο κορίτσι είναι, μπαμπά. Θα προσέχει. 

- Εγώ της είπα να βγούμε μαζί αλλά αυτή θέλει να κάνει μαγκιές. Αν την κρατώ από το χέρι δε θα μπορέσει να μου πετάξει χιόνι. Γι’ αυτό θέλει να βγει. Πόλεμο θα μου κηρύξει. Κι όταν βαρεθεί θα μαζέψει καθαρό χιονάκι, θα το βάλει σε ένα πιάτο, θα ρίξει ζάχαρη και θα το κάνει παγωτό. Δεν ξέρεις τι γλυκατζού που είναι;

Δε λέω τίποτα. Κάνω εικόνα τα λόγια του. Τη φέρνω μπροστά μου. Τους βλέπω να παίζουν χιονοπόλεμο, να πέφτουν αγκαλιασμένοι στην παγωμένη γη, να παλεύουν σε ένα πόλεμο αγάπης με λευκά βόλια, εραστές του απόλυτου. Κι ύστερα να μπαίνουν στο σπίτι κατάκοποι και βρεγμένοι για να φάνε ένα παγωτό σπιτικό στη μέση του χειμώνα. Κι εκείνη έπειτα να τον ρωτά αν κρυώνει κι εκείνος να της γκρινιάζει που τον έβρεξε και να χουχουλιάζουν μέσα στις κουβέρτες σα γάτες που ψάχνουν χάδι και ζεστασιά…

Τις σκέψεις μου διακόπτει ο ήχος του τηλεφώνου. Δυο παιδικές φωνές σε πλήρη αρμονία. Ρυθμικές και ευτυχισμένες. Η χορωδία Τυπάλδου. Ο Δημήτρης και η Θεονύμφη! Ακούω τη μάνα μου με φωνή σεντόρεια να αναφωνεί: « Ο πατέρας σου με πάει βόλτα μέσα στα χιόνια. Δώρο για τη γιορτή μου. Σας περιμένουμε στις Αρχάνες. Θα παίξουμε χιονοπόλεμο και μετά θα πάμε για φαγητό. Γιούπιιιιιιι!!!!!!!!!!!!»

Δεν πρόλαβα να φέρω τις αντιρρήσεις μου. Το πρόγραμμα είχε βγει. Θα ντυθώ καλά και θα συνοδεύσει στην εκδρομή δυο πρωτάκια που αρνούνται να μεγαλώσουν.



Και τώρα σας αφήνω. Πάω να παίξω χιονοπόλεμο με το Δημήτρη και τη Θεονύμφη. Με τον πατέρα μου και τη μάνα μου. Και είμαι σίγουρη ότι ο πιο όμορφος χιονάνθρωπος θα είναι ο δικός τους.