Translate

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΜΑΔΑΡΑ







Είναι κάποιοι τόποι που φεύγεις μα πάντα γυρνάς. Είναι και κάποιοι άνθρωποι που ζουν σε κακοτράχαλους τόπους μα δεν έχουν γωνίες μήτε εσοχές. Και μυρίζουν θυμάρι, φλισκούνι και μαλοτίρα και οι τόποι και οι άνθρωποι. Κι έχουν καθαρό βλέμμα και σφίγγουν το χέρι όταν σε χαιρετούν και σου χαμογελούν και ανοίγουν τα σπίτια τους και σε φιλεύουν μπρούσκο κρασί από το βαρέλι τους.

Είναι κάποιοι τόποι που φεύγεις μα πάντα γυρνάς. Γιατί οι μυρωδιές τους σε συνοδεύουν παντού και πάντα. Γιατί τα μονοπάτια, οι δρόμοι και οι σπηλιές κάθε φορά σε οδηγούν σε ένα νέο ξέφωτο. 

Είναι κάποιοι άνθρωποι που ποτέ δεν τους ξεχνάς! Άνοιξαν δρόμο στην ψυχή σου και της έδειξαν το φως κι ας πίστευες τότε πως όλα είναι σκοτάδι. Κι ας πίστευες τότε πως όλα είναι «κατσιφάρα». 

Τυχαία βρέθηκα στους πρόποδες της μαδάρας! Τυχαία βρέθηκα στα Σφακιά. Χρόνια πριν! Θαρρώ πριν αιώνες. Κι αν υπάρχει προηγούμενη ζωή, εδώ την έζησα. Κι αν υπάρχει θεός, κι αυτός τούτο τον τόπο επέλεξε για να ξεκουράσει τις σκέψεις του. 

Εκεί ψηλά στο τέρμα του δρόμου. Εκεί που προσκυνάς και προσεύχεσαι στις ψυχές που σουλατσάρουν τον κόσμο αδέσποτες, ανερμήνευτες με «γιατί» και απορίες που δεν έλυσαν ποτέ! Και σωπαίνεις. Βυθίζεσαι στην ιερότητα του χώρου. Το βουνό υψώνεται επιβλητικό κι αν απλώσεις το χέρι θα το αγγίξεις. Και το φαράγγι φτάνει ίσαμε τη θάλασσα και οι ψυχές εκείνων που τερμάτισαν τη ζωής τους ηθελημένα, εκεί ζουν. 

Κι απέναντι η Γαύδος. Στη μέση του πουθενά. Αποκομμένη, μυστηριακή που παλεύει να σταθεί όρθια να αντέξει στην εξέλιξη. Που παλεύει να ξεχαστεί στο χρόνο. 

Και μελίσσια! Χιλιάδες μελίσσια το Σεπτέμβρη αποχαιρετούν το καλοκαίρι. Η μυρωδιά του πεύκου! Εδώ στέκεσαι και σιγουρεύεσαι πως τούτη η ρημάδα η ζωή αξίζει με όλα τα κουτσουρεμένα. Για κάτι τέτοιες μυρωδιές. Για κάτι τέτοιες εικόνες…

Είναι κι αυτοί οι άνθρωποι που μυρίζουν θυμάρι! Που δε θες να ξέρεις πώς θα ήσουν αν δεν τους είχες γνωρίσει. Πορτρέτα ανθρώπων γοητευτικών, σιωπηλών με σοφία και φιλότιμο! Άνθρωποι που σε σημαδεύουν με το βλέμμα τους! Εκείνα τα βλέμματα! Τα βλέμματα που μιλούν, που σε στήνουν απέναντι με καχυποψία και ειλικρίνεια! Που τσεκάρουν τη στόφα σου! Που θες δε θες θα τους πεις την αλήθεια για να εξιλεωθείς από τα ψέματα σου. 

Βουνίσιοι άνθρωποι! Επιβλητικοί, προσιτοί και απρόσιτοι! Ωραίοι άνθρωποι! Θα ακούσεις τα ριζίτικα που μοιάζουν με μοιρολόγια, για τη ζωή που είναι ένα πέρασμα κι εμείς περαστικοί και κρατάμε λίγο ή δεν κρατάμε καθόλου. Και κρασί! Πολύ κρασί! Κούπες! Να πιούμε στη γνωριμία μας! Στο επόμενο ραντεβού μας! Να ξανασμίξουμε! Να μην ξεχαστούμε! Να κρατήσουμε το λόγο μας γιατί αυτό είναι η ζωή: ένας λόγος και μια αντάμωση.

Τα Σφακιά είναι ένας τόπος που επιστρέφεις. Αφήνεις πάντα ανοιχτούς λογαριασμούς με τη ζωή σου. Κι ένα στοίχημα πως θα ανέβεις πάλι στην κορφή να αγγίξεις το θεό και να ρίξεις μια απαξιωτική ματιά στον κόσμο το μικρό των ανθρώπων. Να νιώσεις κι εσύ έστω και μια φορά ένας μικρός θεός χωρίς πάθη και ανομολόγητα εγκλήματα. Παντού μυρίζει θυμάρι και έρωτας…





Στην ‘Αννα, στον Αντώνη, στην Εύα και στη Νάγια γιατί οι άνθρωποι που αγαπιούνται δε χάνονται. Κάνουν ένα διάλειμμα κι επιστρέφουν…