Translate

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Η Ζαχαρένια που ήξερε να γελά



Γυναίκα του μόχθου και της βιοπάλης. Δυνατή! Πολύ δυνατή! Έπιανε την πέτρα στα χέρια της και την έκανε σκόνη. Δούλευε στα χωράφια, στα πρόβατα, έκανε τη λάτρα του σπιτιού και μεγάλωνε και πέντε παιδιά. Μέχρι να «ξετσουμίσει» το ένα ερχόταν το άλλο. Μα τι πείραζε! Τα χέρια της να ήταν καλά και τα χέρια του! Βάσταζε ο ένας τον άλλο και τους δυο η Ζαχαρένια κι αργότερα και τους επτά εκείνη τους κρατούσε. Τα μάτια της πετούσαν σπίθες γιατί φωτιά ήταν και η ζωή της, φωτιά και η ζωή των άλλων.

Τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι. Περήφανη για όλα μα παρηγοριά της η Ρηνιώ με τα πελώρια μάτια. Κι ας μην της το δειχνε ποτέ κι ας τη μεγάλωνε κι εκείνη σαν αγόρι. Κι ας ήταν σκληρή μαζί της πολλές φορές. Κρυφά την καμάρωνε και την έβλεπε να γίνεται γυναίκα όμορφη, λυγερή, δυνατή, ανεξάρτητη.

Τα χρόνια περνούσαν με χαρές, με δυσκολίες κι εκείνη έβρισκε πάντα τρόπο, έβρισκε πάντα χώμα για να ριζώσει η ελπίδα, να γίνει δέντρο, να βγάλει φύλλα και να δώσει καρπούς.

Ένα πρωί βρήκε το κρεβάτι του μικρού όπως το είχε τακτοποιήσει την προηγούμενη μέρα. Ο νους της πήγε στο κακό μα κράτησε την ψυχραιμία της κι έκανε την προσευχή της στην Παναγιά να ξέμεινε πουθενά το Γιαννιό και να άργησε να γυρίσει. Κι ήταν ίσως η πρώτη φορά που η προσευχή της δεν εισακούστηκε. Το μαντάτο δεν άργησε να ρθει. Το Γιαννιό έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου σε μια στροφή και δε βρήκε ποτέ το δρόμο για το σπίτι.

Κι έχασε και η Ζαχαριένια τον χτύπο της καρδιάς της μα δεν είπε τίποτα σε κανένα. Ετοίμασε το σπίτι, άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα για να αερίσει και να υποδεχτεί τον κόσμο που θα φερνε το Γιαννιό. Και τους υποδέχτηκε όλους και τους ευχαρίστησε όλους που έκαναν την τιμή στο παιδί της και τους φίλεψε με όλα τα καλούδια από την καρδιά της.

Εγώ τη συνάντησα λίγες μέρες αργότερα στο πρώτο μνημόσυνο. Την πλησίασα δειλά και η μόνη λέξη που κατάφερα να αρθρώσω ήταν: «λυπάμαι»…. Κι εκείνη κοιτώντας με στα μάτια μου έδωσε την πιο αφοπλιστική απάντηση: «ο θεός δίνει στον καθένα ό,τι μπορεί να βαστάξει. Εγώ φαίνεται, παιδί μου, του φάνηκα πολύ δυνατή».

Με πόση υπομονή και αξιοπρέπεια υπέμεινε τον πόνο! Έλεγε πως όταν ένας φεύγει υπάρχουν άλλοι που μένουν πίσω και τότε οφείλεις να σταθείς στα πόδια σου, να απλώσεις τις φτερούγες και να αγκαλιάσεις τα άλλα παιδιά. Ο σύντροφος της δεν τα κατάφερε όμως. Σάπισαν οι λέξεις μέσα του, λιγόστεψε το φως και την αποχαιρέτησε λίγο αργότερα μαραζωμένος από τον καϋμό του. Εκείνη τον στόλισε, του πε δυο τραγούδια, έδωσε τις παραγγελιές της, έκλαψε δυνατά κι ύστερα σκούπισε τα μάτια, άνοιξε τις πόρτες και υποδέχτηκε τον κόσμο.

Την έχω πάντα στο μυαλό μου κι ας μην τη βλέπω συχνά. Θαρρώ πως είναι ο πιο αξιοπρεπής άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Γυναίκα γενναία, βράχος ακλόνητος ακόμα και στο αίνιγμα του θανάτου. Και ξέρω πως πονά και τις νύχτες τραβά τα μαλλιά της να τα ξεριζώσει και με τα νύχια της ξεσκίζει το πρόσωπο της. Μα όταν θα σε συναντήσει θα σου χαμογελάσει και θα σου πει την πιο όμορφη ιστορία. Την ιστορία της ζωής που τη χωρίζει ένα βήμα από το θάνατο….



Στην θεία Ζαχαρένια που μου έμαθε πώς παλεύουν οι άνθρωποι…


Η βασίλισσα του μπρόκολου και ο βασιλιάς του άγχους



Εκείνος γύρω στα 65 κι εκείνη 58. Η ιδανική διαφορά για ζευγάρι, όπως συνήθιζαν να υποστηρίζουν φανατικά! Ένωσαν τις ζωές τους με τα «ιερά δεσμά» του γάμου όταν ήταν ακόμα παιδιά. Μαζί μεγάλωσαν σαν έφηβοι που ψάχνουν απεγνωσμένα να υποστηρίξουν την επιλογή τους με συνθήκες αντίξοες και άγνοια του τι σημαίνει γάμος όταν δυο άνθρωποι είναι 17 και 22. Δύσκολα χρόνια. Ακόμα αναρωτιέμαι πως τα κατάφεραν. Ακόμα αναρωτιέμαι πως τα καταφέρνουν. Κι ύστερα ήρθαμε κι εμείς. Τέσσερα κορίτσια μέσα σε 7 χρόνια. Ο πολυπόθητος κανακάρης άλλαξε γνώμη και δε μας έκανε την τιμή ποτέ. Χρόνια αργότερα με την άφιξη του εγγονού εκείνος δε θα μπορέσει να κρύψει τη χαρά του. Λες και η ζωή του χρωστούσε και του ξεπλήρωσε με μια μικρή καθυστέρηση.

Ο πατέρας μου και η μάνα μου! Άνθρωποι του μόχθου. Εργασιομανείς όχι από επιλογή αλλά από ανάγκη. Αυτοδημιούργητοι και δεμένοι με τη γη. Έρωτας αμοιβαίος με πολλά προβλήματα και πρακτικές ανάγκες. Ακόμα αναρωτιέμαι πως τα κατάφεραν!

Εκείνος φανατικός καπνιστής (η Μελίνα Μερκούρη ωχριούσε μπροστά του). Συνήθεια που υιοθέτησα σε μια περίοδο που πίστευα ότι όσοι αγχώνονται πρέπει να καπνίζουν. Πόσο εύκολα μπορεί να παραποιήσει την πραγματικότητα η εφηβική αφέλεια! Εκείνη φανατική αντικαπνίστρια. «Δημήτρη σβήσε το τσιγάρο. Έχω αναπνευστικό». Μόνιμη ατάκα στους ατέλειωτους ομηρικούς καβγάδες. Εννοείται ότι δεν είχε ποτέ πρόβλημα άσθματος όπως προσπαθούσε να μας πείσει. Άνθρωποι μεγάλων αντιθέσεων και τόσοι ίδιοι!

Εκείνη με έμφυτο ταλέντο στη ζωγραφική που δεν καλλιέργησε όμως ποτέ λόγω συνθηκών. Καλλίφωνη, ορθογράφος και ιδιαίτερα ευαίσθητη. Εύθραυστη πολλές φορές! Εκείνος ανορθόγραφος με άρνηση να δεχτεί ότι όλα τα φωνήεντα χρειάζονται. Η σκέψη του λογική και με μεγάλη αγάπη για τις θετικές επιστήμες, σίγουρος ότι εγώ θα γινόμουν μαθηματικός και θα τετραγώνιζα τον κύκλο. Κι ύστερα ήρθε η επιλογή της αρχαιολογίας που του κόψε τα φτερά. Μια ζωή θα τον κυνηγούσαν τα φιλολογικά που μισούσε και ήταν η αφορμή να σταματήσει το σχολείο.

Θα μπορούσα να γράψω πολλές σελίδες για την κοινή ζωή τους. Για την κοινή ζωή μας. Για τα αμέτρητα προσωνύμια που τους δίναμε κατά καιρούς ανάλογα με το τι συναισθήματα μας προκαλούσαν: «Δρακουμέλ» και «Ψιψινέλ», ο «έλα παιδί μου» και «που είσαι», ο «πρήξε με» και η «Μ. Παρασκευή», ο «Μαγουλίτσος» και η «Κλοκλό» και πολλά πολλά άλλα! Εμείς με τους χαρακτηρισμούς μας και εκείνοι με τα παράπονα τους! Μια σχέση κόντρας, ασυνεννοησίας, ανασφάλειας, διαφοράς νοοτροπίας αλλά και πραγματικής άδολης, δεδομένης αγάπης και αληθινού ενδιαφέροντος.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά! Και άσχημα και όμορφα! Μέχρι πριν λίγο καιρό –παραπονιάρα γαρ- θα υποστήριζα πως η ζυγαριά θα έγερνε στα άσχημα. Τώρα πια είμαι πεπεισμένη για το αντίθετο. Και αφορμή για όλο αυτό είναι το γεγονός ότι τον τελευταίο καιρό φίλοι μου αποχαιρετούν τους γονείς τους. Αλλά και μαθητές μου ή συγγενικά πρόσωπα μικρής ηλικίας περνούν σε μια ολιγομελή οικογένεια. Και σκέφτομαι ότι είμαι τυχερή που μεγαλώνω μαζί τους, που μπορώ ακόμα να τους γκρινιάζω και να με κατσαδιάζουν για τα λάθη μου, που τους ακούω ακόμα να παραπονιούνται για τις «ακαταλαβίστικες» ιδέες μου περί γάμου και οικογένειας , που με «ένα σπίτι βιβλία που έχω διαβάσει» δεν κατάφερα να τακτοποιήσω τις σκέψεις μου (μάλλον αυτά με μπέρδεψαν περισσότερο καϋμένε πατέρα).

Τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο στη ζωή! Πόσο μάλλον τα συναισθήματα! Όταν αγαπάμε πρέπει να το δηλώνουμε ! Να το υπερασπιζόμαστε και να του δίνουμε τις διαστάσεις που του αξίζουν. Και αγάπη σημαίνει ότι θα είμαι εκεί για σένα όπως θα είσαι κι εσύ με όλα τα τρωτά του χαρακτήρα μας. Γιατί είμαστε άνθρωποι.

Ο πατέρας μου τον τελευταίο καιρό δικαιωματικά παίρνει τον τίτλο του ΒΑΣΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΧΟΥΣ (συνοδεύεται πάντα με ένα αχ! και ένα φφφφφφ! ) ενώ η μάνα μου είναι η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΜΠΡΟΚΟΛΟΥ (υγιεινό φαγητό αλλά βάλε και λίγο μέτρο μωρέ μάνα!) αφού έτσι που τα μαγειρεύει αυτή δεν τα μαγειρεύει κανείς στον κόσμο.

Στην υγειά των βασιλιάδων! Στην υγειά των απλών , καθημερινών ηρώων της ζωής μας!

Υ. Γ Είμαι σίγουρη ότι αν το διαβάσουν, εκείνη θα κρυφογελά συγκινημένη κι εκείνος δε θα μπορέσει να κλείσει την κάνουλα! Γιατί οι ρόλοι άλλαξαν πια!



Ακόμα αναρωτιέμαι πως τα καταφέρνουν…..



Στη Θεονύμφη και στο Δημήτρη που ακόμα αντέχουν…

Ο παππούς με το χιονισμένο κεφάλι



Αναρωτιέμαι γιατί τη μνήμη μας την κυριεύουν πάντα τα άσχημα και λιγότερο τα όμορφα. Και γιατί τα χρόνια μετριούνται με τα κατακάθια και όχι με το μοίρασμα. Τι μοιράστηκες, τι χάρισες, τι έδωσες απλόχερα, τι κομμάτι σου περίσσεψε και σκέφτηκες να το κάνεις δώρο! Ο καθένας έπρεπε να έχει τον προσωπικό τρόπο μέτρησης του χρόνου.

Καμιά φορά «περπατάμε» από ένστικτο, από ελπίδα πως κάτι καλό είναι κρυμμένο στην επόμενη γωνιά του δρόμου. Και η ελπίδα μπερδεύεται με το προαίσθημα. Λέμε : «έχω προαίσθημα πως κάτι καλό θα συμβεί σήμερα! Θα βάλω τα γιορτινά μου να είμαι έτοιμος». Κι όλο αυτό είναι εκείνο το σαράκι που ονομάζεται ΕΛΠΙΔΑ κι αλοίμονο αν την κάνουμε να πεθάνει.

Όσο περνούν τα χρόνια χαμογελάμε πιο δύσκολα. Και το κυριότερο, ότι ξεχνάμε να κλείσουμε ραντεβού με τον εαυτό μας. Να κάνουμε ένα απολογισμό ή και να υπολογίσουμε με μαθηματική ακρίβεια τι έμεινε, τι δεν έμεινε, τι θα μπορούσε να περισσέψει, που φταίξαμε και τι κουβαλήσαμε άχρηστο ή απαραίτητο.

Συχνά έχω στο μυαλό μου ένα παππού γλυκομίλητο, αγαθό, δοτικό με απίστευτη γλυκύτητα! Ένα παππού με χιονισμένο κεφάλι που έκρυβε πάντα τις ταλαιπωρίες και τις δυσκολίες του πίσω από ένα χαμόγελο. Ένας αφανής ήρωας που αποδέχτηκε ό,τι καλό και κακό ήρθε ως μέρος ενός συμπαντικού σχεδίου. Δεν ξέρω γιατί τον θυμήθηκα πάλι αυτές τις μέρες. Ίσως γιατί μας έκανε πάντα ποδαρικό. Κρατούσε μια πέτρα καθόταν στην είσοδο του σπιτιού κι έλεγε ένα ποιηματάκι που κανείς δε θυμάται πια και όλοι έχουμε τύψεις που δε σκεφτήκαμε να το γράψουμε ποτέ.

Ό,τι καλό έχω είμαι σίγουρη πια ότι είναι έργο δικό του και ό,τι κακό έχω είναι μόνο δικό μου. Η ελπίδα του ήταν μεγάλη και τα προαισθήματα του ξεκάθαρα. Κοιμόταν πάντα λίγο για να προλάβει να υπηρετήσει τους άλλους. Έλεγε πως η ζωή πρέπει να είναι «ΔΙΝΩ» χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα. Το σπίτι του ήταν πάντα ανοιχτό και η καρδιά του μεγάλη.

Δεν πέθανε ποτέ! Δεν πεθαίνουν ποτέ οι άνθρωποι που σημαδεύουν τη ζωή μας. Πολλές φορές παρατηρώ το δέντρο που φύτεψε στην αυλή και σκέφτομαι ότι έτσι ζει. Και όλοι εμείς που γκρινιάζουμε για την κρίση και τη φτώχια πόσο λάθος κάνουμε! Γιατί η φτώχια είναι κάπου αλλού! Είναι στην κλειδωμένη πόρτα, στο κλειστό παράθυρο, στα σφιγμένα χείλη, στην πρωινή κατήφεια, στην άσχημη σκέψη, στη γκρίνια για το διπλανό μας, στην αδιαφορία και σε πολλά πολλά γκρίζα!

Υποσχέθηκα πως φέτος μόνο θα χαμογελάω! Και θα αγαπάω όλους τους παππούδες με τα χιονισμένα κεφάλια! Του χρόνου τέτοια εποχή θα μετρήσω μονάχα ό,τι ήρθε καλό και κακό! Και θα μάθω να μην κρύβω τίποτα! Δε θέλω άλλα μυστικά! Θέλω να βγουν όλα στο φως να πάρουν χρώμα και να γίνουν εικόνες! Να ξορκίσω τα σκοτάδια! Να μην ξεχάσω να θυμάμαι!

Καληνύχτα παππού! Τώρα ξέρω πως όλα θα πάνε καλά! Να μην ξεχνάς να έρχεσαι στον ύπνο μου….



Στον παππού γιατί μας έμαθε να αγαπάμε….





Τετραγώνισα τον κύκλο. Εσύ ακόμα;;



Δε θυμάμαι πότε γνωριστήκαμε. Μάλλον την εποχή του χαλκού. Άσπρα μαλλιά αν και είχαμε μόνο τέσσερα χρόνια διαφορά (τι τις ήθελες τις πολλές σκέψεις ρε φίλε;) και έξυπνα μάτια. Μαθηματικό βλέμμα. Ήταν από τους πρώτους συναδέλφους που έτρεξαν και με αγκάλιασαν κι αυτό θα του το χρωστώ πάντα. Μαθηματική και η σκέψη του ή έτσι ήθελε να δείχνει. Μετρημένα κουκιά, φίλε! Ένα κι ένα κάνει δύο. Απόλυτος και αγύριστο κεφάλι. «Εντάξει» είπα, «θα κάνουμε χωριό. Απόλυτος αυτός, απόλυτη κι εγώ. Θα σφαχτούμε και μετά θα αγαπηθούμε πάλι». 


Όταν είχα κενό τρύπωνα στο μάθημα του και άκουγα μαθηματικά που πάντα κρυφοαγαπούσα αλλά ποτέ δεν τολμούσα να αγγίξω μην τύχει και με κερδίσουν και ανακαλύψω πως πήρα λάθος δρόμο. Σπουδαία φιλοσοφία! Μαγικός κόσμος αλλά θα κρατήσω τελικά το δικό μου, δάσκαλε! 


Κι ύστερα γνώρισα και τη γυναίκα του και κατάλαβα γιατί αυτός ο πεισματάρης άνθρωπος ήταν τόσο ισορροπημένος. Εκείνη γλυκομίλητη και τσαμπουκαλού αλλά βαθιά ερωτευμένη με τον ασπρομάλλη κύριο. Μαζί από παιδιά που μεγάλωσαν και ανακάλυψαν τα απλά που είναι τα ωραία και τα στραβά που τα ισιώνεις άμα έχεις τη διάθεση και αγαπάς τον άλλο. Αλυσίδα γερή που τους κρατούσε σφιχτά η μοναχοκόρη. Σγουρά μαλλιά και αγύριστο κεφάλι σαν το πατέρα της. Κάποτε μου είπε πως είναι το πιο τυχερό παιδί επειδή έχει αυτούς τους γονείς. Και κάποια άλλη στιγμή έγραψε σε μια έκθεση πως ο ήρωας της είναι ο μπαμπάς της. Καμάρωνε κι ο άλλος σα γύφτικο σκεπάρνι! Γελούσε και το μουστάκι που δεν είχε! 


Ευθύς άνθρωπος ο «μεσιέ». Τρομακτικά ντόμπρος! Σου λεγε ένα στραβό και το εννοούσε. Σου λέγε ένα καλό και το λεγε με την καρδιά του. Μια εποχή, την εποχή της άσωτης ζωής, βγαίναμε πολύ. Τρεις γυναίκες κι αυτός. Είχαμε προστασία. Και κάποιον που του κλεισε το μάτι πονηρά και τον ρώτησε με ποια από τις τρεις νταλαβερίζεται τον πήρε και το σήκωσε. Στις πονηριές είχε βάλει φρένο. Κι όπου πηγαίναμε άνοιγαν οι πόρτες και να τα σφηνάκια, να και τα κεράσματα, να και τα σκαμπό για να κάτσουμε. Σεβάσμια μορφή, ρε δάσκαλε! 


Εμείς ακόμα διαφωνούμε. Εκείνος παίζει επίθεση ενώ εγώ άμυνα. Διαφορετικοί άνθρωποι που λογομαχούμε κι ύστερα αγκαλιαζόμαστε και αγαπιόμαστε. Γιατί τα συναισθήματα δεν τα τσιγκουνεύτηκε ποτέ. Έτσι, δάσκαλε, μήπως και καταφέρουμε να πάμε παρακάτω, να το πάμε πιο κάτω το γράμμα και το παραδώσουμε κάποτε. 


Πολλά βράδια βάζουν δυο ποτά με τη Βαλέρια και κάνουν πρόγραμμα. Ο ένας αφιερώνει τραγούδια στον άλλο. Όταν το έμαθα, μα το θεό, σκέφτηκα ότι τίποτα άλλο δεν περιγράφει καλύτερα την τρυφερότητα όσο αυτή η στιγμή! Μα δε θα γράψω πολλά ευαίσθητα και ρομαντικά γιατί θα με δει πάλι και θα μου ρίξει εκείνο το άγριο βλέμμα που… τρεχάτε ποδαράκια μου! 

Θα μείνω εδώ και στα ευκόλως εννοούμενα που πάντα πίστευα ότι δεν πρέπει να παραλείπονται. Αγαπώ τα μαθηματικά και τους μαθηματικούς ασχέτως ότι δεν τους καταλαβαίνω πάντα. Πώς να σε καταλάβω, ρε δάσκαλε, και να σε φτάσω που από τον ουρανό μέχρι τη γη έτη φωτός απόσταση; 

Εγώ πάντως τετραγώνισα τον κύκλο με το δικό μου τρόπο και τους δικούς μου υπολογισμούς. Εσύ ακόμα;;;

Για το Γιάννη το δάσκαλο!




Με τέτοια χρώματα σιγά μη με φοβίσει ο θάνατος



Οδηγώ στην παραλιακή. Ο ήλιος έχει αρχίσει να γέρνει κουρασμένος από την ολοήμερη ορθοστασία. Ανοίγω το παράθυρο και τραβώ γερές τζούρες θαλασσινού αέρα. Δε μου κάνει καρδιά να ανάψω τσιγάρο. Έχω μια λαχτάρα να κατακτήσω τον κόσμο πάλι. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή όλο το ίδιο σαράκι με σιγοτρώει. Από το ραδιόφωνο ακούγεται η φωνή του Παυλίδη: «ότι αν αφεθείς σε οδηγάει ο δρόμος»!

Ένα φτερούγισμα στην καρδιά, στη χορτάτη καρδιά μα πιο πολύ στην ευτυχισμένη μου ματιά που μπορεί και βλέπει και αντιλαμβάνεται ακόμα χρώματα μαγικά και μυστικά περάσματα και αρώματα και μουσικές.. «ότι αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί..».

Είναι μια ελπίδα. Σπουδαία ελπίδα ανθρώπινη, μοναδική, πεισματάρα! Θα τα καταφέρω! Θα τα καταφέρουμε! Πιο ψηλά να κρατηθούμε, να το πιστέψουμε πως το φως θα φέρει ξημέρωμα!

Παρατηρώ την πορεία που διαγράφει ο ήλιος. Ποιος ανόητος δεν πιστεύει στη μαγεία; Κι ύστερα σε θυμάμαι να με ρωτάς απεγνωσμένα αν φοβάμαι το θάνατο, αν τον σκέφτομαι, αν με λυγίζει και με κλειδώνει και με αποπροσανατολίζει και με κάνει μικρό και ασήμαντο άνθρωπο. Με βαλες σε σκέψεις τότε. Αμέσως έτρεξα στο νεκροταφείο να ανάψω το καντηλάκι στον παππού και στη γιαγιά. Να ρωτήσω αν αυτοί τρόμαξαν ή λύγισαν ή σκέφτηκαν κάτι. Δεν πήρα ποτέ απάντηση κι ούτε θα πάρω.

Ναι! Τον φοβάμαι πολλές φορές. Κι ύστερα σκέφτομαι πως με το φόβο δεν άρχισε ούτε τέλειωσε ποτέ κανένας πόλεμος. Ποιο πολύ φοβάμαι μη χάσω χρόνο με αυτές τις σκέψεις και μπλεχτώ στο λαβύρινθο και δεν προλάβω να ζήσω ή να ερωτευτώ ή να κυνηγήσω άπιαστα και αδύνατα για να το πάω πιο μπροστά.

Ναι! Κάποια βράδια που είμαι μόνη και κουρασμένη και απογοητευμένη που δεν έκανα μεγάλα άλματα και δεν προσπάθησα να σταθώ στο σημείο εκκίνησης και να πάρω σωστή θέση κλείνω τα μάτια κι εύχομαι να μην πεθάνω προτού ταξιδέψω στο κέντρο της γης.

Δεν είσαι μόνο εσύ. Όταν μαζεύω τα κομμάτια για να με συναρμολογήσω πάλι, σκέφτομαι πόσες χαμένες ζωές έχουμε ζήσει όλοι γιατί χάσαμε το κουβάρι και δε βρήκαμε ποτέ την έξοδο μόνο παραμείναμε εγκλωβισμένοι στον ωραίο εαυτό μας.

Θέλω να μάθω να συγχωρώ για να συγχωρήσω πρώτα εμένα και να πάω παρακάτω. Και τότε δε θα φοβάμαι ούτε το θάνατο ούτε το σκοτάδι που τρυπώνει καμιά φορά στα άδυτα της ψυχής μου και στις μύχιες σκέψεις μου. Να με συγχωρήσω για τα λάθη που έκανα και τα άλλα που θα κάνω αγνοώντας πράγματα και καταστάσεις και υπόγειες διαδρομές.

Κάθε τέτοια εποχή που ζαλίζομαι από το γιασεμί και το αγιόκλημα έχω μια ελπίδα πως θα τα καταφέρω. Πως θα τα καταφέρουμε. Θα γίνουμε χαρούμενα παιδιά στην αλάνα, θα βάλει πάλι η Κατερίνα το νυφικό κι η Πόπη θα τη βάλει να ξαπλώσει στο λιβάδι με τις μαργαρίτες και τα μανουσάκια και θα την τραβήξει φωτογραφίες αμέτρητες για να θυμόμαστε την τρέλα της στιγμής. Θα φορτώσουμε τη βαλίτσα στο Δημήτρη και στη Θεονύμφη να μοιραστούν το βάρος και θα τους σπρώξουμε να ανοίξουν μαζί την πόρτα του έρημου σπιτιού.

Θα σου πω όλη την αλήθεια! Με τέτοια χρώματα σιγά μη με φοβίσει ο θάνατος. Δε θα με φοβίσει όμως ούτε η απόλυτη ευτυχία. Την αποζητώ και η ζωή μου τη χρωστάει….

Θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα





Είναι από εκείνες τις μέρες που περπατάς. Απλά περπατάς… Βολτάρεις στην πόλη κάτω από τον ήλιο του Δεκέμβρη και χάνεσαι στις σκέψεις σου. Και η σκέψη είναι αναρχοαυτόνομη! Δεν ελέγχεται. Ταξιδεύει . Μόνο ταξιδεύει. Κι αν σε ρωτήσει κάποιος «τι;» δε θα μπορέσεις ποτέ να απαντήσεις ξεκάθαρα.

Αργά περπατούσα κι ας μην το συνηθίζω. Κάτι έψαχνα. Κάτι γύρευα να ακουμπήσω το βλέμμα μου, να το ξεκουράσω. Και το εντόπισα! Καθισμένα οκλαδόν στον παγωμένο δρόμο να τραγουδούν, να φωνάζουν συνθήματα, να ονειρεύονται ότι θα αλλάξουν τον κόσμο απλά με τη φωνή τους.

Αχ! αυτή η ορμή της νιότης! Κοντοστάθηκα και τα θαύμασα. Έκλεισα τα μάτια και είδα τον εαυτό μου να κάθεται εκεί, μαζί τους, να ενώνω τη φωνή μου με τη φωνή τους. Να γίνομαι πάλι 17 και να διεκδικώ, να ερωτεύομαι, να ονειρεύομαι, να πιστεύω ψυχή τε σώματι πως ο κόσμος μου ανήκει. «ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΚΟΥΦΑΛΑ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ»!!!!!!!!

Αγαπώ πολύ τους εφήβους. Νιώθω πως μαζί τους δε μένω στάσιμη. Με διδάσκουν, με νουθετούν με κάνουν και γελάω, μου δείχνουν τον κόσμο που προχωράει, απλοποιούν την πολύπλοκη σκέψη μου, με ταξιδεύουν με το γέλιο τους, με λούζουν με το κλάμα τους, μου χαρίζουν το παραμύθι τους!!!

Μην τους πυροβολείτε! Μην τους στήνεται στον τοίχο! Μην τους απαγορεύετε να πιστεύουν με σιγουριά ότι απόψε θα γκρεμίσουν τον κόσμο και αύριο θα τον ξαναχτίσουν! Αφήστε τους να κάνουν τα δικά τους λάθη! Δεν υπάρχει κανένα χάσμα! Υπάρχει μόνο το κουρασμένο βλέμμα μας!

Μέχρι τώρα κανείς έφηβος δε με πρόδωσε! Μου χάριζαν και εξακολουθούν να μου χαρίζουν την αθωότητα και τη μαγκιά τους. Γιατί η ζωή είναι μαγκιά και όποιος από εμάς είναι μάγκας ας τη ζήσει!!! Και το μόνο που αγαπώ στις γιορτές είναι το καθιερωμένο μας ραντεβού για ρακές και κουβέντα και εξιστόρηση των περιπετειών από τη φοιτητική τους ζωή!

Ευχαριστώ! Χίλια ευχαριστώ! Ευχαριστώ που υπάρχετε και με κάνετε να θέλω να γίνω καλύτερος άνθρωπος! Και συγνώμη γιατί ανήκω κι εγώ στον κόσμο των ενηλίκων που ό,τι εσείς χτίζετε εμείς το ισοπεδώνουμε….


Στα «παιδιά» μου που με διδάσκουν…



Όταν μεγαλώσεις θα γίνεις χοντρή



Καλοκαίρι του 2013! Είχαμε κατασκηνώσει στις Λίγκρες που βρίσκεται στα νότια του νομού Ρεθύμνης. Παραλία χωρίς δέντρα που μεταφράζεται: μαρτύριο για τα αποπνικτικά μεσημέρια ιδίως όταν η θερμοκρασία φτάνει τους 40 βαθμούς και ψάχνεις ένα κλαράκι να βάλεις το κεφάλι σου για να μην αρχίσουν οι παραισθήσεις από την ηλίαση. Χαλάλι όμως! Μας αποζημίωνε το παλικάρι με τα πράσινα μάτια και το ηλιοκαμένο κορμί που είχε την ταβέρνα «κάπου στην άκρη του κόσμου». Εκεί αράζαμε όταν τηγανίτες πια από τον ήλιο και αφού είχαμε αδειάσει όλο το αντηλιακό που διαθέταμε είχαμε παραδώσει ψυχή και μαυρισμένο κορμί.

Ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια και πιάσαμε την καλύτερη θέση για να μπορούμε να «χαλβαδιάζουμε» και το Μιχάλη που πηγαινοερχόταν ενδεδυμένος με ένα παρεό από τραπέζι σε τραπέζι κρατώντας το δίσκο και χαμογελώντας σε όλες τις θαυμάστριες του. Πίσω μας βρισκόταν το ψυγείο με τα παγωτά που η επιδρομή ήταν σίγουρη μετά τα χορταστικά πιάτα και τις αμέτρητες μπύρες που είχαμε κατεβάσει από την κάψα του καλοκαιριού αλλά και του μοναδικού θεάματος που μας χάριζε το παλικάρι.

Και τότε εμφανίστηκε εκείνη με το επτάχρονο κοριτσάκι. Ψιλόλιγνη στα όρια νευρικής ανορεξίας, βαμμένη με αδιάβροχα καλλυντικά, ξανθό μαλλί πλατίνα χωρίς ίχνος κυτταρίτιδας και περιττού λίπους. Πολύ τη ζηλέψαμε από κρυφό και ανομολόγητο θαυμασμό και αυτομάτως οι τύψεις μας τυραννούσαν για την τελευταία μερίδα πατάτας τηγανητής που παραγγείλαμε ενώ είχαμε χορτάσει. Το κοριτσάκι με το ίδιο σκαρί με τη μαμά, άνοιξε το ψυγείο με τα παγωτά και διάλεξε ένα πύραυλο 4Χ4 πιο μεγάλο από το μπόι της και με βιασύνη παιδική και σάλια να τρέχουν έκανε να σκίσει το περιτύλιγμα και να ξεκινήσει η απόλαυση. Και τότε η μαμά μοντέλο ξεστόμισε τη βόμβα: «Αν φας τόσο μεγάλο παγωτό θα γίνεις χοντρή»!!!!!! Το κοριτσάκι με τα μεγάλα μάτια και την πελώρια λαχτάρα για παγωτό άνοιξε πάλι το μαγικό ψυγείο έκρυψε το 4Χ4 και πήρε μια γρανίτα με πολύ λιγότερες θερμίδες και σαφώς λιγότερη γεύση.

Ένιωσα την ανάγκη να βουτήξω τη μαμά μοντέλο μέσα στο ψυγείο και να την αναγκάσω να φάει όλα τα παγωτά που υπήρχαν μέσα για να υποφέρει μετά από τύψεις και ενοχές για τις αμέτρητες θερμίδες που έκατσαν στα μπούτια της και στην κοιλιά της. Κι ύστερα να πάρω το κοριτσάκι από το χέρι να το βάλω να καθήσει δίπλα μου και δίνοντας της ένα κουτί μερέντα και το πιο μεγάλο κουτάλι να της εξηγήσω πως έχουμε δικαίωμα όλοι –πόσο μάλλον εκείνη που ήταν παιδί- να κλέβουμε ακόμα το γλυκό από το βάζο και να «γουρουνιάζουμε» όταν μας παίρνει από κάτω, και κάποιες φορές να μην κουμπώνει το αναθεματισμένο τζιν που εσύ μια χαρά το είχες φανταστεί με εκείνο το άσπρο πουκαμισάκι αλλά αυτό δεν σου έκανε τη χάρη, και να τρώμε και να πίνουμε παραπάνω γιατί είμαστε άνθρωποι που κληρονομήσαμε τεμπέλη και νωθρό μεταβολισμό παρόλο που όλη μέρα νομίζουμε ότι καίμε θερμίδες και κάποιες φορές τρώμε μόνο σαλάτες για να χωρέσουμε στο φόρεμα που αγοράσαμε για το γάμο του συμμαθητή που πρέπει να είμαστε και άψογες γιατί θα συναντήσουμε όλους τους παλιούς γνωστούς και θα μας σκανάρωνουν από πάνω ως κάτω!

Να της πω ότι οι παχουλές έχουν το πιο ωραίο δέρμα και την πιο καλή καρδιά γιατί κουβαλούν πάντα μέσα τους το χλευασμό των άλλων παιδιών από κάτι τέτοιες μαμάδες που μεγάλωσαν τα παιδιά τους και τους χάλασαν την εικόνα που έβλεπαν για τους άλλους ανθρώπους πριν μπουν οι ταμπέλες του χοντρού ή αδύνατου, του όμορφου ή άσχημου, του ψηλού ή κοντού. Και υπάρχουν και γυναίκες που έκαναν παιδιά και χάλασε το σώμα τους και χρόνια πασχίζουν να αδυνατήσουν αλλά ποτέ δε βρίσκουν χρόνο να γυμναστούν ή να μπουν σε διατροφικό πρόγραμμα ή δεν έχουν το κουράγιο να βάλουν λουκέτο στο ψυγείο ή να ράψουν το στόμα τους γιατί το κενό πρέπει να γεμίσει με φαϊ αφού δε γεμίζει από αγάπη και ενδιαφέρον!

Είχα κάποτε γνωστούς που επέλεγαν να κάνουν παρέα με όμορφους, αδύνατους και καλλίγραμμους ανθρώπους. Όλες οι παρέες τους ήταν άνθρωποι που είχαν επιλεγεί από «καλλιστεία» του σχολείου, της γειτονιάς, της σχολής, του χωριού. Και πραγματικά δεν ξέρουν τι χάνουν από τους «παχουλούς» και «άσχημους» ωραίους ανθρώπους που έχουν δουλέψει με το ελάττωμα τους και το έχουν κάνει προτέρημα και ξέρουν να αυτοσαρκάζονται και να σκορπίζουν το γέλιο και την ευγένεια.

Αυτό το ρατσισμό σιχαίνομαι περισσότερο. Μόνο που αυτός καλλιεργείται από κομπλεξικούς και ανεγκέφαλους. Γιατί αν επιχειρήσεις να πεις κάτι παραπάνω με όλους αυτούς θα σκίσεις όλα σου τα πτυχία και η επιστήμη θα σηκώσει τα χέρια ψηλά ανίκανη να τους εντάξει σε κατηγορία. Αυτοί είναι μια κατηγορία μόνη τους!

Αν πετύχω ξανά αυτό το κοριτσάκι θα του αγοράσω τον πιο μεγάλο πύραυλο και θα το κρύψω μέχρι να το φάει και γίνει γλυκό το μέσα του! Κι όταν μεγαλώσει ας γίνει χοντρή! Δε θα χρειάζεται να βάζει πέτρες στις τσέπες σαν τη μαμά όταν θα φυσάει ο αέρας!!!!!!!!!