Translate

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Με τέτοια χρώματα σιγά μη με φοβίσει ο θάνατος



Οδηγώ στην παραλιακή. Ο ήλιος έχει αρχίσει να γέρνει κουρασμένος από την ολοήμερη ορθοστασία. Ανοίγω το παράθυρο και τραβώ γερές τζούρες θαλασσινού αέρα. Δε μου κάνει καρδιά να ανάψω τσιγάρο. Έχω μια λαχτάρα να κατακτήσω τον κόσμο πάλι. Κάθε χρόνο τέτοια εποχή όλο το ίδιο σαράκι με σιγοτρώει. Από το ραδιόφωνο ακούγεται η φωνή του Παυλίδη: «ότι αν αφεθείς σε οδηγάει ο δρόμος»!

Ένα φτερούγισμα στην καρδιά, στη χορτάτη καρδιά μα πιο πολύ στην ευτυχισμένη μου ματιά που μπορεί και βλέπει και αντιλαμβάνεται ακόμα χρώματα μαγικά και μυστικά περάσματα και αρώματα και μουσικές.. «ότι αν το πιστέψεις στα αλήθεια η αγάπη μπορεί..».

Είναι μια ελπίδα. Σπουδαία ελπίδα ανθρώπινη, μοναδική, πεισματάρα! Θα τα καταφέρω! Θα τα καταφέρουμε! Πιο ψηλά να κρατηθούμε, να το πιστέψουμε πως το φως θα φέρει ξημέρωμα!

Παρατηρώ την πορεία που διαγράφει ο ήλιος. Ποιος ανόητος δεν πιστεύει στη μαγεία; Κι ύστερα σε θυμάμαι να με ρωτάς απεγνωσμένα αν φοβάμαι το θάνατο, αν τον σκέφτομαι, αν με λυγίζει και με κλειδώνει και με αποπροσανατολίζει και με κάνει μικρό και ασήμαντο άνθρωπο. Με βαλες σε σκέψεις τότε. Αμέσως έτρεξα στο νεκροταφείο να ανάψω το καντηλάκι στον παππού και στη γιαγιά. Να ρωτήσω αν αυτοί τρόμαξαν ή λύγισαν ή σκέφτηκαν κάτι. Δεν πήρα ποτέ απάντηση κι ούτε θα πάρω.

Ναι! Τον φοβάμαι πολλές φορές. Κι ύστερα σκέφτομαι πως με το φόβο δεν άρχισε ούτε τέλειωσε ποτέ κανένας πόλεμος. Ποιο πολύ φοβάμαι μη χάσω χρόνο με αυτές τις σκέψεις και μπλεχτώ στο λαβύρινθο και δεν προλάβω να ζήσω ή να ερωτευτώ ή να κυνηγήσω άπιαστα και αδύνατα για να το πάω πιο μπροστά.

Ναι! Κάποια βράδια που είμαι μόνη και κουρασμένη και απογοητευμένη που δεν έκανα μεγάλα άλματα και δεν προσπάθησα να σταθώ στο σημείο εκκίνησης και να πάρω σωστή θέση κλείνω τα μάτια κι εύχομαι να μην πεθάνω προτού ταξιδέψω στο κέντρο της γης.

Δεν είσαι μόνο εσύ. Όταν μαζεύω τα κομμάτια για να με συναρμολογήσω πάλι, σκέφτομαι πόσες χαμένες ζωές έχουμε ζήσει όλοι γιατί χάσαμε το κουβάρι και δε βρήκαμε ποτέ την έξοδο μόνο παραμείναμε εγκλωβισμένοι στον ωραίο εαυτό μας.

Θέλω να μάθω να συγχωρώ για να συγχωρήσω πρώτα εμένα και να πάω παρακάτω. Και τότε δε θα φοβάμαι ούτε το θάνατο ούτε το σκοτάδι που τρυπώνει καμιά φορά στα άδυτα της ψυχής μου και στις μύχιες σκέψεις μου. Να με συγχωρήσω για τα λάθη που έκανα και τα άλλα που θα κάνω αγνοώντας πράγματα και καταστάσεις και υπόγειες διαδρομές.

Κάθε τέτοια εποχή που ζαλίζομαι από το γιασεμί και το αγιόκλημα έχω μια ελπίδα πως θα τα καταφέρω. Πως θα τα καταφέρουμε. Θα γίνουμε χαρούμενα παιδιά στην αλάνα, θα βάλει πάλι η Κατερίνα το νυφικό κι η Πόπη θα τη βάλει να ξαπλώσει στο λιβάδι με τις μαργαρίτες και τα μανουσάκια και θα την τραβήξει φωτογραφίες αμέτρητες για να θυμόμαστε την τρέλα της στιγμής. Θα φορτώσουμε τη βαλίτσα στο Δημήτρη και στη Θεονύμφη να μοιραστούν το βάρος και θα τους σπρώξουμε να ανοίξουν μαζί την πόρτα του έρημου σπιτιού.

Θα σου πω όλη την αλήθεια! Με τέτοια χρώματα σιγά μη με φοβίσει ο θάνατος. Δε θα με φοβίσει όμως ούτε η απόλυτη ευτυχία. Την αποζητώ και η ζωή μου τη χρωστάει….