Translate

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Η Ζαχαρένια που ήξερε να γελά



Γυναίκα του μόχθου και της βιοπάλης. Δυνατή! Πολύ δυνατή! Έπιανε την πέτρα στα χέρια της και την έκανε σκόνη. Δούλευε στα χωράφια, στα πρόβατα, έκανε τη λάτρα του σπιτιού και μεγάλωνε και πέντε παιδιά. Μέχρι να «ξετσουμίσει» το ένα ερχόταν το άλλο. Μα τι πείραζε! Τα χέρια της να ήταν καλά και τα χέρια του! Βάσταζε ο ένας τον άλλο και τους δυο η Ζαχαρένια κι αργότερα και τους επτά εκείνη τους κρατούσε. Τα μάτια της πετούσαν σπίθες γιατί φωτιά ήταν και η ζωή της, φωτιά και η ζωή των άλλων.

Τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι. Περήφανη για όλα μα παρηγοριά της η Ρηνιώ με τα πελώρια μάτια. Κι ας μην της το δειχνε ποτέ κι ας τη μεγάλωνε κι εκείνη σαν αγόρι. Κι ας ήταν σκληρή μαζί της πολλές φορές. Κρυφά την καμάρωνε και την έβλεπε να γίνεται γυναίκα όμορφη, λυγερή, δυνατή, ανεξάρτητη.

Τα χρόνια περνούσαν με χαρές, με δυσκολίες κι εκείνη έβρισκε πάντα τρόπο, έβρισκε πάντα χώμα για να ριζώσει η ελπίδα, να γίνει δέντρο, να βγάλει φύλλα και να δώσει καρπούς.

Ένα πρωί βρήκε το κρεβάτι του μικρού όπως το είχε τακτοποιήσει την προηγούμενη μέρα. Ο νους της πήγε στο κακό μα κράτησε την ψυχραιμία της κι έκανε την προσευχή της στην Παναγιά να ξέμεινε πουθενά το Γιαννιό και να άργησε να γυρίσει. Κι ήταν ίσως η πρώτη φορά που η προσευχή της δεν εισακούστηκε. Το μαντάτο δεν άργησε να ρθει. Το Γιαννιό έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου σε μια στροφή και δε βρήκε ποτέ το δρόμο για το σπίτι.

Κι έχασε και η Ζαχαριένια τον χτύπο της καρδιάς της μα δεν είπε τίποτα σε κανένα. Ετοίμασε το σπίτι, άνοιξε τις πόρτες και τα παράθυρα για να αερίσει και να υποδεχτεί τον κόσμο που θα φερνε το Γιαννιό. Και τους υποδέχτηκε όλους και τους ευχαρίστησε όλους που έκαναν την τιμή στο παιδί της και τους φίλεψε με όλα τα καλούδια από την καρδιά της.

Εγώ τη συνάντησα λίγες μέρες αργότερα στο πρώτο μνημόσυνο. Την πλησίασα δειλά και η μόνη λέξη που κατάφερα να αρθρώσω ήταν: «λυπάμαι»…. Κι εκείνη κοιτώντας με στα μάτια μου έδωσε την πιο αφοπλιστική απάντηση: «ο θεός δίνει στον καθένα ό,τι μπορεί να βαστάξει. Εγώ φαίνεται, παιδί μου, του φάνηκα πολύ δυνατή».

Με πόση υπομονή και αξιοπρέπεια υπέμεινε τον πόνο! Έλεγε πως όταν ένας φεύγει υπάρχουν άλλοι που μένουν πίσω και τότε οφείλεις να σταθείς στα πόδια σου, να απλώσεις τις φτερούγες και να αγκαλιάσεις τα άλλα παιδιά. Ο σύντροφος της δεν τα κατάφερε όμως. Σάπισαν οι λέξεις μέσα του, λιγόστεψε το φως και την αποχαιρέτησε λίγο αργότερα μαραζωμένος από τον καϋμό του. Εκείνη τον στόλισε, του πε δυο τραγούδια, έδωσε τις παραγγελιές της, έκλαψε δυνατά κι ύστερα σκούπισε τα μάτια, άνοιξε τις πόρτες και υποδέχτηκε τον κόσμο.

Την έχω πάντα στο μυαλό μου κι ας μην τη βλέπω συχνά. Θαρρώ πως είναι ο πιο αξιοπρεπής άνθρωπος που έχω γνωρίσει. Γυναίκα γενναία, βράχος ακλόνητος ακόμα και στο αίνιγμα του θανάτου. Και ξέρω πως πονά και τις νύχτες τραβά τα μαλλιά της να τα ξεριζώσει και με τα νύχια της ξεσκίζει το πρόσωπο της. Μα όταν θα σε συναντήσει θα σου χαμογελάσει και θα σου πει την πιο όμορφη ιστορία. Την ιστορία της ζωής που τη χωρίζει ένα βήμα από το θάνατο….



Στην θεία Ζαχαρένια που μου έμαθε πώς παλεύουν οι άνθρωποι…