Translate

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

Ένα φρενάρισμα του χρόνου




Κάθε πρωί σε συναντούσα να κοιτάς τη θάλασσα σα να περίμενες νέα. Ανείπωτα και χιλιοειπωμένα συνάμα όλα. Κι ο χρόνος να σε ανταμώνει με κάθε κύμα που έσκαγε στα πόδια σου. Ερχόταν, χάιδευε τις πληγές, τις πότιζε αλμύρα κι ύστερα έφευγε προς τα πίσω βαστώντας τις δυνάμεις για αργότερα. 

Δε θυμάσαι πια πως βρέθηκες εδώ. Πάνε χρόνια. Η μνήμη ακαθόριστη. Συγγενής της ανάγκης. Ένα κύμα και τότε… Σε ξέβρασε εδώ και ρίζωσες στην άκρη του βράχου να περιμένεις τις ψυχές που σουλατσάρουν και κρατούν στα χέρια ρόγδια. Πάντα σου άρεσαν. Γλύκαιναν την προσμονή στη μέση του φθινοπώρου καρτερώντας την πρώτη σταγόνα βροχής να σου ξεπλύνει το μέτωπο. 

Στον κήπο σου είχες πάντα ροδιές! Σα μπάλες χριστουγεννιάτικες κρέμονταν από το δέντρο. Έκοβες ένα, το καθάριζες σε ένα πιάτο, έβαζες μια ρακή κι ευχόσουν: «Να είμαστε καλά να ανταμώνουμε και να τραγουδούμε». Κι αγκάλιαζες την κυρά Μυρσίνη και την τάιζες στο στόμα. Κι εκείνη ντροπαλή καθώς ήταν κοκκίνιζε σαν παπαρούνα μα μέσα της φεγγοβολούσε από αγάπη. Έσκυβε και σου χάιδευε τα μαλλιά κι ύστερα σου βαζε την τραγιάσκα μη σε κάψει ο ήλιος και χάσεις τη φρεσκάδα σου. 

Όταν φύτρωναν τα μανουσάκια όργωνες όλο τον τόπο μέχρι να τα βρεις και να της τα πας πεσκέσι να της στολίσεις τα μαλλιά τραγουδώντας : «άσε με να σε μυριστώ άσπρο μου μανουσάκι, φτερά να βγάλω να πετώ σαν το χελιδονάκι». Αποζητώντας άλλοθι για τη χειρονομία της καρδιάς! 

Πόσα τραγούδια είπες, ευλογημένε; Έχασες το μέτρημα, έχασες και τα τραγούδια. Η κυρά Μυρσίνη δεν το ήθελε. Δεν ξέρει πως έγινε. Εκείνον τον γνώρισε ένα βράδυ που βγήκε με τις φίλες της. Γυναικοπαρέες με βαμμένα νύχια και ροδαλά μάγουλα. Σπίθες έβγαλαν τα μάτια της μόλις τον είδε. Πυρετός άρχισε να την καίει και να βασανίζει το σώμα της. Κι εκείνος όμως δε μπόρεσε να πάρει τα μάτια του από πάνω της. Στασίδι της έστρωσε στην καρδιά για να καθήσει. 

Τρεις μήνες κράτησε το κρυφτό. Κι έπειτα είδε πως δεν άντεχε άλλο να ζει στην παρανομία. Ένα πρωί που εκείνος έτρεχε πάλι να της βρει μανουσάκια, έφτιαξε μια βαλίτσα με τα απαραίτητα, έγραψε κι ένα σημείωμα βιαστικό κι έφυγε σαν αερικό για την καινούρια ζωή. 

Εκείνη να ζήσει κι ο κυρ- Αντώνης να κοιτάζει το βράχο και το χρόνο που φρέναρε και σταμάτησε εκείνη τη μέρα. 

Ο κήπος δεν έχει πια ροδιές. Ερήμωσε ο κήπος, ερήμωσε και η καρδιά του. Μόνο «γιατί» γέμισε η ψυχή και παράπονο. Αλυσοδέθηκε στο βράχο να περιμένει τις απαντήσεις. Σώπασαν και τα τραγούδια. Δεν ήξερε άλλο τρόπο να ζει. Δεν είχε φανταστεί τη ζωή χωρίς τη Μυρσίνη. Εύκολα φαντάζεσαι το μαζί χώρια; 



Κάθε τέτοια εποχή κοιτώ τα ρόδια στο τραπέζι του σπιτιού μου και φαντάζομαι ένα κήπο με ροδιές και τον Αντώνη να ταϊζει τη Μυρσίνη. Φαντάζομαι το μάγουλο της να ακουμπάει το δικό του κι εκείνον να χαμογελά. Κι ο βράχος εξαφανίζεται και ο κήπος γεμίζει μανουσάκια και χρώματα και αρώματα και μοσχοβολά ο κόσμος αγάπη.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΙΑ ΜΑΝΤΙΝΑΔΑ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ




Είναι κάποιες μορφές που μοιάζουν με αγιογραφίες. Λες και δραπέτευσαν μια νύχτα με μπουνάτσα από το εκκλησάκι του Άι – Λια στην κορφή του βουνού και κατηφόρισαν για τον κάμπο. Κι έχουν εκείνη την απόκοσμη αχερόντια αύρα και τις νύχτες γίνονται αετοί και πετούν πάνω από την Κρήτη.

Έπρεπε να φύγω από το νησί, να μεγαλώσω, να ανοίξω τα μάτια και τα αυτιά ορθάνοιχτα για να τους δω και να τους αφουγκραστώ. Όταν τα πράγματα είναι δίπλα σου τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως έχεις χρόνο να τα δεις. Είσαι και μικρός και άμυαλος, ανυποψίαστος για το θησαυρό που υπάρχει φανερός και διαθέσιμος. Εσύ ψάχνεις για τους άλλους τους κρυμμένους, τους καταχωνιασμένους στα έγκατα της γης. Τους άλλους, τους ανήλιαγους. Θαρρείς πως η σοφία κρύβεται στα μεγάλα, στα ξενόφερτα, στα άπιαστα και αθώρητα, κι αυτή είναι δυο βήματα από το δικό σου κέντρο, μια ανάσα από τη δική σου ανάσα, ένα βλέμμα από τη δική σου θωριά.

Όμορφο που είναι να μπορείς να πλέκεις τις λέξεις! Να κάνεις ρίμα και με ένα τετράστιχο να ανασταίνεις τη ζωή, να καταπατείς το θάνατο, να καλωσορίζεις τον έρωτα, να αποχαιρετάς τις αγάπες σου, να αγκαλιάζεις με τα αχ! του αναστεναγμού το μυστήριο της πεθυμιάς των ανθρώπων! Σε ένα τετράστιχο! Εκεί μετράς τις ανάσες της μνήμης και την απεραντοσύνη της θλίψης.

Οι ριμαδόροι ζουν ανάμεσα μας. Οι μαντιναδολόγοι του έρωτα και της αγάπης μυριόχρωμοι και αυτόφωτοι έχουν την πένα της μνήμης. Καταγράφουν όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης πορείας από το κλάμα μέχρι το γέλιο, από τον έρωτα μέχρι το χωρισμό, από το τίποτα μέχρι το ουσιαστικό, από τη ζωή μέχρι το θάνατο, από τη θλίψη μέχρι τη χαρά. Σαν την παλέτα του ζωγράφου, σαν το ουράνιο τόξο, σαν τη λύτρωση που φέρνει ο ήλιος, σαν ανεμώνα στη μέση του χειμωνιάτικου κάμπου. Έχουν χιονισμένα μαλλιά, βλέμμα ακέραιο και βαθύ, ματιά ήρεμη και σίγουρη, σοφία ζωής που περιπλανήθηκε στα επουράνια κι άγγιξε τα εγκόσμια για να μεταφέρει το μήνυμα του χρόνου.

Ο Μήτσος Σταυρακάκης αφήνεται στη μοίρα του καιρού και γράφει:

Γυρνά του χρόνου ο καιρός

Σαν το δαιμονισμένο

Κι εγώ κεράκι αφτούμενο

Στη δίνη των ανέμω.

Σε ένα άλλο γύρισμα ζωής ενός κύκλου που κλείνει κι εσύ καλείσαι να το δεχτείς λέει:

Εσύ που με δασκάλεψες

Ήντα θα πει αγάπη

Στου χωρισμού σου μάθε με

Να ζω τον εφιάλτη.

Εγώ μεγάλωσα με ένα μεγάλο ποιητή. Μειλίχιο και ήρεμο. Ένα πράο άνθρωπο που ποτέ δεν έλεγε πολλές κουβέντες. Μιλούσε με τετράστιχα και πάντα χαμογελούσε. Αν είχε κλέψει και κανένα γλυκό παραπάνω από το ντουλάπι, κρυφά από τη γυναίκα του, κελαϊδούσε. Ο θείος Γιώργης. Γιώργης Αεράκης. Μας μάζευε πιτσιρίκια μας έβαζε να καθήσουμε γύρω από τη ξυλόσομπα και άρχιζε τον αυτοσχεδιασμό. Είχε πάντα να πει μια καλή μαντινάδα μα τις καλύτερες τις κρατούσε για τη γυναίκα του. Κοντά σαράντα χρόνια μαζί αγαπούν βαθιά ο ένας τον άλλο και ανησυχούν. Γιατί εντέλει, αυτό είναι αγάπη: Ανησυχία. Για τη Σοφία του έχει πάντα την πιο όμορφη μαντινάδα. Ο θείος Γιώργης με τα γελαστά μάτια. Κι ας μην ξέρει καλή ορθογραφία, κι ας μην έγινε ποτέ διάσημος ριμαδόρος στην Κρήτη, κι ας παλεύει ακόμα με τα χώματα και ξεχνά να ζήσει. Για όλους εμάς που τον ξέρουμε είναι ο δικός μας ποιητής, ο ποιητής της καρδιά μας, ο δικός μας τεχνίτης του λόγου. Κάποτε κοιτώντας τη Σοφία στα μάτια της είπε:

Όντε ποθάνω στην καρδιά

Να κάμεις νεκροψία

Σ’ όλα τα φύλλα θα βρεθεί

«αγάπη μου Σοφία».

Και σε κάποια άλλη ανύποπτη στιγμή μας είπε:

Τέσσερα φύλλα έχει η καρδιά

Όμως δεντρό δεν έναι

Κι αν την πληγώσεις φαίνεται

Στα μάτια μου που κλαίνε.

Ένας φίλος μου έλεγε κάποτε πως πριν πεθάνει ο άνθρωπος πρέπει να φυτέψει ένα δέντρο, να κάνει ένα παιδί και να γράψει ένα ποίημα. Εγώ θα προσθέσω πως πριν αφήσουμε αυτό τον κόσμο πρέπει να αξιωθούμε μια σπουδαία μαντινάδα που θα πει μόνο για εμάς ένας μεγάλος έρωτας. Κι ύστερα μπορούμε να αναχωρήσουμε χορτασμένοι από αγάπη και ποίηση!

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΙΧΑ ΚΑΡΚΙΝΟ ΣΤΟ ΧΕΡΙ





Είναι κάποιες μέρες που δεν έχει αντοχή να σηκωθείς από το κρεβάτι. Λες και παραδόθηκες στην επανάληψη του μάταιου. Έτσι νιώθεις. Κι ας μη σε βασανίζει τίποτα ουσιαστικό και χειροπιαστό. Το λες και ανικανοποίητο. Το λες και φύση σου. Το λες και αγνωμοσύνη. Καμιά φορά και παραίτηση.

Έχουμε όμως το δικαίωμα αυτό; Αναρωτιέμαι. Κι ύστερα πάλι απαντώ: Κάποιοι τυχεροί έχουμε την πολυτέλεια. Αν τύχει όμως και συναντήσεις κάποιον από τους άλλους, εκείνους τους «άτυχους», μαζεύεις το αχάριστο «εγώ» σου, το κάνεις στην άκρη και υποκλίνεσαι στο μεγαλείο. Και τότε η ζωή πρέπει να δώσει μπόνους.

Τους συνάντησα έξω από το μηχανολογικό. Πρώτα εκείνη. Κρατούσε δυο σκυλιά και ακουμπούσε σ’ ένα τοίχο ψάχνοντας λίγη σκιά. Όμορφη. Μαγικά όμορφη. Μα ποιος είπε πως η ζωή χτίζεται με περιγράμματα; Άμα δεν έχει χρώματα ευγενικά τι να το κάνεις το κάρβουνο; Χαμόγελα γνήσια, αληθινά. Χαμόγελα αντίστασης. Πείσμα και θέληση.

Η Ιωάννα είχε κινητικά προβλήματα. Κρατούσε τα σκυλιά και περίμενε το Λευτέρη να κατέβει τα σκαλιά της υπηρεσίας. Εκείνος όμως της έφερε άσχημα νέα. Έπρεπε να παρουσιαστεί η ίδια και να καταθέσει τα δικαιολογητικά για το δίπλωμα γιατί ο υπάλληλος είχε πολύ δουλειά και δε μπορούσε να εγκαταλείψει το πόστο του. Τριάντα σκαλιά. Κι εκείνη αγόγγυστα άρχισε τον αγώνα δρόμου. Μπήκε στο στίβο, πήρε θέση και ξεκίνησε τον ανηφορικό δρόμο.

Ο Λευτέρης έμεινε μαζί μου και μοιραστήκαμε την ίδια σκιά. Ένα πεζούλι πίσω από ένα παρατημένο αυτοκίνητο και δυο σκυλιά να γρατζουνάνε την αμηχανία δυο ανθρώπων που δε γνωρίζονται μα τελικά έχουν πολλά να πουν. Ένας επίδεσμος στόλιζε το μπράτσο ενός χεριού που με δυσκολία υπάκουε στις εντολές του εγκεφάλου. «Ξέρεις πριν λίγες μέρες έκανα μια επέμβαση στο χέρι και δυσκολεύομαι πολύ. Αφαίρεσα ένα όγκο.» «Είσαι καλά τώρα;» «Νομίζω ότι θα είμαι καλύτερα. Εξάλλου έχω συνηθίσει τις επεμβάσεις. Ο καρκίνος ξεκίνησε από τον εγκέφαλο, έκανε μετάσταση στο μηρό και στη συνέχεια στο χέρι. Αν είχα μείνει εδώ θα είχα πεθάνει. Όλοι ζητούσαν φακελάκι.»

Θυμάμαι τη γιαγιά μου να μη χρησιμοποιεί ποτέ τη λέξη καρκίνος. Έλεγε ο «ξορκισμένος». Και τώρα σκέφτομαι πως για να ξορκίσεις το κακό πρέπει να το λες με το όνομα του. Σαν το Λευτέρη που έχει κάνει εγχειρήσεις, χημιοθεραπείες, ακτινοβολίες και πολεμά με ένα σταυρό στους ώμους πιο μεγάλο από το μπόι και την ηλικία του.

Δεν ήξερα τι να πω. Ευχήθηκα μόνο να πάνε όλα καλά. Κι εκείνος με μια απόλυτη σιγουριά και βεβαιότητα απάντησε: «Θα πάνε. Έχω και την Ιωάννα κι εκείνη έχει εμένα. Πρέπει να ολοκληρώσουμε και τις σπουδές μας. Έχουμε πολλά πράγματα ακόμα να κάνουμε. Είμαστε μόνο 30 χρόνων και θέλουμε να ζήσουμε.»

Ναι! Δε φτιάχνετε η ζωή με περιγράμματα. Ούτε με όνειρα σε έκπτωση. Ούτε και με φουρτουνιασμένους θυμούς. Άνθρωποι να σου ανάβουν φωτιές στην καρδιά, να σε φέρνουν αντιμέτωπο με το όλα, να ενώνουν τους δρόμους μέσα σου, να σε παρακινούν να ζήσεις, να μετακινούν βουνά για χάρη σου, να σε δένουν με ομφάλιο λώρο και να σου δίνουν οξυγόνο.

Η Ιωάννα και ο Λευτέρης έχουν το ίδιο τατουάζ στο χέρι: μια νότα! Στο ίδιο σημείο. Το είχαν από πριν. Προτού συναντηθούν στο τρίστρατο. Προτού κοιτάξουν μαζί το φως. Και μοιράζουν χαμόγελα και αλήθειες. Με αυτά με καλημέρισαν και με αποχαιρέτησαν. Ο Λευτέρης και η Ιωάννα που αγαπούν τα ζώα, μάχονται κάθε μέρα για τα αυτονόητα, δεν κάνουν έκπτωση στα όνειρα τους και σχεδιάζουν να παντρευτούν.

Γιατί είναι και κάποιοι άνθρωποι που ξέρουν γιατί ήρθαν εδώ. Μονάχα για να παλέψουν και να ζήσουν. Το μαζί σηκώνει μισό βάρος και λειαίνει τα κακοτράχαλα μονοπάτια.

Έφυγαν αγκαλιά χαρίζοντας μου ένα όμορφο χαμόγελο….

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

ΖΥΓΟΣ ΜΕ ΩΡΟΣΚΟΠΟ ΛΕΩΝ







23 Σεπτεμβρίου 1974. Άλλοι παλεύανε για ελευθερία και άλλοι φέρνανε στον κόσμο παιδιά. Τρεις τα ξημερώματα ξετσούμισα και τους είπα καλό ξημέρωμα. Πιο μετά με περίμεναν γι’ αυτό και η μάνα μου το προηγούμενο βράδυ έφαγε μια κατσαρόλα σούπα μαζί με τη θεία Βαγγελιώ. Τους έκανα την έκπληξη! Από τότε μου έμεινε το χούι με τις εκπλήξεις.

Τρεις τα ξημερώματα. Κακή ώρα! Να έρχεσαι από τη νύχτα και πάλι νύχτα να αντικρύζεις. Ίσως γι’ αυτό φοβάμαι ακόμα τα σκοτάδια. Η μάνα μου με πήρε αγκαλιά και μου χαμογέλασε κουρασμένη. Το θυμάμαι εκείνο το χαμόγελο και πάντα αυτό αναζητώ. Ο πατέρας μου περίμενε το γιο και του ‘ρθε το κοριτσάκι με τα ξανθά μπουκλάκια (που πήγαν κι αυτά μεγαλώνοντας;). Αυτός είπε: καλότυχο! Αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί δεν έπιασε η ευχή. Κακή ώρα! Τρεις τα ξημερώματα κάποιος κοιμόταν και δεν άκουσε.

Καλά τα πήγαμε. Κάναμε μια συμμαχία οι τρεις μας. Καλά κρατεί ακόμα και τώρα που μεγαλώνουμε μαζί όπως και τότε. Τα στραβά μάλλον τα ισιώσαμε κι εγώ δεν κάνω πια «κουτουράδες» μπροστά τους. Μόνο καμιά φορά κάνω πως λιποθυμώ για να ξαφνιάσω τη μάνα μου και να μην καταλάβει ότι μεγάλωσα και στεναχωρηθεί.

Από παιδί βιαζόμουν να μεγαλώσω. Κι ύστερα σταμάτησα στα 17 για να ‘χω πάντα να περιμένω δώρα και βιβλία και ευχές. Τη Μαίρη Πόπινς την έκανα τατουάζ για να μην ξεχάσω ποτέ εκείνη την ομπρέλα που άρπαξα από τον παππού και τόλμησα να ανοίξω φτερά. Μου τα κοψε η μάνα μου λίγο πριν το μεγάλο άλμα και μάλλον σώθηκα.

Δεν άλλαξε και κάτι τώρα. Ονειροπόλα παραμένω. Ονειροπόλα και πεισματάρα. Μοναχική κατά βάση. Τα όνειρα είναι ενικού αριθμού. Κάτι παραπάνω μπορεί να ξέρουν. Κι αυτό το ταξίδι καμιά φορά είναι όμορφο. Πολύ όμορφο. Και τότε λες πως θέλεις να ζήσεις για πάντα. Μα είναι και κάτι απογεύματα κυριακάτικα που κάνεις εκπτώσεις στα συναισθήματα την ώρα που σουρουπώνει.

Θα κρατήσω μονάχα αυτό! Με λένε Κλειώ. Γεννήθηκα σα σήμερα πριν από 40 χρόνια. Είμαι ζυγός με ωροσκόπο λέων. Την Κυριακή το βράδυ διαβάζω στα κρυφά τις αστρολογικές προβλέψεις του Πανόπουλου κι όταν με συμφέρουν τις κάνω οδηγό μου. Τα κόκαλα μου πονάνε όταν το νησί το δέρνει ο νοτιάς αλλά πάντα σεργιανώ μέσα στα στενά δρομάκια εκείνες τις μέρες. Αγαπώ το καλοκαίρι και τον ήλιο. Είμαι λάτρης των βουνών και των φαραγγιών. Ερωτεύομαι ακόμα με πάθος και μαγνητίζομαι από τους ανεκπλήρωτους έρωτες. Δένομαι με τους ανθρώπους με μια αόρατη κλωστή και τους κουβαλώ πάντα μέσα μου όπου κι αν πάω. Δεν έμαθα ποτέ να διεκδικώ. Σ’ εκείνα τα μαθήματα απουσίαζα. Δεν ξέρω τι με περιμένει αν και πολλές φορές με τρώει θανάσιμα το σαράκι της περιέργειας. Φοβάμαι πάντα για τα αγαπημένα μου πρόσωπα και απεχθάνομαι τους αποχαιρετισμούς. Λατρεύω τις συναντήσεις με φίλους και τις παρέες με κιθάρα. Όταν πονάω ξαπλώνω στο πάτωμα και μετράω τις κουκίδες στο ταβάνι. Δίνω πάντα ευχές μέσα από την ψυχή μου και συνήθως βγαίνουν. Το όπλο που με βγάζει στα ανοιχτά είναι ο αυτοσαρκασμός. Δε φοβάμαι να εκτεθώ. Εξάλλου δεν έχω κάτι να κρύψω.

Σήμερα θα σβήσω ένα κεράκι και θα ευχηθώ και του χρόνου να είμαστε πάλι μαζί. Να μη λείπεις κανένας. Δεν μου άρεσαν ποτέ οι αναχωρήσεις και όσο μεγαλώνω δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο. Θέλω να είμαστε όλοι υγιείς και να μην αποχαιρετήσουμε ποτέ κανέναν. Ξέρω πως αυτό δε γίνεται αλλά θέλω να ελπίζω. Άλλωστε η ουτοπία ήταν και είναι η αγαπημένη μου λέξη.

Ευχαριστώ για το χρόνο που αφιέρωσε ο καθένας να μου στείλει μια ευχή. Ανταποδίδω με όλη μου την καρδιά. Το σεντούκι μου μεγαλώνει μαζί με μένα χάρη σε όλους εσάς. Η μέρα μου γέμισε πολύχρωμα μπαλόνια και τα χρώματα πάντα μου άρεσαν.

Σήμερα 23 Σεπτεμβρίου 2014 ξεκινά μια νέα δεκαετία. Αρχίζει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μου με λίγες ρυτίδες παραπάνω. Και είμαι ευγνώμων στη ζωή που έχω τη δυνατότητα να με κανακεύω και να μου γκρινιάζω για τα στραβά μου!!!!!!

Ευχαριστώ….


Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΙ ΓΡΑΦΩ





Πώς θα περάσει κι αυτή η νύχτα; Τέτοια αγωνία πώς να την αντέξει το εξάχρονο μυαλουδάκι μου; Πρωί – πρωί να με πάρει η μάνα μου από το χέρι και να με πάει σε εκείνο το μεγάλο κτήριο με την τεράστια αυλή και τις φωνές που άκουγα όταν περνούσα απέξω. Να με αφήσει στην αυλόπορτα, να με χαιρετήσει με ένα φιλί στα μαλλιά κι ύστερα να την κοιτώ να ξεμακραίνει και να χάνεται. Κι εγώ να σταθώ εκεί στη μέση του πουθενά χωρίς ελπίδα πως εκείνη μπορεί να ξαναγυρίσει να πάρει το κοριτσάκι της από το χέρι και να γυρίσουμε μαζί στα σίγουρα, στα βέβαια, στα γνωστά, στα δικά μας.

Θα προχωρήσω αργά, με βήματα αργόσυρτα, θα περάσω τη σιδερένια αυλόπορτα με τα κάγκελα και θα μπω στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου. Η μυρωδιά από το καινούριο αλέκιαστο μπλε τετραδιάκι, το πενηντάφυλλο με το κενό για την ημερήσια ζωγραφιά της αντιγραφής, τα ανέπαφα βιβλία με τις κολλημένες σελίδες που πρώτα πρέπει να κόψω κι ύστερα να τα ντύσω για να διατηρηθούν όλη τη χρονιά, τα καινούρια μου ρούχα, τα κολαριστά, η σάκα φορτωμένη στην πλάτη γεμάτη με υποσχέσεις και μπλοκ ζωγραφικής, να ζωγραφίζω πουλιά την ώρα που ο δάσκαλος θα γράφει στον πίνακα για να εξηγήσει πρόσθεση και διαίρεση. Οι άλλες πράξεις είναι περιττές!

Πάντα πουλιά ζωγράφιζα. Γλάρους με φτερούγες ανοιγμένες που έκαναν βουτιά και ακουμπούσαν το ράμφος στη θάλασσα. Σιγά και το δύσκολο. Δύο κομμάτια διαφορετικού κύκλου που έβρισκαν τρόπο να ενωθούν. Και η σάκα βαριά. Ασήκωτη για τα μικροσκοπικά ποδαράκια μου που λαχταρούσαν μονάχα παιχνίδι. Πάντα μια σάκα με βάραινε. Κι ακόμα με βαραίνει. Φορτωμένη βιβλία και τετράδια πενηντάφυλλα με γραμμούλες αραδιασμένες.

Κι έμαθα ένα κύκλο, κι ένα άλλο κύκλο με ένα κατσουνάκι κολλητά, κι ένα κατσουνάκι μόνο του. Κι έπειτα έμαθα να προσθέτω και να διαιρώ και αρνιόμουν πεισματικά να πολλαπλασιάζω κι ακόμα προσπαθώ να μην το μάθω γιατί μετά θα γίνω κάτι άλλο και θα χαθώ και θα με χάσω κι άντε πάλι να με ξαναβρώ σ’ εκείνη την τεράστια αυλή με τη μεγάλη σιδερένια σκάλα και τα κάγκελα που με φυλάκιζαν.

Κι έκατσα σε ένα ξύλινο θρανίο με παταράκι για τα πόδια και μια γραμμή βαθουλωτή κατά μήκος για να βάζω τη γόμα και την ξύστρα και το στυλό και το μολύβι με τη μικρή γομίτσα. Το διορθωτικό δεν το καταδέχτηκα. Μια μουτζούρα το τετράδιο, μια μουτζούρα και η ζωή. Να θυμάμαι τα λάθη μου να ‘χω να κάνω τα σωστά από πάνω, να φαίνονται και να χαίρομαι που τράβηξα μια γραμμή πάνω τους και πάτησα γερά και ήρθα και στάθηκα ίσια.

Και τι τα θέλω, αλήθεια, τα σωστά; Εγώ θα γίνω θεατρίνα! Ποιος θα μου κάνει έξωση από τις μνήμες μου; Να μη χρωστώ σε κανένα ασκήσεις και γραμματικές και πολλαπλασιασμούς. Να κάνω τις διαιρέσεις μου σωστά και μετρημένα. Και να μην είναι ποτέ ατελείς με κόμματα και συνέχειες. Τίμιες παρτίδες. Τίμιες μοιρασιές.

Κι αυτή η ζωή ένα «Σκέφτομαι και γράφω». Μα πάντα χωρίς πρόλογο και κυρίως θέμα και επίλογο. Όλα «κουλουβάχατα» και συγκεχυμένα. Ευτυχώς που έμαθα να κάνω παραγράφους και να χωρίζω την ήρα από το στάρι, τα ουσιαστικά χωριστά και τα άλλα καταχωνιασμένα σε μια μικρή παραγραφούλα.

Όταν μεγαλώσω θα γίνω θεατρίνα. Και κάθε 11 Σεπτέμβρη θα περνώ πάντα μπροστά από μια τεράστια σιδερένια πόρτα να ακούω το κουδούνι του διαλείμματος και να μυρίζω το χαρτί από τα καινούρια βιβλία. Κι αν δεν καταφέρω να γίνω θεατρίνα θα γίνω παραμυθάς και θα πετώ σαν τον αγαπημένο παραμυθά των παιδικών μου χρόνων….

Καλή χρονιά!!!!!!!!

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΡΕΞΕ ΘΕΕ ΜΟΥ





Όταν βρέχει πλημμυρίζουν τα υπόγεια της ανάγκης μας. Ξεπλένεται ο κόσμος από τις αμαρτωλές, σφαλερές σκέψεις. Κρύβονται οι παγερές φάτσες των γειτόνων και σταματούν να κυνηγούν τα αδέσποτα ζώα, τις αδέσποτες ιδέες του παρία που ζητιανεύει κάθε απόγευμα. Όταν βρέχει μια αδιόρατη δύναμη με σπρώχνει να σου πω ότι τα ξέρω όλα για σένα. Τα έμαθα όταν ακόμα ο λίβας έκαιγε τα σπαρτά και οι άνθρωποι μάζευαν το χρυσάφι τους με τα χέρια. Ήρθαν οι ειδήσεις με δισταγμό και κούρσεψαν το μυαλό μου.

Κάθε φορά που θα βρέχει να κρατάς εκείνο το παιδικό χεράκι στην παλάμη σου και να του χαϊδεύεις τα μαλλιά με την ανάσα σου. Να νιώθει πως αγαπιούνται οι άνθρωποι με τα χνώτα, με τα δάχτυλα, με τα μάτια. Γι’ αυτό να το κοιτάς με αγάπη έτσι ασχημάτιστο καθώς θα είναι ακόμα μέσα στη μήτρα του κόσμου, στο απύθμενο αύριο της ζωής, στο άγνωστο καραβάνι της ελπίδας του.

Έτσι θέλω να σε συναντήσω μετά από χρόνια και θα σε συγχωρήσω για όλα. Για όσα είπες και για τα άλλα που ξέχασες να πεις κι ήρθαν σαν υποσχέσεις παιδικές και συμφωνίες που ποτέ δεν τηρήθηκαν. Σα λευκά τετράδια του Σεπτέμβρη που μάτωσαν μα ούτε μια αράδα δεν καταδέχτηκαν οι γραφιάδες να ζωγραφίσουν.

Θα σε συγχωρήσω για όλα. Κάποτε θα σταθούμε απέναντι κι έπειτα θα βρεθούμε δίπλα να κοιταζόμαστε με τις άκρες των ματιών. Θα σου αγγίξω τα μαλλιά για να δεις πως η συγχώρεση είναι άγγιγμα και βλέμμα. Και θα βρέχει δυνατά κι ο αέρας θα λυσομανά για να ξυπνήσει τις μνήμες. Θα έχουν ασπρίσει τα μακριά μαύρα σου μαλλιά και δυο ρωγμές θα αγκαλιάζουν τα χείλη και το μέτωπο. Κι εγώ θα έχω κοντύνει δυο πόντους και θα έχω ψηλώσει μέσα μου πέντε γιατί θα σου πω πως πια δεν πονώ μα τραγουδώ για τούτη τη βροχή την ευλογημένη που μας ξεπλένει.

Τώρα που κλείνει χρόνος από την παρουσία σου σε μνημονεύω πάλι σε ημερολόγια και τετράδια χωρίς ευχές και δώρα και περιτυλίγματα. Έτσι μόνο για να σεβαστώ τα αισθήματα και τις μνήμες μου κι ας λέω σε όλους πως σε ξέχασα και δε σε θυμάμαι. Μόνο για να σου πω πως έγινα κι εγώ γραφιάς εξαιτίας σου. Έμαθα να γράφω το α και το ο με όμορφους καλοσχηματισμένους κύκλους και μπαστουνάκια και πως τώρα προσπαθώ να διδαχτώ και το ωμέγα. Την αρχή, τη μέση και το τέλος. Ο σκοπός θα είναι πάντα το ωμέγα στη ζωή των ανθρώπων κι ας ξεκινάμε πάντα από το άλφα. Η κατάληξη είναι ένα έψιλον ξαπλωτό. Δε φεύγουμε ποτέ όρθιοι και αλώβητοι.

Κάθε φορά που θα βρέχει να κρατάς εκείνο το παιδικό χεράκι στην παλάμη σου και να του χαϊδεύεις τα μαλλιά με την ανάσα σου. Να μην εγκαταλείπεις τα δημιουργήματα σου. Να του μάθεις πως η βροχή είναι νερό αγιασμένο που σμίγει τους ανθρώπους σε υπόστεγα και κιόσκια κι εκεί μαθαίνουν να αγαπιούνται και να πολεμούν. Κι εγώ θα σε συγχωρήσω που δεν κράτησες ποτέ τις υποσχέσεις σου. Και θα σβήσω τα κεράκια από την τούρτα μετά από ένα ολόκληρο χρόνο αναμονής κι ελπίδας. Μα δε θα σου γράψω άλλα γράμματα πια κι ας ξέρω πως θα σε πονέσει να έρχεται άπραγος ο ταχυδρόμος.

Να μην ξεχάσεις το παιδί που έρχεται. Την ευκαιρία να γίνεις καλύτερος άνθρωπος και να μετρήσεις τι έδωσες και τι πήρες. Την ευκαιρία να κάμεις το χρέος σου στον κόσμο. Να αναστήσεις ένα παιδί με ιδέες. Να σώσεις το παιδί που κοιμήθηκε μέσα σου μια χειμωνιάτικη βραδιά που τρόμαξες από τα βεγγαλικά. Η ουτοπική διπολικότητα της ανάγκης σου…

Καλή αντάμωση!!!!!!

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΕΟΡΤΗΣ Ο ΛΟΓΟΣ






Ήθελα ένα βαρύγδουπο τίτλο. Αρχαιοπρεπή, σοβαρό, με βάρος, με εκτόπισμα, με μαμφάρα! Και τον βρήκα. Τον σκέφτηκα και τον τοποθέτησα στη θέση του. «Περί εορτής ο λόγος».


Δέκα ολόκληρα χρόνια πάλευε η μάνα μου. Στους καλύτερους παπάδες με πήγε για να βρουν λύση στο πρόβλημα αλλά δυστυχώς «τζίφος» η δουλειά. Δεν υπήρχε σωτηρία. Θα έπρεπε να κουβαλώ για πάντα ένα όνομα μη χριστιανικό, χωρίς γιορτή, χωρίς γκοφρέτα κουκουρούκου για κέρασμα στο σχολείο, χωρίς σοκολατάκια τζοκόντα στην βίντατζ φοντανιέρα του σαλονιού, χωρίς ευχές και δώρα. Καταδικασμένη να κουβαλώ για πάντα ένα όνομα χωρίς πανηγύρι, άπατο και ασυνήθιστο, με χλευασμό από τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες: οι Μανόληδες, οι Γιώργηδες, οι Κωστήδες, οι Λευτέρηδες, οι Γιάννηδες, οι Μαρίες, οι Κατερίνες, οι Χρυσούλες, και όλα τα τυχερά παιδιά που υπήρχαν για πολλά χρόνια γύρω μου.


Η λύπη μου ήταν απέραντη. Ποιος με καταράστηκε να κουβαλώ ένα άδοξο όνομα χωρίς γιορτή και δώρα! Ποιος με μισούσε τόσο που να γεννηθώ πρώτη από τις αδερφές μου και να αναγκαστώ να βαφτιστώ Κλεάνθη σαν τη γιαγιά μου! Δε σκέφτηκε κι αυτή η ευλογημένη το δράμα που θα ζούσα;;; Άκαρδη κοινωνία!


Κι ύστερα μεγάλωσα, έμαθα αρχαία, έμαθα ετυμολογία και βρήκα ένα τρόπο να καμαρώνω σα γύφτικο σκεπάρνι για την ονοματάρα μου. ΚΛΕΑΝΘΗ = ΔΟΞΑΣΜΕΝΟΣ ΑΘΟΣ! Το λεγα και με υπερηφάνια στα κρητικά και σκεφτόμουν πως αν με υιοθετούσαν ποτέ οι Ινδιάνοι, που πολύ τους αγαπούσα, δε θα χρειαζόταν να μου ψάχνουν όνομα για να με εντάξουν στην κοινότητα τους.


Και πάνω που αποδέχτηκα το αντισυμβατικό της ζωής μου και μεγάλωσα και έζησα χωρίς ευχές και κάρτες και πέρασα στην εφηβεία και έμαθα να δικαιολογώ την παιδική μου «αναπηρία» έφτασε η είδηση. Μόλις μπήκα στον κόσμο των ενηλίκων. Πώς ανατρέπονται όλα έτσι εν μία νυκτί!!!! Να και οι ευχές και οι κάρτες και τα σοκολατάκια και τα δώρα!!!!!!!


Μου πήρε καιρό να το συνηθίσω και ποτέ δεν το θυμάμαι! Κάθε φορά ξαφνιάζομαι το ίδιο. Όπως και σήμερα! Να κοιτάς τον τοίχο σου και να βλέπεις ευχές! Να χτυπά το τηλέφωνο και να σου εύχονται φωναχτά, αληθινά! Να έρχονται μηνύματα στο κινητό και ακόμα να απορείς!


Η πρώτη Σεπτεμβρίου είναι η δική μου πρωτοχρονιά. Και μετράει το ποδαρικό που θα μου κάνουν. Ευχαριστώ που με φιλέψατε ευχές! Όμορφες ευχές για ένα όνομα που άρχισε να γιορτάζει πριν από μερικά χρόνια κι ας ήταν δοξασμένο στην ετυμολογία. Σήμερα κατάλαβα πως οι άνθρωποι δοξάζονται μονάχα αν έχουν καλούς φίλους. Κι εγώ είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου. Καλή πρωτοχρονιά! Να είμαστε καλά να σμίγουμε σε τούτα τα μέρη! Στους τόπους της καρδιάς!!!!!