Translate

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

ΟΤΑΝ ΜΙΛΩ ΓΙΑ ΣΕΝΑ














Έγινες πια μια ανυπόστατη, κερωμένη ανάγκη χωρίς πρόσωπο, χωρίς μάτια, χωρίς στόμα. Μόνο να μιλώ για σένα μπορώ. Τίποτα άλλο δεν έμεινε. Βαλτωμένο νερό οι ώρες που κυλούν γρατζουνώντας το σκοτάδι. Αυλάκια οι γραμμές στο πρόσωπο σου. Βαθιά αυλάκια που δε μετρούν το χρόνο. Πότε ήταν χθες και πότε θα είναι αύριο. Χωρίς τώρα. 






Κι ούτε μια ομπρέλα διαφυγής να δραπετεύσω από τη σκέψη σου. Τις λέξεις μου τις χαράζω με φαλτσέτα για να πονούν όσα πονάς κι εσύ. Όσο πονά η σιγουριά της απουσίας σου. 






Μόνο να μιλώ για σένα μπορώ. Το τελευταίο οχυρό της ανάγκης μου. Της ακαθόριστης ανάγκης των ανθρώπων να αγαπιούνται κι ας είναι αποτεφρωμένη η ελπίδα από την καλοκαιρινή φωτιά. Εξ’ αμελείας έγκλημα οι σκέψεις που ορθώνονται και σκηνοθετούν την προσμονή σου. Τα καλοκαίρια που σχεδίασα σε χάρτες κι ύστερα χάθηκαν τα σημάδια κι εξαφανίστηκαν τα ταξίδια. Μισά ταξίδια γιατί τα ολόκληρα ταξίδεψαν μόνα τους.






Όταν μιλώ για σένα κοιτάζω το ρολόι στο ακριβώς. Ποτέ στο και μισή, ποτέ στο και τέταρτο. Να είναι ακριβώς οι κουβέντες μου στις ασύμμετρες ευθείες. Σαν γλυπτό του Ροντέν με ακρίβεια και συμμετρία.






Η απουσία σου διαμελίζει το παρόν. Χιλιάδες μικρά κομμάτια που έχασα το μέτρημα και σα μανιοκαταθληπτικός ξαναρχίζω την αρίθμηση. Το είδωλο σου στο ταβάνι και οι αγωνίες να πενθούν για τις κρυψώνες που λεηλατήθηκαν κι έγιναν λαγούμια.






Είναι μέρες που τα μαλλιά μου μακραίνουν και ακουμπούν στο χώμα. Τότε μου δίνω άφεση αμαρτιών. Σκαρί ανεμοτσακισμένο και το βλέμμα μου ψάχνει να ακουμπήσει στην ανάγκη σου που επωμίστηκα και κουβάλησα σα σταυρό. Και δεν ήσουν εκεί. Ποτέ δεν ήσουν. Μα ήθελα να ξέρεις πως το «μαζί» σηκώνει μισό βάρος και χαίρεται ολόκληρη χαρά. Κι εσύ δε μου χάρισες ποτέ το πασπαρτού να ξεκλειδώσω τα μάνταλα και να την ασφυκτική μας μελαγχολία. Κι ας είπες πως θα ‘ρθεις κι εγώ σε πίστεψα. 






Έσσετ΄ ήμαρ που η θύμηση σου θα γίνει ρούχο που θα στενέψει και θα κοντύνει. Κι όλο θα κονταίνει κι όλο θα στενεύει. Να προλάβεις μονάχα πριν γίνει κουρέλι και χαθεί γιατί τότε δε θα φταίω. Κι αν χαθεί δε θα βρει ποτέ το δρόμο να γυρίσει γιατί έτσι είναι η δική μου στόφα. Όλο ξεχνώ όταν πονώ πολύ.














Έτσι μιλώ για σένα μέχρι τώρα. Μα κάποτε δε θα μιλώ καθόλου…