Translate

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

ΤΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ




Απροσδιορίστου ηλικίας. Τζιν παντελόνι, μαύρο μπλουζάκι, μόνιμο μειδίαμα στα χείλη. Εμείς όλοι μεγαλώσαμε μα εκείνος παραμένει ίδιος. 

Το πρώτο τραγούδι που θυμάμαι είναι «ο μαύρος γάτος». Το πρώτο δικό του τραγούδι που άκουσα ένα βράδυ καλοκαιρινό με νοτιά δαιμονισμένο. Μαζεμένα όλα τα καλόπαιδα του χωριού γύρω από ένα μπιτόνι βενζίνης, ανοίγαμε το καπάκι, τραβούσαμε γερές τζούρες κι ύστερα στριφογυρνώντας σε ένα διονυσιακό χορό από τα καμένα κύτταρα του εγκεφάλου τραγουδούσαμε τον πονηρό, μαύρο γάτο. Ένα «παιδικό» τραγουδάκι που χρόνια αργότερα μάθαμε ότι μόνο παιδικό δεν ήταν. Και οι στίχοι γραμμένοι από ένα μεγάλο τραγουδοποιό που θα εμφανιζόταν στο μακρινό μέλλον με δική του σχολή: Το Θανάση Παπακωνσταντίνου.

Κι ύστερα ξημεροβραδιαζόμουν αγκαλιά με το κασετοφωνάκι και την κασέτα από το «σταυρό του νότου» με ένα θερμαστή από το Τσιμπουτί. Πόσες «μασημένες» κασέτες έθαψα και θρήνησα! Πόσες φορές ονειρεύτηκα το Γουίλι που αγαπούσε την άσπρη σκόνη κι ας μην είχα καταλάβει ποτέ τι το μαγικό είχε που τον έκανε να είναι εξαρτημένος και να παρακαλούν όλοι το Θεό να τον συγχωρήσει και να μην του στερήσει ποτέ εκείνη τη λευκή χαρά.

Το Βασίλη τον ερωτεύτηκα βαθιά, αγνά και αληθινά. Με έμαθε να κάνω το χέρι μου κιθάρα και να παίζω, να χτυπάω το κεφάλι ρυθμικά κουνώντας τα μακριά μου μαλλιά, να μη φοβάμαι να είμαι ροκ, να πιστεύω ακράδαντα πως «δε θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη», να απαιτώ να με αφήνουν να κάνω λάθος, να ζητώ ένα ψέμα για να αποκοιμηθώ. Ζήλεψα μια Στέλλα που της τραγουδούσε και την καλούσε στην αγκαλιά του για να κοιμηθεί, βροντοφώναξα πως δεν υπάρχω και είμαι εδώ, χαιρέτησα την εξουσία μα κράτησα την ουσία και φοβήθηκα για όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα.

Για χάρη του πήδηξα από μάντρες για να καταφέρω να τον δω όταν δεν υπήρχε «σάλιο» για εισιτήριο, έδωσα το τελευταίο μου χαρτζιλίκι για να αγοράσω το «πασπαρτού», τσαλαπατήθηκα σε συναυλίες, έπεσαν πάνω μου αγριεμένοι φανατικοί οπαδοί του, κάηκα με φωτοβολίδα στο πόδι, είδα κόσμο να σπρώχνεται και να σπρώχνω κι εγώ για να μπορέσω να πάρω θέση και να ταξιδέψω.

Ο Βασίλης τραγούδησε για τους εργάτες, τους αγρότες, τους αναρχικούς, τους προλετάριους, τους εξόριστους. Έκανε τραγούδι το δικαίωμα των ανθρώπων να αγαπούν, να ονειρεύονται, να διεκδικούν, να τσαλακώνονται, να ακολουθούν και να χωρούν στο λακάκι του λαιμού εκείνων που αγαπούν. Κι εμείς απαιτήσαμε με τη συναίνεση του στα πλαίσια μιας αγάπης αγνής και δυνατής να μας πάρει ο αγαπημένος μας και να κρυφτούμε μέσα του σα να μη ζήσαμε πριν από το βράδυ αυτό που γνωρίσαμε το απόλυτο συναίσθημα του έρωτα. Και θα θυμάμαι πάντα την ανατριχίλα που ένιωσα όταν άκουσα: «η αγκαλιά σου είναι η σκάλα του Μιλάνου κι εγώ απόψε έχω επίσημη πρεμιέρα».

Το 1999 λίγο πριν τον αποχαιρετήσω θα κυκλοφορήσει η δουλειά με το Μικρούτσικο και τον Ιωάννου «θάλασσα στη σκάλα» και για άλλη μια φορά θα ταυτιστώ μαζί του – προσπαθώντας να ξεπεράσω ένα μεγάλο έρωτα- με το : 

Δεν έχω όμορφο νησί, κανείς δε θα με ψάξει

Ούτε κάνα πιστό σκυλί στα πόδια μου θα κλάψει

Δεν έφυγα από πουθενά, δεν έχω να ξεχνάω

Απ’ τη ζωή μου έρχομαι και στη ζωή μου πάω.

Και το 2000 θα τον αποχαιρετήσω οριστικά με το «χαμένες αγάπες», θα μεγαλώσω, θα κόψω τα μαλλιά μου κοντά και θα δηλώσω αντιφανατική του αιώνιου έφηβου. Εκείνος πάλι θα αρνηθεί πεισματικά να μεγαλώσει, θα βάψει τα μαλλιά και θα συνεχίζει να γεμίζει στάδια και γήπεδα.

Ο Βασίλης μας απογοήτευσε ίσως επειδή δε δημιούργησε ποτέ ένα επιθανάτιο μύθο. Δε μας έκανε τη χάρη να πεθάνει νωρίς, να πάρει υπερβολική δόση, να καταστραφεί για να δώσει τροφή στην τραγική φαντασία μας, να ξετυλίξει το κουβάρι της ιστορίας του και να μας αποχαιρετήσει παίρνοντας θέση στο μουσικό, ουράνιο στερέωμα. Και εντέλει δεν είχε ποτέ , όπως μάθαμε αργότερα, ένα αδερφό κουρσάρο που σκοτώθηκε με τη μοτοσικλέτα στην άσφαλτο με παντιέρα το μπουφάν το πλαστικό. Αντίθετα, παντρεύτηκε, έκανε παιδί και μάλλον στα μάτια όλων των ροκ τύπων συμβιβάστηκε ακολουθώντας την πεπατημένη. 

Και καμιά φορά ονειρεύομαι κι ελπίζω να δω το Βασίλη στη σκηνή με ένα πιάνο. Μονάχο ένα πιάνο. Να έχει ολόγιομο, αυγουστιάτικο φεγγάρι και απόλυτη ησυχία. Να τραγουδήσει τις όμορφες μπαλάντες του, χωρίς ουρλιαχτά και υστερίες. Να με ταξιδέψει πίσω σε εκείνα τα χρόνια και να μελώσει το μέσα μας από νοσταλγία και τρυφερότητα και αγάπη. Να ενώσουμε όλοι τα χέρια και να υποκλιθούμε στο μεγαλείο του. Κι εγώ θα τον συγχωρήσω που μεγάλωσε και άσπρισαν τα μαλλιά του κι έκανε ρυτίδες και εγκατέλειψε την εφηβεία για χάρη μιας σοφίας ακέραιης και ρομαντικής. Κι ύστερα να καλέσει την Τσανακλίδου στη σκηνή και ο καθένας να τραγουδήσει για τη δική του μαμά. Να πει εκείνη : «μαμά γερνάω», κι εκείνος: «Πίσω μου τρέχεις μια ζωή, 

με ένα πιάτο και μια ευχή

τότε με κράταγες σφιχτά, τώρα κοιτάς από μακριά».



Ένα τραγούδι σε στίχους του Ιωάννου που με έκανε να στρέψω πάλι την προσοχή μου στο Βασίλη και να παραδεχτώ πως ακόμα είναι σπουδαίος μα θα ήθελα και κάτι διαφορετικό τώρα που εγώ μεγάλωσα και δεν έχω την ορμή της εφηβείας. Μα πάντα θα θυμάμαι ότι εκείνος τραγούδησε τους ποιητές που αγάπησα…