Translate

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Έρωτες και πάτωμα







Το μυαλό είναι σβούρα. Μια σβούρα παιδική, κόκκινη. Ό,τι έμεινε από τα παιδικά σου παιχνίδια. Ό,τι είχε μείνει δηλ γιατί πια δε σου ανήκει. Ταξίδεψε για να αποκτήσει μνήμες και να τις εξιστορήσει αργότερα.

Μεγαλεπίβολα σχέδια! Μια σβούρα και η ζωή σου που γυρνούσε, γυρνούσε, όλο γυρνούσε κι ύστερα ξέπνοη έπεφτε στο πάτωμα και περίμενε το επόμενο χέρι βοήθειας. Κι ο έρωτας πάντα ταβάνι και πάτωμα. Ένας φαύλος κύκλος.

Πόσα χέρια! Και πόσα μάτια να σε κοιτούν να γυρνάς σα μπαλαρίνα! Κι ύστερα η πτώση. Και ξανά ένα χέρι απλωμένο με λεπτά δάχτυλα, καθαρά. Υποσχέσεις! Μονάχα υποσχέσεις! Με «θα», πολλά «θα», τόσα πολλά που έχανες το μέτρημα μα περίμενες την έκπληξη της υπόσχεσης. Κι εκείνη αργούσε κι εσύ περίμενες…

Φόρεσες κι απόψε τα γιορτινά σου και περίμενες εκείνο το μελωδικό «θα». Στολίστηκες με γέλια. Στόλισες και την ψυχή με γιρλάντες μην τύχει και παραπονεθεί και περίμενες.

Μεγάλη αλήτισσα αυτή η σβούρα. Στροβιλίστηκες κι εσύ στη δύνη της. Σε ρούφηξε το «θα»! και περίμενες με φτερά παγωνιού στην καρδιά! Πολύχρωμα! Αγέρωχα! 

Μεγάλη ξελογιάστρα η υπόσχεση! «Δε θα απογοητευτώ», είπες. Και δεν απογοητεύτηκες. Φόρεσες κάτι αστείο για να μην περιμένεις. Για να μην ελπίζεις! Για να μη δικαιολογήσεις την προσδοκία! 

Όταν θα χουν όλα τελειώσει…Τότε… τι παιχνίδια που παίζει κι αυτό το μυαλό! Η πλάνη που μοιάζει με παρακμή. Μια υποψία πως όλα θα πάρουν το δρόμο τους και το μυαλό έχει ήδη φύγει. Χαϊνης κι αυτό κι άντε να το μαζέψεις. Πώς να σταθεί στο τώρα; Πού να βρει αέρα; Πιο ψηλά! Εκεί που δε φτάνει το μάτι. Κι ύστερα η πτώση. Και ο θόρυβος της. . Το πάτωμα καταφύγιο. Ξαπλώνεις και κοιτάς το ταβάνι. Ήθελα να ξερα τι βλέπεις! Ποια ματαίωση σε κρατά τόσο ανήμπορη. Σα ναυαγός χωρίς σανίδα που βολοδέρνει στα κύματα. Λουφάζει η ψυχή σαν το αγρίμι. Φοβάται για λίγο. Μαζεύεται για να πάρει πάλι φόρα. Και ξανά βγαίνει από το λαγούμι και στοχεύει …πιο ψηλά.

Η διπολικότητα της ζωής. Της δικής σου ζωής. Της ζωής όλων! Κι ο κόσμος μικρός. Μια σταλιά! Που να τα χωρέσει όλα. Και οι σιωπιές σου κραυγές που απόψε σε πνιξαν. 

Άτιμη εκείνη η σβούρα! Όλο γυρίζει και γυρίζει…

«ΞΥΠΝΑ ΜΕ ΟΤΑΝ ΘΑ ΧΟΥΝ ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ». ‘Ετσι μου έγραψες στον καθρέφτη και αποκοιμήθηκες εκεί στο πάτωμα κοιτώντας το ταβάνι. Και το πρωί θα είσαι πάλι εσύ…





Στον Αντρέα! Το δικό μου Αντρέα που μιλάμε την ίδια γλώσσα. Και ο τίτλος δικός του…