Translate

Σάββατο, 10 Μαΐου 2014

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΜΠΟΥΚΑΛΙ




Γνωριστήκαμε σε μια εποχή με κλειστά παράθυρα και μαύρες πλερέζες. Κι εγώ ναυαγός εκεί προσπαθούσα να περισώσω ό,τι απέμεινε από το ναυάγιο, ελπίζοντας ότι κάπου θα βρω ένα καινούριο πανωφόρι να στολιστώ, να ζεσταθώ , να βρω σινιάλα και να είμαι όμορφη.

Δε σου έδειξα ποτέ τα λιμάνια που ζωγράφισα, τα ταξίδια που σχεδίασα στην υδρόγειο του μυαλού μου. Στράγγιζαν και οι λέξεις από κουράγιο σε αφιλόξενα μυαλά.

Κοιτούσες τη θάλασσα κάθε πρωί που ξυπνούσες. Εχθρική και αφιλόξενη κάποια πρωινά. Βουτιά και άφεση, ανάσα και λύτρωση! Κι ύστερα με αργόσυρτα βήματα κυνηγούσες τη χαρά σαν παιδί που δεν κατάφερε ποτέ να μεγαλώσει. Που δεν ήθελε ποτέ να μπει στον κόσμο των ενηλίκων μην τύχει και χάσει την αθωότητα γιατί : « η φαντασία είναι πιο δυνατή από τη γνώση. Η παιδική ηλικία μετριέται σε ήχους, οσμές και εικόνες, πριν φτάσει η σκοτεινή ώρα της λογικής...». Έτσι έγραφες. Έτσι πίστευες.

Ο άνεμος δε φέρνει πια κανένα μήνυμα. Κι εγώ πάντα ήθελα να προλάβω για να μυρίσει ο κόσμος καιρούς νοσταλγικά αλαφιασμένους, να προλάβω να παραβγώ με τη σκιά μου, να ανέβω εκείνη τη σχιζοφρενική ανηφόρα στοιχηματίζοντας μαζί σου.

Είναι μέρες που τα μαλλιά μακραίνουν γρήγορα. Τα πόδια μου δεν ακολουθούν τις επιθυμίες μου. Είναι εκείνες οι μέρες που αναρωτιέμαι και κουβαλώ πολλά «γιατί». Κανείς δεν απαντά. Η αυταπάτη της ελευθερίας. Και ο λαβύρινθος μπροστά χωρίς έξοδο. Ταξίδια κυκλικά και ομόκεντρα. Πίστωση χρόνου στις πιθανότητες και τις συμπτώσεις.

Πλανόδιο τσίρκο η ζωή; Κι εσύ ακροβάτης κι εγώ παραμυθάς. Συνεταιρισμός για παλαιοπωλείο αναμνήσεων. Εσύ να ξυπνάς αναμνήσεις κι εγώ να δημιουργώ τις προϋποθέσεις.

Σε ψάχνω στην αρχή. Πάντα στην αρχή γιατί τότε είναι Άνοιξη και μυρίζει ο κόσμος πασχαλιά και αγιόκλημα. Και οι γειτονιές ξεκουράζονται, ηρεμούν, μακαρίζουν την ευτυχία. Η αρχή που είναι πάντα όμορφη και ανυποψίαστη. Δεν υπήρξε ποτέ αρχή.

Μπερδεύομαι. Πάνω κάτω οι ίδιοι δρόμοι και πουθενά το τέρμα. Ατέλειωτοι δρόμοι, ίδιοι. Πάνω κάτω πάντα ίδιοι. Η άνυδρη ερημιά των δρόμων κι εσύ κάπου εκεί. 

Στάζει η ψυχή μας παράπονο κι ύστερα επιστρέφει και καταχωνιάζει, δεν ξεχνά. Χάρτινα ερωτήματα που μένουν αναπάντητα. «Αυτούς που ονειρεύονται τους αναγνωρίζεις. Έχουν ένα πέπλο θλίψης στα μάτια». Θυμάσαι; Κυνηγούσαμε ανέμους για να στήσουμε παραπήγματα, να κρύψουμε τα μυστικά και τα φανερά.

Κοιτώ τη θάλασσα κι αναρωτιέμαι αν θα σου φέρει το μήνυμα. Κραυγή μιας παιδικής ανάμνησης. Ανολοκλήρωτοι πόθοι και πάθη ασυντρόφευτα. Ένα ημερολόγιο που άρχισα να γράφω κάποτε για σένα και άφησα στη μέση με ανυπόστατες εικόνες. 

Μεγάλη απάτη η φαντασία. Και δε βρήκα και ποτέ τον τρόπο να σε θεραπεύσω από την αλλοτρίωση κι ας μου το ζήτησες με παράπονο. Κι αυτοί οι καιροί πάντα λάθος. Λάθος κι ο χρόνος που δεν σπαταλήθηκε ανώφελα. Και δε μεγάλωσα αρκετά για να ξεχνώ.

Ντυμένοι με ενοχές. Διαφορετικές ενοχές. Αντιλαλεί το κενό. Κι εσύ άραξες σε στάσιμα νερά. Και το μπουκάλι ταξιδεύει…