Translate

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

«ΣΟΡΟΚΟ ΛΕΒΑΝΤΕΣ»*



Είχα ένα ποίημα του πάντα στο πινακάκι μου με τα αναμνηστικά. Το κουβαλούσα σε όλες τις μετακομίσεις και το στόλιζα σε περίοπτη θέση. Αγαπούσε πολύ την ποίηση. Έλεγε ότι δεν είναι για όλους γι’ αυτό και ποτέ δεν ανεβαίνει στο βάθρο όπως της αξίζει. Αγκομαχά στις ανηφοριές και κανείς δε βρίσκεται κοντά να τη συνδράμει. Κι ύστερα σκεφτόμουν πως ό,τι δεν είναι του συρμού χάνεται στο χρόνο κι εμείς αναμασάμε λόγια παλιών ποιητών που ευνοήθηκαν από τις εποχές χωρίς να αντιλαμβανόμαστε την ουσία. Γιατί η ποίηση είναι συναίσθημα κι όποιοι νιώθουν πια είναι γραφικοί. Τέτοια γράμματα μαθαίνουμε οι άνθρωποι.

Έμαθα ότι τα κατάφερε κι έβγαλε ένα βιβλίο. Μάζεψε τα σκόρπια κομμάτια των σκέψεων του και τα βαλε σε τάξη. Όμορφη είναι η τακτοποίηση καμιά φορά. Όχι τα κλειστά κουτάκια και τα ανήλιαγα δωμάτια, μα η μυρωδιά του χαρτιού, το εξώφυλλο και ο τίτλος! Να καταφέρνεις να δίνεις τίτλο στη ζωή σου! Δύσκολο εγχείρημα! Και να τα κλείνει όλα! Και το μάτι σου να περιπλανιέται στις αράδες και στα αραδιασμένα στρατιωτάκια, τις λέξεις.

Χαίρομαι όταν οι ψυχές των ανθρώπων δε χάνονται. Χαίρομαι όταν μαθαίνω ότι γίνονται κιτάπια φανερά και μεταφέρουν ένα μήνυμα στον κόσμο. Η ποίηση εξάλλου βοηθά να αντέχουμε περισσότερο ό,τι ποιούμε ή ό,τι δεν ποιούμε γιατί ή μετανιώνουμε για αυτά που κάναμε ή θρηνούμε για όσα παραλείψαμε.

Ανυπομονώ να διαβάσω το βιβλίο. Του υποσχέθηκα και μια κριτική. Κι ύστερα αντιλαμβάνομαι ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να κριτικάρει το συναίσθημα του άλλου, πόσο μάλλον εγώ. Θα κρατήσω όμως το λόγο μου κι όταν το βιβλίο πέσει στα χέρια μου θα προσπαθήσω να καταθέσω το δικό μου συναίσθημα από την ανάγνωση του. Γιατί η τέχνη μόνο αυτό γεννά: Συναίσθημα. Κι αν η εποχή μας υστερεί στο χέρι μας είναι η αναδιαπραγμάτευση και η ευαισθησία.

Να διαβάζετε τους ποιητές. Μην απομονώνετε στιχάκια αλλά να τους μελετάτε. Οι ιστορίες τους έχουν ενδιαφέρον μιας και μπορούν να κάνουν την καρδιά να χορέψει. Γιατί:

«Τρεμάμενη στα χείλη σου υπάρχει η αμαρτία

Δεν την προφέρει η γλώσσα σου μα ακούγεται ως τα βάθη

Είναι του χρόνου αντίλαλος

Είναι της ζωής ανάγκη.

Μετράς συχνά τα λόγια σου, στραγγίζεις τη χαρά σου

Και για το δάκρυ σου μου λες πως φταίει ο χειμώνας.

Παλιός κασάνδριος χρησμός φωλιάζει στην καρδιά σου

Λέει «φοβού τους Δαναούς, φοβού τον έρωτα τους»

Μα με το φόβο μη θαρρείς πως σταματούν πολέμοι.

Η Άνοιξη κι η άλωση στον έρωτα συζούνε κι απ’ το χειμώνα θες δε θες πάντα οι χαρές περνούνε».

Το ποίημα ακόμα στολίζει το πινακάκι μου. Κι εύχομαι να καταφέρεις να το ταξιδέψεις το βιβλίο και να ακουστεί το μήνυμα σα τραγούδι με ήχο μιας φυσαρμόνικας. Γιατί η ποίηση είναι μελαγχολική για να σε ξυπνάει από το λήθαργο.





* Ο τίτλος της ποιητικής συλλογής του Λευτέρη Μιχελάκη