Translate

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΚΕΡΑΣΕ ΤΟΝ











Σε κοιτάζω να μεγαλώνεις και αναρωτιέμαι πως κουβάλησες τόσα χρόνια τα σακιά στην πλάτη και πως άσπρισαν τόσο γρήγορα τα μαλλιά σου. Βαμβάκι κατάλευκο έγιναν κι ας μην γνώρισαν ποτέ τη θεσσαλική γη που τόσες φορές θαύμαζες όταν έβλεπες στο χαζοκούτι τις απέραντες πεδιάδες και τα τεράστια τρακτέρ.

Σε ακούω να μιλάς για τις νεανικές καντάδες σας με μαντινάδες και τραγούδια φορτωμένοι σε ένα τρίκικλο σαράβαλο που κλέψατε από το δικό σου πατέρα για να κάνετε τη μόστρα σας και να κατακτήσετε καρδιές. Κι ύστερα σε θυμάμαι να αγωνιάς όταν έφηβη πια έπαιρνα με την άδεια σου το αμάξι για να βολτάρω κι εγώ λίγο πιο πέρα με τις δικές μου καντάδες και τις «κουζουλάδες» της νιότης.

Σε παρατηρώ να χαμογελάς κουρασμένα, μα ακόμα επαναστάτης είσαι. Επαναστάτης μέσα σου! Χωρίς παντιέρες και λάβαρα πια γιατί κι αυτά σε ξεγέλασαν και σε απογοήτευσαν κι εσύ ήσουν μικρός για να τα βάλεις με τους λεφτάδες και τα θηρία. Κι αναρωτιέμαι αν έζησες καλά, αν σε κέρασε ποτέ κανείς απλόχερα χάδια και ανάσες ή αν πάντα χαρίστηκες στη γη και πήγαινες με το σταυρό στο χέρι.

Θέλω κάποια στιγμή, τώρα, σύντομα δηλαδή, να αποκωδικοποιήσω το βλέμμα σου και να νιώσω το παράπονο σου. Θα έφτιαχνες κι εσύ τότε ένα κόσμο καλύτερο κι έτρεχες στα συλλαλητήρια να διεκδικήσεις τα δίκια σου και να υψώσεις το μπόι.

Σε βλέπω να κουβαλάς τα σακιά στην πλάτη και θέλω πολλές φορές να σε ρωτήσω αν κλαις από χαρά ή απογοήτευση. Αλλά φοβάμαι την απάντηση και σωπαίνω γιατί καμιά φορά η σιωπή σε βοηθάει να φαντάζεσαι τα καλύτερα και να κλείνεις τα μάτια στα χειρότερα. Κι εγώ θέλω να σκέφτομαι πως όταν φτάνουμε στο τέρμα είμαστε χορτάτοι. Από το πολύ «φαγοπότι» βαραίνει κανείς στα γεράματα γι’ αυτό δεν μπορεί να πάρει τα πόδια του.

Μη νομίζεις πως ξέχασα ποτέ τα τρύπια παπούτσια. Αυτή την εικόνα σέβομαι και προσκυνώ γι’ αυτό ακόμα δεν παραδόθηκα στους καιρούς και αντιστέκομαι με νύχια και με δόντια στο εύκολο. Μου μαθες τα δύσκολα γιατί μόνο αυτά ήξερες. Τα άλλα τα άφηνες για τους δοσίλογους και τα λαμόγια που μας κατέστρεψαν. Απατεώνες, πατέρα, γέμισε ο κόσμος! Απατεώνες πλούσιους και ανθρώπους φτωχούς! Πόσο δίκιο είχες τότε…

Σε θυμάμαι να κλαις σαν παιδί όταν έφευγες από το φοιτητικό μου σπίτι. Ήρθες τα τακτοποίησες όλα κι έπρεπε να φύγεις. Κι έκλαιγες γοερά κι έκλεισες την πόρτα βιαστικά γιατί οι άντρες δεν κλαίνε, σφίγγουν την καρδιά και προχωρούν. 

Κοιτώ τα χαρακωμένα χέρια σου. Ιστορίες γραμμένες πάνω στην παλάμη σου, χαραγμένες βαθιά, σκαμμένες σα χωράφι άνυδρο που θες να το αναστήσεις. Έμεινε κάτι που ονειρεύεσαι ακόμα για σένα; Μόνο για σένα. Ένα ταξίδι ας πούμε; Ή είναι γεμάτη ενοχή κι αυτή η επιθυμία σαν τον ύπνο που σε έμαθαν ότι πρέπει πάντα να είναι λιγοστός για να ζουν καλά οι άλλοι;

Αχ! ρε πατέρα, μίλησες ποτέ για σένα , για τα όνειρα σου, το «θέλω» σου, τα «γαμώτο» σου ή στριμώχτηκες στα πρέπει κι έχασες τη ξενοιασιά και την πρώτη, αναλλοίωτη και βαθύτερη αλήθεια; Ποιος σου έμαθες να θυσιάζεσαι, να μην κρατάς τίποτα και το δίδαξες και σε εμάς; Και τώρα πού πάμε; Κάνε κουπιά τα χέρια και θα σπρώξουμε κι εμείς…



Μπαίνεις μέσα στο σπίτι. Βαμβάκι τα μαλλιά από τις έγνοιες που φορτώθηκες, από τις ενοχές που κουβάλησες. Σε κοιτώ να σηκώνεις τα σακιά, τραβάω την καρέκλα να καθήσεις και φωνάζω δυνατά με φωνή που με πνίγει: « Κέρασε τον μια ρακή! Κέρασε τον ηρεμία και ευτυχία! Κέρασε τον την σιγουριά πως τα έχει όλα καταφέρει! Και χάρισε του ακόμα πολλά χρόνια να προλάβει και τα υπόλοιπα μη φύγει με παράπονο».