Translate

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

Γράψε κι εσύ ένα σύνθημα








Συνθήματα δεν έγραψα ποτέ. Σε πορείες ήμουν πάντα πρώτη. Και στην αφισοκόλληση πάλι εκεί ήμουν, στην πρώτη γραμμή. Βλέπεις είχα μια σύντομη θητεία στο ΚΚΕ κι έπρεπε να μάθω κι από αυτά. Σύνθημα όμως δεν αξιώθηκα να γράψω. Να μπογιαντίσω τοίχο, να γράψω μια ιστορία πάνω του, να ξυπνήσει η πόλη το πρωί και να προβληματιστεί ή να ρίξει απλά ένα βλέφαρο, να χαρίσουν λίγα λεπτά από το χρόνο τους οι άνθρωποι. Παράπονο το ‘χα πάντα. Απωθημένο μου μεινε κι άντε να το καταχωνιάσεις μέσα σου και να το μαλακώσεις και να του δώσεις πάτημα να βρει μια καλή δικαιολογία.

Τα ρημάδια τα απωθημένα! Θαρρείς πως χάθηκαν κι αυτά κοιμούνται. Σου ζαλίζουν το κεφάλι και βρίσκονται πάντα εκεί στα κρυφά κι απόκρυφα και δουλεύουν. Και μην πιστέψεις ποτέ πως σε ξέχασαν και κατάπιαν το θυμό τους. Μη διανοηθείς ότι θα σε αφήσουν να κοιμάσαι τον ύπνο του δικαίου. Έρχεται η στιγμή που υψώνονται μπροστά σου και ζητούν δικαίωση και απαιτούν το μερτικό τους, τη θέση τους. Και τότε θες δε θες θα υπακούσει στο μικρό διάολο που μπήκε στο κεφάλι σου και σου υπαγορεύει τις κινήσεις.

Δεν έχει περάσει καιρός μα η μνήμη μου είναι αχαρτογράφητη και μπερδεμένη ή μπορεί και εσκεμμένα να αποφεύγει να θυμηθεί τη στιγμή με λεπτομέρειες μην τη χαραμίσει επιπόλαια και δεν την περιγράψει όπως της πρέπει. «Στα συνθήματα δεν πρέπει να είσαι μόνος» μου είπε κάποτε ένας μαέστρος των τοίχων. « Εσύ που γράφεις, από φόβο θα ξεχάσεις τη σκηνή οι άλλοι όμως θα τη θυμούνται και θα στη θυμίζουν κι εσένα».

Δεν πήγα μόνη. Πήρα τους φίλους μου. Εκείνα τα παλιόπαιδα που συμμερίστηκαν την ανάγκη μου και ασπάστηκαν την ανωριμότητα – παιδικότητα μου. Το σύνθημα ήταν έτοιμο στο μυαλό μου, ζωγραφισμένο από μέρες, στολισμένο με τις οξείες και τα θαυμαστικά του. Ηχηρό και μεγαλόπρεπο, ταιριαστό με εκείνον για τον οποίο προοριζόταν. Ρε τι σου κάνει ο έρωτας! Κοντεύεις τα σαράντα και γράφεις συνθήματα! Μπας και καταφέρεις να νικήσεις το χρόνο , να τον ξεγελάσεις και να του κλείσεις το μάτι με πονηριά για να πάρεις παράταση. Παράταση ζωής παιδικής, εφηβικής και μέχρι εδώ. Από εκεί και πέρα η ρημάδα η λογική η παράλογη. Τα στενά «πρέπει» και η εικόνα. Πόσο μετράει κι αυτή η κουτσομπόλα η εικόνα! Καλλωπισμένοι και μετρημένοι από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Να στολίζεται το μαλλί και το κεφάλι «κουλουβάχατα». Να περπατάς πάνω στη γόβα και τα πόδια να θέλουν να τρέξουν γυμνά. Να φοράς την ευπρέπεια και τα μάτια πονηρά να ταξιδεύουν και να κοιτούν άλλα!

Τα συνθήματα γράφονται αργά τη νύχτα κι όταν πρόκειται και για έρωτα φωτίζονται από ολόγιομο φεγγάρι, ολοστρόγγυλο και ματωμένο. Και λαχανιάζει κι αυτό μαζί σου και φοβάται μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα σου. Ο φόβος μου είχε παραλύσει τα άκρα μα εγώ από πείσμα έφτιαξα όμορφα στρογγυλά γραμματάκια και τα στόλισα όπως τους έπρεπε. Να μην έχουν κανένα παράπονο και να σκεφτούν ότι δεν είμαι νοικοκυρά. Να καλημερίσουν τον αγαπημένο μου το πρωί και να του δείξουν πως ήμουν εκεί και με παγωμένα χέρια και ζεστή καρδιά ζωγράφισα λέξεις να μείνουν και να του κλείνουν το μάτι κάθε πρωί. Κι αν με ρωτήσεις θα σου απαντήσω με το χέρι στην καρδιά. Για μένα το έκανα! Τίποτα δεν κάνουμε για τον άλλο. Δικό μας είναι το συναίσθημα, δική μας και η χαρά. Ο άλλος είναι απλά η έμπνευση, η αφορμή, η θέση. Γι’ αυτό δεν το έσβησα και ποτέ. 

Πριν μερικές μέρες έφτιαξα το δρόμο μου από ‘κει μόνο και μόνο για να το δω. Να θυμηθώ πάλι εκείνο το συναίσθημα του φόβου και της αγωνίας και της υπέρτατης χαράς.



Αν περάσετε ποτέ από κάποιο απομακρυσμένο σχολείο ψάξτε το σύνθημα μας. Και πείτε μου αν είδατε καμιά απάντηση δίπλα να του κάνει παρέα. Κι ύστερα πάρτε ένα πινέλο και γράψτε κι εσείς το δικό σας. Μην το σκεφτείτε πολύ. Κλείστε τα μάτια κι αφήστε την ετοιμοπόλεμη φαντασία σας να κατευθύνει το χέρι. Να ομορφύνει τους λευκούς τοίχους που μοιάζουν με φυλακές και σκλαβώνουν τον «αλήτη» μέσα μας!