Translate

Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

ΔΥΟ ΜΑΤΙΑ ΜΕ «ΗΛΙΑΚΑ» ΓΥΑΛΙΑ







Είναι μόλις πέντε χρόνων. Έξυπνο και πονηρό σαν όλα τα παιδιά. Ήρθε και τα άλλαξε όλα. Έφερε τα πάνω κάτω. Μπήκε φως στο σπίτι, ανοίξαμε τα παράθυρα, ανοίξαμε και τις καρδιές μας. Ένας νέος ανθρωπάκος που μας κέρδισε όλους. Μας άλλαξε και τα ονόματα επειδή δυσκολευόταν να τα πει. Μας άρεσε η προσέγγιση του και τα κρατήσαμε. Αθώα προσέγγιση. Παιδική. 

Δυο μεγάλα πράσινα μάτια που τα λένε όλα. Δεν έχουν λόγο να κρύψουν τίποτα. Αφοπλιστικά αθώα. «Πώς να κρυφτείς από τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα». Κι ένα χαμόγελο που διώχνει το γκρίζο και φέρνει γαλήνη και τρυφεράδα.

Δεν είναι δικό μου παιδί αλλά είναι σαν δικό μου. Εγώ του μαθαίνω μονάχα σκανταλιές, του λέω παραμύθια που είναι μόνο δικά μας: « Ο κύριος Νταμπίνος και η κυρία Νταμπίνα», «ο κόκορας ο κόρο και η κότα η κόκο», «ο Φέλιξ και η καμένη του γούνα". Ανεβαίνουμε μαζί στο πατίνι και φωνάζουμε «γιούρια» γιατί έτσι πρέπει να είναι η ζωή και πρέπει να το μάθει νωρίς και να ελπίζει με χαμόγελα.

Ο Μανολάκος νομίζει ότι η γιαγιά είναι ράφτης και έχει «γκαζομηχανή» που «γκαζώνει» τα ρούχα του παππού. Κι άντε να του εξηγήσεις ότι η γιαγιά μόνο γκάζια βάζει του παππού. Ισχυρίζεται ότι τα φίδια πρέπει να τα προσέχουμε γιατί είναι «δηλητηριασμένα». Αχ! μωρέ Μανολάκο! Τα φίδια μια χαρά είναι. Εμείς δηλητηριαστήκαμε από τότε που μεγαλώσαμε και χάσαμε την παιδικότητα και ξεχάσαμε να νοιαστούμε για τα πιο σημαντικά.

Όταν ο ουρανός γεμίζει «μαυροκάπνιο» δεν του αρέσει καθόλου γιατί του κρύβει το γαλάζιο του ουρανού κι όταν ξαπλώνει στο χώμα του μαυρίζει τη ματιά. Και θέλει να πετάξει με ένα πύραυλο αλλά δεν έχουμε στην Κρήτη και θα αναγκαστεί να φύγει. Όταν μεγαλώσει θα γίνει καζανάρης και τρακτερατζής και γιατρός για να κάνει καλά του παππού τα χέρια. Όλα θα τα φτιάξει ο μικρός Μανολάκος. Όλα θα τα τακτοποιήσει, θα τα στοιχήσει στη σειρά σα στρατιωτάκια και με το μαγικό ραβδάκι θα φτιάξουν όλα. Έτσι όπως τακτοποίησε κι εμάς και έδωσε νόημα στις γιορτές μας και θυμηθήκαμε τα παραμύθια και τους δράκους και τις ιστορίες και τα παιχνίδια και γίναμε πάλι παιδιά.

Ο Μανολάκος ήξερε μια ιστορία για ένα πληγωμένο αετό αλλά δε θέλει να τη διηγηθεί στη μαμά του για να μην στεναχωρηθεί και κλάψει. Και την κρατάει μονάχα για τον εαυτό του. Όταν μεγαλώσει πολύ θα παντρευτεί τη Νικολέτα και τη μαμά του που είναι η πιο γλυκιά μαμά του κόσμου και την αγαπάει «μέχρι τα παπιά»! Και δεν υπάρχει περίπτωση να κοιμηθεί αν δεν πει : «όνειρα γλυκά και σ’ αγαπώ πολύ» γιατί αυτός ξέρει να αγαπά πολύ και να έχει «ανυπομονή» να ξημερώσει για να πάει στο «σκολείο» και να παίξει.

Δεν του αρέσει να τσακώνονται οι άνθρωποι. Όταν ακούει φωνές κλείνει τα αυτιά του και τραγουδάει για να ηρεμήσουν οι άνθρωποι, να τραγουδήσουν κι αυτοί και να γνωριστούν καλύτερα.

Τις τελευταίες μέρες τραγουδάει του Γκάτσου «το μεθυσμένο καράβι». Του άρεσε η μελωδία. Τον συγκλόνισαν οι στίχοι.


Αρθούρε Ρεμπώ απόψε θα μπω
στο μαύρο μεθυσμένο σου καράβι
μακριά ν’ ανοιχτώ σε κύκλο φριχτό
που ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει



Τι να καταλάβει κι ο κόσμος; Τι να περιμένεις άραγε κι εσύ; Τι υπάρχει μέσα στο μικρό σου κεφαλάκι; Κάποτε θα πάψεις να φοβάσαι τα σκοτάδια της νύχτας. Της μέρας είναι πιο τρομακτικά. Θα βάζεις τα «ηλιακά» σου γυαλιά και θα βγαίνεις περίπατο στη λιακάδα. Να μη νιώσεις ποτέ παγωνιά. Να γίνει καλός άνθρωπος και να μη λες ποτέ θλιμμένες ιστορίες. Μονάχα αλήθειες με ευτυχισμένο τέλος.


Αρθούρε Ρεμπώ
θα μπω στο μεθυσμένο σου καράβι
Αρθούρε Ρεμπώ
να δω ποια σπίθα σώθηκε κι ανάβει..



Η σπίθα ανάβει τη φωτιά. Σαν τις πέτρες που τρίβαμε και προσπαθούσαμε να τα καταφέρουμε. Όταν μεγαλώσεις θα σου έχω έτοιμη την πιο όμορφη ιστορία. Την ιστορία που έφερες τη μέρα που γεννήθηκες. Το Λολιτάκι σου κρατάει πάντα τις υποσχέσεις της.


Καληνύχτα Μανολίτο! Καλώς όρισες στον κόσμο! Πάντα ανοιχτά πανιά και καλοί άνεμοι!!!!! Σ’ αγαπώ μέχρι τα παπιά!!!!!!!!!