Translate

Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Για την παρέα του '94



Ιωάννινα 1994! Ψαρωμένοι πρωτοετείς όλοι. Άγουρα πρόσωπα που πασχίζαμε απεγνωσμένα να πετάξουμε από πάνω μας το μανδύα της παιδικότητας και να πείσουμε για την αυτάρκεια, την παντοδυναμία, την ανώριμη ωριμότητα μας! Ο καθείς και ο χαβάς του. Πίναμε, μεθούσαμε, τραγουδούσαμε, μαγειρεύαμε, κλαίγαμε, χορεύαμε! Ανυποψίαστοι για το μετά. Αυτό ήταν σίγουρα στρωμένο. Το τώρα ήταν τοβάσανο. Η εισαγωγή στην κλασική αρχαιολογία και τα αγάλματα που βλέπαμε στον ύπνο μας, η γλωσσολογία με τον Οικονόμου που έπρεπε να διαβάζεις μερόνυχτα, ο Σταύρου που ήθελε και προφορική και γραπτή εξέταση! Και δεν έφταναν αυτά είχε και τους έρωτες.. Μεγάλη απάτη σε αυτή την ηλικία! Η πιο μεγάλη θαρρώ….
Ο Σταύρος, ο Σπύρος, ο Άγγελος, η Μαριλένα, η Εύη, η Ρία, η Βάσω, ο Αντρέας, ο Χάρης και άλλοι πολλοί που αν ξεχνώ συγχωρέστε με! Η μνήμη αλλοιώνεται. Πόσες πληροφορίες να αντέξει κι ένα μυαλό ίδιο χειμώνα καλοκαίρι;
Ο Σιδηρόπουλος και τα μπλουζ του πρίγκηπα για τα μεγάλα «νταουνιάσματα» και το ζειμπέκικο της Ευδοκίας του Λοίζου που εγώ το χόρευα αλλά η Εύη το ζούσε. Τσιγάρο στο στόμα και βλέμμα πεσμένο, ανίκανο να υψωθεί πέρα από τα βήματα. Μεγάλη απάτη τα νιάτα! Χάρτινος πύργος ντυμένος με σελοφάν. Να μη φαίνεται πως λιώνει το χαρτί με τις βροχές. Και το θέατρο! Η Θ. Ε. Σ. Π. Ι. Όλοι πρωταγωνιστές μα μόνο την Εύη με τον Άγγελο αξιωθήκαμε να χειροκροτήσουμε. Τους άντεξε το σανίδι. Τους ήθελε και η κάμερα. Εκείνη κάπνιζε συνέχεια πάνω στη σκηνή για να κρύψει το τρακ κι αυτός κρυβόταν πίσω από τα γυαλιά και ζούσε το δράμα. 
Κιθάρα και τραγούδι! Αυτό θυμάμαι.. και κυριακάτικες μαζώξεις όταν ερχόταν δέμα από την Κρήτη! Ρακί και ντολμαδάκια και κρέας και πατάτα τηγανιτή. Και χόρταινε το μάτι και το αυτί και γλύκαινε το παράπονο και γέμιζε ο κόσμος αρώματα. Λες και η φοιτητική ζωή θα κρατούσε για πάντα. Κοινόβιο ζωής και φίλοι για πάντα. Απορίες ζωής και καρδιάς και φαντασίας! Κι ένας Καφάσης που ούτε το όνομα θυμάμαι – μεγάλος αοιδός που συνόδευσε τη Μαριλένα και την Εύη σε ένα μεγάλο μεθύσι. Πόσο αφελείς, Θεέ μου! Παντοδύναμα αφελείς! 
Κι η Κέρκυρα δίπλα μας και ο Πίπης να την εκθειάζει και να τραγουδάει με τη φάλτσα φωνή του κάτι τραγούδια του τόπου του. Και μετά οι φωτιές στις Απόκριες και τα κλαρίνα και τα μασκαρέματα και η άδεια τσέπη που λες και ήταν πάντα τρύπια και δεν έμενε δραχμή μέσα.. 
Και ο Χάρης με τη φωτογραφική μνήμη που πάντα ζήλευα, και η αγάπη του για τις γάτες και τους δίσκους, αυτοεξόριστος στην άλλη μεριά της πόλης και μια μπαλαρινούλα που κάποτε αγάπησε πολύ…
Εκεί κάπου στις φωτιές χαθήκαμε. Έτσι το φαντάστηκα. Μια μεγάλη φωτιά που ακόμα καίει. Δεν καήκαμε μα χαθήκαμε… Στις υποχρεώσεις μας; Στην αδιαφορία; Στην απόσταση; Στα χαμένα όνειρα; Δεν ξέρω…
Ακόμα ακούω τις φωνές τους στα αυτιά μου. Και μια κιθάρα που παίζει τις κάνει τραγούδι. Ανεβαίνω τη «Ναπολέοντος Ζέρβα» και πριν την «Άρη Βελουχίωτη» κάπου στην πλατεία Ομήρου ανταμώνουμε πάλι όλοι. Μασκαρεμένοι άλλοι με τα παιδιά τους και άλλοι με τα γατιά τους! Πάμε για τις φωτιές! Απόψε μόνο κλαρίνο. Εκείνο το βαθύ μελαγχολικό ήχο για την Ήπειρο την πονεμένη που μας φιλοξένησε και την αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε κι εμείς βαθιά. Πολύ βαθιά μωρέ! Κι ακόμα αγαπιόμαστε και θα σμίξουμε να πούμε τα παλιά σα γεροντάκια που δεν κατάλαβαν ποτέ πως κύλησε ο χρόνος σαν την άμμο από τα δάχτυλα μας….

Υ. Γ Με αφορμή τη γιορτή της Ευδοκίας που μου ξύπνησε μνήμες...