Translate

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Το σακί




Ένα σακί κουβαλούσε όλη μέρα. Ένα σακί ασήκωτο με "πρέπει" που του φόρτωσαν από τότε που είχε αθώο βλέμμα και γρατζουνισμένα γόνατα. Και το σακί βάραινε κι αυτός έγερνε, κι έγερνε, κι έγερνε... ώσπου δε μπορούσε να κοιτάξει πια τον άλλο στα μάτια. Κι η ζωή του κάθε μέρα ίδια! Ένα γραμμόφωνο που έπαιζε πάντα τον ίδιο δίσκο, με χαλασμένη βελόνα. Κι ο ίδιος δίσκος να ακούγεται κάθε λεπτό ίδιος και απαράλλακτος. Και ερχόταν στιγμές που έκλεινε τα μάτια κι ονειρευόταν τη νοσταλγία του αδύνατου σαν ανάμνηση από τότε που γεύτηκε κάτι που δεν το θυμόταν.
Έπρεπε να σπουδάσει, να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια, να αγοράσει σπίτι, να αποκτήσει σκύλο, να.. να...να.... Να κλείσει στο σεντούκι της ψυχής του τα "θέλω", να καταχωνιάσει τα όνειρα, να συμβιβαστεί
γιατί η ζωή δεν ξέρει από κρυφές και ασυνήθιστες σκέψεις! Την πεπατημένη! Μόνο αυτή επιτρεπόταν να ακολουθήσει! Ό,τι ήθελαν πάντα οι άλλοι για κείνον γινόταν "πρέπει"! Ακόμα και οι ευχές που συνόδευαν
τις οικογενειακές συνεστιάσεις είχαν τα "θέλω" των άλλων, των δικών του ανθρώπων που ήξεραν το καλό του. Κι εκείνος υποτάχτηκε και παρέδωσε τα όπλα! Όπως τότε που ήθελε να γίνει ηθοποιός αλλά οι άλλοι
είχαν ετοιμάσει τη δική τους σκηνή με τη δική τους παράσταση!
Και το σακί βάραινε, και γέμιζε, κι αυτός έσκυβε και υποκρινόταν μια ευτυχία που γινόταν κραυγή κι έφτανε μέχρι το λαιμό, έτοιμη να τον πνίξει.
Απόψε όμως ένιωθε διαφορετικά! Σα να θυμήθηκε ξαφνικά πως γίνονται οι επαναστάσεις, πως βγαίνουν πάλι τα "θέλω" και τα ξεχασμένα όνειρα. Τα φόρτωσε σε μια βαλίτσα, άνοιξε την πόρτα μα ένιωσε ένα πόνο στον αυχένα. "Και τώρα πού; πώς;", σκέφτηκε. "όλοι κοιμούνται! Κανείς δε θα καταλάβει τίποτα!" Ούτε σημείωμα δεν άφησε στη γυναίκα του! Ούτε ενα μικρό ραβασάκι για να νομίσει εκείνη ότι ακόμα της γράφει τρυφερά μηνύματα! Αυτή σίγουρα δε καταλάβει κι ας ήξερε κατά βάθος ότι όλα είχαν τελειώσει πριν χρόνια. Πριν κλείσει την πόρτα έριξε μια τελευταία ματιά στο σακί που άφησε. Ένιωσε ανάλαφρος μα και γυμνός!
Μπήκε πάλι μέσα. Δειλία! Δειλός και τρομαγμένος! Ξάπλωσε στο παγωμένο πάτωμα. Έκλεισε τα μάτια κι ονειρεύτηκε πως ήταν πάλι παιδί με καθάριο βλέμμα! Θολή η ανάμνηση. Τότε που θα άλλαζε τον κόσμο. Πότε; Δε θυμόταν..Η νοσταλγία του έπνιξε την ψυχή! Δεν ξεριζώνονται οι συνήθειες!
Πήρε πάλι το σακί το βαλε μαξιλάρι κι ύστερα έκλαψε πολύ! Για όλα! Μα πιο πολύ για τον ίδιο! Για ό,τι χάθηκε για πάντα και για ότι θα ρθει χωρίς αυτόν! "Αύριο πάλι", είπε. " Αύριο θα προσπαθήσω ξανά!" Κι ας ήξερε ότι δε θα γινόταν ποτέ.. Κι έκλαψε πολύ. Και λυπήθηκε επειδή κατάλαβε ότι δε θα γινόταν ποτέ ο ταξιδευτής των δικών του ονείρων….





Σε όλους για εκείνο το σακί που σηκώνουμε και ξεχνάμε να εγκαταλείψουμε από φόβο…..